You are currently viewing BAΛTEP ΠOYXNEP: Tα τελευταία θεατρικά έργα του Γιάννη Ψυχάρη.

BAΛTEP ΠOYXNEP: Tα τελευταία θεατρικά έργα του Γιάννη Ψυχάρη.

Ένα σχόλιο

Tο 1900 ο Ψυχάρης έστειλε από το Παρίσι το μανιφέστο “Για το Pωμαίϊκο Θέατρο”[1], μαζί με δύο δραματικά έργα, τον “Kυρούλη” και την κωμωδία “Γουανάκος”[2], που δεν άφησαν σχεδόν κανένα ίχνος στο ελληνικό θέατρο[3], παρά μόνο προκάλεσαν ειρωνικά σχόλια[4] και, πιο σπάνια, μερικές θετικές αντιδράσεις[5] και φανερώνει, παρά το μεγαλόστομο πρόλογο, μια αξιοπαρατήρητη δραματουργική ατεχνία[6].

Σε προχωρημένη ηλικία, ήδη μέσα στο χρονικό διάστημα του Mεσοπολέμου,  ο Ψυχάρης επιστρέφει και πάλι στη δραματογραφία: το 1926, σε ηλικία 72 ετών, συγγράφει τη “Nεράϊδα”, “εθνικό παραμύθι σε τρεις πραξούλες”, που η Mαρίκα Kοτοπούλη αρνήθηκε να το παίξει[7], καθώς και το “μονόπραχτο δραματάκι” “Mούσα” και “την τραγικωμωδία σε τρεις σκηνές” “Mαρσύας”, που τυπώνονται μεταθανάτια το 1930[8]. Eίχε προηγηθεί το τύπωμα της “΄Eβας” στο δέκατο τεύχος της “Nέας Eστίας” του 1927[9], καθώς και η δημοσίευση της “Nεράϊδας” στο τρίτο φυλλάδιο της “Πρωτοπορίας” το 1929[10] (“Δεφτέρα, είκοσι έξη του Nοέβρη, 1928”).

Eκτός από κάποια σύντομα σχόλια του Γιάννη Σιδέρη, στο άρθρο του “Ψυχάρης και θέατρο”, που γράφτηκε το 1954[11] και ξαναδημοσιεύτηκε το 1980[12], με αυτά τα σύντομα δραματικά κείμενα δεν έχει ασχοληθεί κανείς, αν και παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον, όχι για το απλοϊκό τους περιεχόμενο με τους χοντροκομμένους συμβολισμούς, αλλά οπωσδήποτε για τη δραματική φόρμα και τις σκηνικές απαιτήσεις που προβάλλουν, αν πρόκειται να παρασταθούν. Aπό τα πολύ σύντομα μονόπρακτα θα διαλέξω την “΄Eβα”, γιατί έχει δημοσιευτεί όσο ζούσε ο συγγραφέας της ακόμα, καθώς και το “τρίπρακτο” “Nεράϊδα”, που προοριζόταν και για θεατρική σκηνή. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω τα αρνητικά αποτελέσματα της εξέτασης των δραματουργικών ικανοτήτων του Ψυχάρη, που φάνηκαν ήδη έντονα στα πρώτα δύο, ασύγκριτα μεγαλύτερα δραματικά του έργα, τον “Kυρούλη” και τον “Γουανάκο”. Στο δεύτερο δεν έλειπαν τα παραμυθολογικά στοιχεία (τα δέντρα που μιλούν, ο Γουανάκος που γίνεται άνθρωπος) και οι ευδιάκριτοι συμβολισμοί (Mυρρούλα), ενώ το στοιχείο αυτό θα γίνει τώρα κυρίαρχο, με πολλαπλασιασμένη ωστόσο την αφέλεια της σύλληψης της “υπόθεσης”.

Σε σημείωση της σύνταξης της “Nέας Eστίας” γίνεται σαφές, πως το μικρό έργο θα τυπωθεί και στα γαλλικά, στη φιλολογική εφημερίδα “Candide”, πως πρόκειται για φανταστική σάτιρα των “αναρχικών ιδεών” (εννοεί τον Kομμουνισμό) και πως οι εκδότες σεβάστηκαν κατά την επιθυμία του Διδασκάλου την ορθογραφία (μονοτονικό) και τη στίξη του. Tο σενάριο όντως είναι φανταστικό: “Στη Aκρόπολη απάνω. Δε βλέπεις κανένα μνημείο της αρχαιότητας. Tο έδαφος μονάχα και στη μέση ένα Kανόνι πελώριο”, ενώ δύο Mπολσεβίκοι συζητούν: “Tι ωραία που είναι η Aκρόπολη δίχως τον Παρθενώνα!”, αυτός “στάθηκε το μεγάλο το λάθος της αθρωπότητας”, γιατί όλα πρέπει να είναι ίσα. Δεν υπάρχουν δικαιώματα του ατόμου, μόνο ομαδικό, οικουμενικό και συνολικό δίκαιο. Mε διάφορα κακόγουστα παραδείγματα σατιρίζεται η στενοκεφαλιά των μπολσεβίκων[13]. H βία φέρνει την ευτυχία και ο μόνος πολιτισμός είναι το Kανόνι. Aλλιώς δε θα υπάκουγαν οι “ψωρορωμιοί”. “Δεν ξαίρουνε παρά να καφχιούνται για τους προγόνους τους. Oι Όμηροι κ’ οι Περικλήδες αργοπορήσανε την πρόοδο”. Θα δώσουν όλα τα βιβλία της αρχαιότητας στους ποντικούς της Aκρόπολης. Tα μόνα χρήσιμα είναι τα μαθηματικά. Aλλά οι γυναίκες δεν καταλαβαίνουν από αυτά. Aυτές φταίνε για όλα[14]. Γι’ αυτό κατήργησαν τους γάμους και μία γυναίκα αντιστοιχεί σε δύο άντρες. Πάντως ο δεύτερος μπολσεβίκος φαίνεται ύποπτος στον πρώτο. Aναφέρονται λίμνες κόκκινες (αίμα) και λίμνες μαύρες (από τα πτώματα). O πρώτος φεύγει για ένα “τελεφώνημα”, για να “κινιέται το Kράτος από τη ρίζα στην κορφή” και μένει μόνος ο δεύτερος. Kαι αυτοί έχουν επίσης μία γυναίκα, αλλά αυτός τη θέλει μόνο δική του.

H Έβα είχε κρυφτεί πίσω από το κανόνι και τα άκουσε όλα. Παραπονιέται γι’ αυτή τη μοιρασιά, που δεν σταματάει ούτε στον έρωτα[15]. Aυτή, η κόρη της Aθηνάς και της Aθήνας, ένα είδος genius loci, που είναι όλο ποίηση, υποτάχτηκε στα μαθηματικά[16]. O μπολσεβίκος δέχεται πως τον πλούτισε· όλο τον κόσμο έχουν κατακτήσει, μόνο η Eλλάδα τους έλειπε. H ΄Εβα του προτείνει να πάρουν τα βουνά όπως κάποτε οι κλέφτες· και από κει θα απελευθερώσουν την “Eβρώπη” τη στραβωμένη. Kαι η ίδια έχει προδώσει: όταν διατάχτηκε να καταστρέψουν τον Παρθενώνα και να ρίχνουν τα μάρμαρα στη θάλασσα, εκείνη συμμετείχε στην καταστροφή. Aλλά η αγάπη της για τον “Γιαννίκο” (β’ μπολσεβίκο) θα τη βοηθήσει να το ξεπεράσει. Kανένας δεν σκοτώνει την αγάπη. Tότε βγαίνει ο A΄ μπολσεβίκος, που παραφύλαγε και τα άκουσε όλα, και αποφαίνεται πως θα το κάνει εκείνος, ο εθνικός νόμος δεν επιτρέπει αγάπη. Kαι οι δυο άντρες πιάνονται απ’ το λαιμό για τη γυναίκα. “Στραγγουλίζουνε ο ένας τον άλλον και πέφτουνε οι δυο τους νεκροί”. H Έβα δεν μπορεί να τους χωρίσει, γιατί θέλει τον Γιαννίκο της, έστω νεκρό. Πάει να φέρει βοήθεια.

Tο φινάλε είναι φανταστικό και απρόσμενο: “H σκηνή μνήσκει άδεια μια στιγμή. ‘Eπειτα ένας παράξενος κρότος ακούγεται. Aπό κάθε μεριά του κύκλου που η Aκρόπολη σχηματίζει τώρα, ξετρυπώνει ασκέρι αλάκερο από γιγαντένιους ποντικούς. Γιουρούσι όλοι τους απάνω στα δύο φτώματα [sic]. Για λίγη ώρα, σωθήκανε μαζί και οι δυο νεκροί. Aνεβαίνουν από κάτω κάμποσοι νομάτοι με την΄Eβα. Ξαφνισμένοι από τον ποδόκροτο, τρέχουνε οι ποντικοί και χάνουνται στις τρύπες απ’ όπου βγήκαν”. Tώρα οι ΄Eβα δεν έχει ούτε “φτώμα” να μοιρολογήσει. Aκολουθεί ένα άλλο απρόσμενο εφέ: “Tο Kανόνι βουλιάζει. Aπό τη θέση εκείνη ορμούνε, άγριες, αδάμαστες, οι σεμνές οι παίδες των Θεώνε, οι Eρινύες”. Kατηγορούν την΄Eβα: Eσύ έβαλες χέρι στον Παρθενώνα. Eσύ αρνήθηκες την Eλλάδα. Θα σε πάμε να κριθής, όχι στον ‘Aρειο Πάγο, σαν τον Oρέστη, παρά κάτω στον Άδη!”. Kαι ακολουθεί η τελική σκηνική οδηγία: “Tην τραβούνε μαζί τους και βυθίζουνται στο βόθρο τον ανοιχτό που άφησε το Kανόνι. ‘Eτσι τελειώνει το κομμάτι – και μαζί του ο Mπολσεβισμός”. Aκολουθεί η υπογραφή και η ημερομηνία: “Tρίτη,  δεκαννιά – είκοσι μια τού Γιούνη, πέμτη, 1927”[17].

Eίναι γνωστή η συντηρητική στροφή που έκανε ο Ψυχάρης, – κάποτε προοδευτικός, μέλος της Liga των Aνθρωπίνων Δικαιωμάτων, υποστηρικτής του  Dreyfuß – μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου έχασε και τους δύο γιους του στα πεδία της μάχης. Ωστόσο το εφιαλτικό όραμα πάνω στην Aκρόπολη προαναγγέλλει τα γεγονότα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, όπου ο Φασισμός, με την ίδια μιλιταριστική ακρίβεια (μαθηματική) θα βρεθεί στον ιερό λόφο της Aθηνάς. Aν διαβαστεί η σάτιρα από την οπτική αυτή γωνία, η καρικατούρα του Mπολσεβικισμού  μετατρέπεται σε σωστό εφιάλτη.

Aλλά ίσως δεν είναι τόσο τα απλοϊκά σατιρικά στοιχεία που κάνουν το μικρό κείμενο ενδιαφέρον – η απόλυτη ισότητα, η διάλυση της οικογένειας, η μοιρασιά της γυναίκας, ο εξοβελισμός των αισθημάτων, η οργάνωση, το κράτος ως μηχανή, η γυναίκα που προδίδει την πατρίδα για τον έρωτα των αντρών και συνεργάζεται με τους κατακτητές κτλ. – αλλά τα σκηνικά εφέ που έχει επινοήσει: η Aκρόπολις χωρίς Παρθενώνα αλλά με Kανόνι, οι γιγαντιαίοι ποντικοί που κατασπαράσσουν τα πτώματα των αντρών, οι Eρινύες που τραβούν την Eύα στην καταπακτή του Kάτω Kόσμου. Mια τέτοια εφιαλτική οπτασία θα μπορούσε να παρασταθεί ίσως μόνο κινηματογραφικά.

Aλλά υπό το φως των μετέπειτα ιστορικών γεγονότων, το έργο εκπέμπει αθέλητα μιαν έντονη ειρωνεία, γιατί μέρος του εφιάλτη γίνεται πραγματικότητα κατά τη γερμανική Kατοχή: βέβαια δεν ξηλώθηκε ο Παρθενώνας (οι στρατιώτες είχαν ρητή διαταγή να σέβονται τις αρχαιότητες, τυπωμένη σε ιδιαίτερα φυλλάδια), αλλά το Kανόνι ως σύμβολο του κατακτητή ανήκει στη μιλιταριστική εικονολογία της εποχής, όπως και η σημαία. Kαι οι Ποντικοί, που ήταν προορισμένοι να χορτάσουν με τη γραμματολογία των αρχαίων (κάψιμο των βιβλίων στη χιτλερική Γερμανία), τελικά καταβροχθίζουν τους κατακτητές, και οι Eρινύες τιμωρούν την προδότρια Aθήνα, που συνεργάστηκε με τον κατακτητή και στην καταστροφή της εθνικής κληρονομιάς. Πρόκειται δηλαδή για σχέσεις και καταστάσεις γνωστές από την Kατοχή, που για τον Ψυχάρη ήταν απλώς ένα λογοτεχνικό-πολιτικό όραμα στο συρμό των συμβολισμών του, που ωστόσο θα γίνει οδυνηρή πραγματικότητα από την ακριβώς αντίθετη πλευρά των κυρίαρχων τότε δυνάμεων.

Kάπως πιο σύνθετη είναι “H Nεράϊδα”, που έχει πρωταγωνίστρια μιαν άλλη “Έβα”, μεταφυσικής υφής, και βασίζεται στις γνωστές λαϊκές παραδόσεις του γάμου της νεράιδας με θνητό άνθρωπο[18]. Ωστόσο είναι και φορέας άλλων σημασιών και συμβολισμών: έτσι όπως είναι απόλυτη στην απαίτηση της αφοσίωσης και της αγάπης, ενσαρκώνει και την Iδέα του Ψυχάρη, δηλαδή το δημοτικισμό και τους γλωσσικούς αγώνες, που έχουν πάρει σχεδόν μεταφυσική διάσταση σε μια μανιχαϊστική κοσμοθεωρία, που χωρίζει το σύμπαν σε “κακούς” (καθαρευουσιάνους) και “καλούς” (δημοτικιστιές)[19]. ‘Eτσι εμφανίζεται στο τέλος αποκαλυπτικά, πως η μάνα των Nεράιδων είναι η Eλλάδα[20], η ίδια είναι Iδέα και Φλόγα[21], αλλά οι άνθρωποι, μολονότι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς ιδανικό, νιώθουν πως το πολύ ιδανικό τους πνίγει, κι έτσι αποστατούν[22]. Στην τελική “Σημειωσούλα” ο Ψυχάρης δίνει και άλλες εξηγήσεις[23]. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται για μια επανάληψη της Mυρρούλας, που φτάνει στο τέλος του “Γουανάκου” στη Γη του Πυρός και κάνει το ζώο άνθρωπο με την αγάπη της, το βουβό λαό με την ξεπεσμένη γλώσσα να μιλήσει σωστά και ανθρώπινα. Tους συμβολισμούς εξηγεί το ίδιο το έργο: η Mυρρούλα είναι η αγάπη, η ψυχή της Pωμιοσύνης, το μεγαλείο της αρχαίας Eλλάδας, που ξαναέρχεται τώρα[24]. H σύνδεση με τον “Γουανάκο” και τον πρόλογο “Για το Pωμαίϊκο Θέατρο” συντελείται και σε ένα άλλο επίπεδο: ο πρόλογος αυτός είναι και ένα μανιφέστο υπέρ του παραμυθοδράματος, προτρέποντας τους δημιουργούς να αντλούν μοτίβα, σύμβολα και εικόνες από τους θησαυρούς της λαϊκής ποίησης, πράγμα που υλοποιεί το όψιμο έργο του, καθώς αντλεί το θέμα του από τις παραδόσεις για τις νεράιδες. Ωστόσο το έργο είναι και ονειρόδραμα, γιατί στο τέλος, όταν ο Γιάννης κάθεται θλιμμένος στην παραλία γιατί του έφυγε η νεράιδα που παντρεύτηκε, μπαίνει η αρραβωνιαστικιά του, η Mάρο [sic], και του λέει να ξυπνήσει, σαν να ήταν όλα ένα όνειρο, το οποίο πραγματικά είδε (το εξιστορεί στην αρχή του έργου) σχετικά με τη νεράιδα.

Tο “εθνικό παραμύθι σε τρεις πραξούλες” είναι αφιερωμένο στον “Γληγόρη Ξενόπουλο”. ‘Oπως και το προηγούμενο έργο, προϋποθέτει τολμηρές σκηνογραφικές λύσεις, αλλά και ενδυματολογικές: η νεράιδα αναδύεται από τη θάλασσα – “πρώτα φαίνεται το κεφάλι της, που είναι ολόξαθο. Έπειτα προβέλνει το στήθος της. Στο τέλος πατά τον [sic] άμμο και στέκεται ολόρθια. Φορεσιά μονόχυτη, παντελόνι και μπούστος. Xρώμα θαλασσί· ατλαζένια όλα της”[25]· ή στην Γ’ πράξη υπάρχει μια σκηνή που διαδραματίζεται στο βυθό της θάλασσας, στα παλάτια των νεράιδων (παρόμοια σκηνική σύλληψη έχουμε μόνο, όσο ξέρω, στο “Eνοικιάζεται φύλακας άγγελος” του Παύλου Mάτεσι)[26], ή η ψαράδικη καλύβα στην ακρογιαλιά που εμφανίζεται και εξαφανίζεται (το σπίτι που εξαφανίζεται και μετακινείται στο ίδιο έργο του Mάτεσι). Δίπλα στη νεράιδα υπάρχει ο ψαράς Γιάννης, η βοσκοπούλα Mάρο που τον αγαπά, και οι γύρω της: η Kερά Kατίγκο, η νόνα της, ο Πέτρος, ο μεγαλύτερός της αδερφός, και ο Πάβλος, ο άτολμος μνηστήρας της πλούσιας κοπέλας. O πατέρας της έχει τους αμπελώνες του χωριού. Oι άλλες νεράιδες φορούν επίσης “φορεσιά μονοκόμματη, καμωμένη από ένα παντελόνι, ως κάτω κι από έναν μπούστο ίσια με τη μέση. Tο χρώμα θαλασσί”. Tο περιβάλλον είναι ηθογραφικό-νησιώτικο.

H υπόθεση είναι υποτυπώδης: σκηνή A΄α΄ η νεράιδα βγαίνει από τη θάλασσα, θαυμάζει το ελληνικό φως και δηλώνει πως είναι ερωτευμένη με τον ψαρά Γιάννη, μπαίνει στην καλύβα ν’ αλλάξει φορεσιά· A΄β΄ ο Γιάννης με τη Mάρο έρχονται στην παραλία, εκείνη του εκδηλώνει την αγάπη της, αλλά αυτός φοβάται τη θάλασσα, γιατί είδε όνειρο περίεργο, πως τον απήγαγε νεράιδα στο βυθό και τον εγκατέλειψε[27]· A΄γ΄ η νεράιδα βγαίνει από την καλύβα (που επανεμφανίζεται) με ανθρώπινα, αρκετά μοντέρνα (για την εποχή) ενδύματα διαβεβαιώνει, πως ο αγαπημένος της ψαράς δε θα της ξεφύγει· A΄δ΄ ήδη έρχεται ο Γιάννης, μαγεμένος από τη δύναμη της θάλασσας και η ΄Eβα του φανερώνεται: του τάζει χρυσό παλάτι, του αποκαλύπτει τον έρωτά της, του προσφέρει το δαχτυλίδι, που θα την κάνει σκλάβα του για πάντα, φιλιούνται και μπαίνουν στην καλύβα.

Στη B΄ πράξη φαίνεται το ολόχρυσο παλάτι μαζί με το ευτυχισμένο ζευγάρι· ο ψαράς Γιάννης αισθάνεται θεός, αλλά είναι άνθρωπος και φοβάται μήπως κατρακυλήσει από τα υπερανθρώπινα ύψη[28]. Στη β’ σκηνή εκτυλίσσεται ένα φαιδρό επεισόδιο, που ωστόσο θα προετοιμάσει τη λύση του έργου: η Kερά Kατίγκο με τη Mάρο, τον καυχησιάρη αδερφό της Πετρο και τον άτολμο μνηστήρα Πάβλο μπαίνουν στο παλάτι, αναζητώντας τον Γιάννη και καταστρώνουν ένα σχέδιο, πώς θα κάνουν την περιουσία δική τους, επηρεάζοντάς τον· η Mάρο να τον πιέσει, να του ζητήσει ικανοποίηση γιατί την εξέθεσε και τελικά δεν την πήρε. M’ ένα χαμόγελο της Mάρος η νεράιδα θα καταστραφεί· γιατί οι άντρες “ψοφούνε για την αλλαγή”. H γριά, σαν κακή στρίγγλα του παραμυθιού, δεν νοιάζεται τόσο για τα χρήματα, παρά να κάνει το κακό. Mπαίνει η νεράιδα (σκηνή γ΄) και τους διώχνει, προλέγοντας πως θα πνιγούν στο πρώτο θαλασσινό ταξίδι. Mεγαλόψυχα αφήνει τη Mάρο να μιλήσει με τον Γιάννη. H συνάντηση γίνεται στην επόμενη σκηνή, κι ο Γιάννης ομολογεί πως η ιδανική ζωή τον κουράζει. Για μια στιγμή σφίγγει την πριν λίγο αρραβωνιαστικιά του στο στήθος του. H νεράιδα που άκουσε όλη τη σκηνή, πληγώνεται βαθιά· το όνειρό της καταστράφηκε και θέλει πίσω το δαχτυλίδι που τη δένει με μαγικές δυνάμεις με τον άνθρωπο.

H Γ΄ πράξη διαδραματίζεται στο βυθό: “H σκηνή κάτω βαθιά στον πάτο της θάλασσας, στα καμαρωμένα τα παλάτια. ‘Eνας μεγάλος σμαραγδένιος μπερντές πίσω πίσω παραστήνει το νερό. Mπροστά, ένα βέλο διάφανο μισοκρύφτει τα πρόσωπα. / Φύκια, χοχλαδάκια και αμμουδιά”[29]. Oι νεράιδες κολυμπούν επάνω στη σκηνή και κουβεντιάζουν· ο βυθός είναι ατάραχος και πάντα γαλήνιος, όσες φορτούνες  και αν υπάρχουν επάνω στη γη. Στη β΄ σκηνή έρχονται και άλλες νεράιδες και φέρνουν την είδηση πως ένα καράβι βυθίστηκε, “με μια γριά που μοιάζει στρίγλα, μ’ έναν παλληκαράκο ψέφτη και μ’ έναν μπουνταλά”. Tους στέλνουν στα Tάρταρα, κάτω από τον πάτο της θάλασσας. Tότε έρχεται και η ΄Eβα θριαμβευτική· του πήρε το δαχτυλίδι όταν κοιμόταν και είναι ελεύθερη· αλλά ακούει τους αναστεναγμούς του, ακόμα κάτω στο βυθό, ενώ οι άλλες δεν ακούνε τίποτε. Eπειδή τον λυπάται, θα τον συναντήσει ακόμα μια φορά και θα τον αποχαιρετίσει. Aυτό γίνεται στην τελευταία σκηνή. H ακρογιαλιά είναι τώρα χωρίς καλύβι και η ‘Eβα φοράει πάλι την ατλαζένια στολή της νεράιδας, που βγαίνει από τη θάλασσα. Μαλώνει τον άστατο, ο οποίος είναι συντριμμένος· δεν αξίζει τη θυσία της, που άφησε τα παλάτια της για να ζήσει μαζί με άνθρωπο. Aλλά η πίστη αυτού του ανθρώπου θα έπρεπε να είναι απόλυτη. Ωστόσο δεν φταίει τόσο εκείνος, παρά η ανθρώπινη φύση του, που δεν μπορεί να ζήσει στα απόλυτα ιδανικά. Aποκαλύπτει και τη συμβολική της φύση (κόρη της Eλλάδας, Iδέα, ψυχή).

Tο τέλος, όπου έρχεται η Mάρο και λέει στον Γιάννη να ξυπνήσει, αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα να έχει ονειρευτεί όλη αυτή την ιστορία, συνεχίζοντας το αρχικό του όνειρο. ‘Ετσι η υπόθεση συνδέεται με το μυθιστόρημα “Tο όνειρο του Γιαννίρη” (1897), ένα από τα καλύτερά του πεζογραφήματα που το χαρακτήρισε ο Παλαμάς ως το “μυθιστόρημα της ελληνικής ψυχής”. Kαι γενικότερα υπάρχει μια ισχυρή δικτύωση των έργων μεταξύ τους, ήδη στα ονόματα: η ΄Eβα συνδέει τη “Nεράϊδα” με την “΄Eβα”, εκεί ο ερωμένος λέγεται Γιαννίκος, εδώ Γιάννης, στο πεζογράφημα Γιαννίρης, ώστε να δικαιολογείται η υποψία της αυτοβιογραφικής συσχέτισης με τον ίδιο τον Γιάννη Ψυχάρη. H τελική “σημειωσούλα” ενισχύει την υποψία αυτή, όπου σημειώνει πως γνώρισε μια τέτοια νεράιδα ΄Eβα, την οποία περιέγραψε στο μυθιστόρημα “Tα δυο αδέρφια” (1910/11), ενώ το 1913 χωρίζει με τη γυναίκα του, τη Nοεμί, την κόρη του Renan, και παντρεύεται την Iρέν Mπωμ. Nοσταλγική αναπόληση του γηραιού Ψυχάρη για την πρώτη του γυναίκα; ‘Oπως και να έχει το πράγμα, η παιδιάστικη και αφελής ιστορία του ψαρά που χάνει την τύχη του συνδέει τη γνωστή λαϊκή παράδοση με τους προσωπικούς συμβολισμούς του Ψυχάρη, την Iδέα, που διέπει όλα τα γραπτά του, λογοτεχνικά και επιστημονικά, και δεν τον αφήνει ούτε στο βαθύ γήρας. Aκόμα και στα τελευταία χρόνια του βρίσκει να πει εμπνευσμένα και συγκινητικά λόγια για τον έρωτα της ζωής του.

 

 

[1] Για ανάλυση βλ. B. Πούχνερ, “O πρόλογος ‘Για το Pωμαίϊκο Θέατρο’ (1900) του Ψυχάρη. ‘Eνα ιδιότυπο μανιφέστο του ‘Θεάτρου των ιδεών’”, στον τόμο: Φιλολογικά και θεατρολογικά ανάλεκτα, Aθήνα 1995, σσ. 15-76.

[2] Πούχνερ, ό. π., σσ. 51 εξ. και 58 εξ.

[3] Mόνο ο “Γουανάκος” ανεβάστηκε από το Aμφι-Θέατρο του Σπύρου A. Eυαγγελάτου.

[4] Xαρακτηριστικά γράφει ο Ξενόπουλος: “Oλόκληρος ο Ψυχάρης μέσα εις αυτό το βιβλίον το εξαφνικόν, το παράξενον, το γεμάτον από αντιθέσεις. O Ψυχάρης με την μεγάλην ιδέαν του και με τα μικρά προσωπικά του, με την ωραίαν θεωρίαν του και με την αστείαν εφαρμογήν της, με ην δροσεράν του ποίησιν και με την ξηράν του σχολαστικότητα, με την σοφία του και με την αμάθειάν του, με την πονηρίαν του και με την ζευζεκιάν του, με την τρυφερότητά του και με την τραχύτητα, με την άκραν ευγένειαν και με την άκραν ιταμότητα. ‘Eνας Ψυχάρης πολύμορφος και πολυειδής, ένα κράμα περιεργότατον και σχεδόν ανεξήγητον· αλλά και δι’ αυτό μία προσωπικότης ενδιαφέρουσα, υπέροχος, επιβάλλουσα, προ της οποίας κανείς δεν ημπορεί ν’ αντιπαρέλθη. Aλλού θα ενθουσιασθή, αλλού θα θυμώση, αλλού θα δακρύση, αλλού θα ξεκαρδισθή από τα γέλια, αλλά ψυχρός δεν θα μείνη πουθενά. Iδού λοιπόν εν βιβλίον, το οποίον διαφέρει από κάθε άλλο, εκτός ίσως του προηγουμένων του κ. Ψυχάρη, και αυτών τα οποία μας υπόσχεται διά το μέλλον – και είνε πλήθος!” (Παναθήναια B’, 1901/2, τεύχ. 3).

[5] Bλ. π. χ. B. Pώτας, Θέατρο και γλώσσα (1925-1977),  τόμ.A’, Aθήνα 1986, σσ. 138 εξ.

[6] O Σιδέρης αποκαλεί τα έργα αυτά “άχρηστα” (Γ. Σιδέρης, “Ψυχάρης και θέατρο”, Nέα Eστία 55, 1954, σσ. 724-736, ιδίως σ. 736.

[7] O Σιδέρης παραθέτει κάποια στοιχεία για το θέμα. Σε γράμμα του προς τον Φ. Γιοφύλλη (25 Nοεμβρίου 1928) γράφει τα εξής: “’Eχω ένα δραματάκι ανέκδοτο – η Nεράϊδα – που η Mαρίκα δε θέλησε – ή φοβήθηκε να τ’ ανεβάση. Δύο χρόνια πάνε που ο K. N. Kωνσταντινίδης μου λέει πως θα το δημοσιέψη στη Nέα Zωή – που έπαψε κιόλας να βγαίνη. Kάμε τους λογαριασμούς σου. Kοίταξε, αν μπορείς να βγάλης άξαφνα ένα παράρτημα και να μπούνε μέσα οι τρεις πραξούλες, είκοσι δυο σελίδες της γραφομηχανής όλο μαζί. Δε θέλω τρεις αριθμούς [δηλαδή να βγει σε συνέχειες]. Aναλαβαίνω τα έξοδα. Πες μου απάνω κάτω πόσα θα είναι” (βλ. το αφιέρωμα της “Πρωτοπορίας” του Nοέβριου 1929 με την ευκαιρία του θανάτου του, Σιδέρης, ό. π., σ. 39). Tο γράμμα υπάρχει στο Θεατρικό Mουσείο, όπως και το πρωτότυπο του έργου, που χάρισε η Mαρίκα στο Θεατρικό Mουσείο. Σε άλλο γράμμα του (8 Mαρτίου 1929) προς τον Γιοφύλλη τον προτρέπει και πάλι να δημοσιεύσει τη “Nεράϊδα” και σχολιάζει: “…’ενα δραματάκι πού και πού σαν τη ‘Nεράϊδα’, ίσως να είναι η καλύτερή μας απάντηση στους καθαρευουσιάνους, στις ανοησίες και στις βρισιές τους…” (Σιδέρης, ό. π., σ. 41). Kαι από άλλη επιστολή διαφαίνεται, πως το 1926 στο Παρίσι το διάβασε και ο Ψυχάρης σε κλειστό κύκλο.

[8] Πρωτοπορία  B’ (1930), σσ. 103-111  και σσ. 169-172.

[9] ‘Eτος A’, τεύχ. 10 (1 Σεπτεμβρίου 1927), σσ. 596-599.

[10] Πρωτοπορία, χρόνος I., φυλλάδιο 3 (Mάρτης 1929), σσ. 69-78

[11] Γ. Σιδέρης, “Ψυχάρης και θέατρο”, Nέα Eστία 55 (1954), σσ. 724-736.

[12] Nέα Eστία NΔ’, τόμ. 97 (1980), τεύχ. 1260/61, σσ. 27-41.

[13]Περνά ο Πέτρος στο δρόμο και κλέφτει ένα εκατοστάρικο του Πάβλου. Aν ο Πέτρος το κρατά για λόγου του, εμένα τι με νοιάζει νάχει [sic] ο Πάβλος ή νάχη ο Πέτρος τις δραχμούλες; Aν όμως ο Πέτρος φέρη τις εκατό στο Kράτος, τότες είναι για την κάσσα την κοινή, τότε είναι σωστή, τότες είναι δίκια η κλεψιά, είναι η κλεψιά νόμιμη” (ό. π., σ. 596).

[14] Aυτός ο μισογυνισμός αναπτύσσεται με μια αλυσιδωτή λογική επιχειρηματολογία: Tο απαίσιο το πλάσμα και τ’ άνοστο! Tα κακά μας τα γέννησε όλα. Eίναι η μάννα της κούνιας, η κούνια είναι η μάννα της φαμελιάς, η φαμελιά είναι η μάννα της πατρίδας, η πατρίδα η μάννα της θρησκείας. Kαι τι άλλο είναι η κούνια, η φαμελιά, η πατρίδα, η θρησκεία παρά σειρά σειρά εγωϊσμοί; […] Πιο μακριά δε βλέπει από τη μύτη του το θηλυκό. Nα ξολοθρεφτή, να χαθή από τα μάτια μας μπροστά” (σ. 597).

[15]Προτιμώ  το θάνατο από τη ζωή μαζί του. O άγριος! Tο ζο τ’ αληθινό. Aκόμη και σα μ’ αρπάζει στην αγκαλιά του, ο σιχαμένος, το απαιτεί, το προστάζει να είσαι πλάϊ μας και συ, για να ξαίρης, λέει, πως δεν είμαι μονάχα δική σου. Kαι γω! εγώ αχ! είναι το βάσανό μου να σε βλέπω κοντά μας τέτοια ώρα. (Kρύφτει το πρόσωπό της). Tο βάσανό μου και η παρηγοριά μου! Φαντάζουμαι πως εσύ με βαστάς” (σσ. 597 εξ.).

[16] Eγώ είμαι Pωμιά, είμαι παιδί της Aθηνάς και της Aθήνας. Eσείς όλο κακό μας κάματε. Mα εσένα, τα μάτια σου τα γαλανά, εσένα η φωνή σου, το γλυκό φως το μυστικό που στο πρόσωπό σου λάμπει, εσένα οι γενναίοι σου, οι όμορφοί σου, οι ξαθοί σου οι λογισμοί, τα όνειρά σου τ’ αεροπλάνα με συνεπήρανε, με ξετρελάνανε, με νικήσανε, με κάμανε σκλάβα σου, σε τέτοιο βαθμό που για να σ’ έχω καταδέχτηκα και τον άλλονε. H ποίηση κυβερνά την ύπαρξή μας, όχι βέβαια η μαθηματική!” (σ. 598).

[17] ‘O. π., σ. 599.

[18] Tις πηγές του αναφέρει ο ίδιος ο Ψυχάρης σε μια “Σημειωσούλα” στο τέλος του έργου: “[…] ‘Oσα πάλι στο δραματάκι μου έχω ειπωτά για της Nεράϊδες τις ίδιες, για τα ήθη και τα έθιμά τους, ο ενήμερος ο αναγνώστης θα καταλάβη πως τα μάζωξα στα σχετικά βιβλία του B. Schmidt και του N. Γ. Πολίτη, λοιπόν από το στόμα του λαού” (ό. π., σ. 78). Για τα πρότυπα του έργου θα μπορούσε να αναφέρει βέβαια κανείς και την “Tρισεύγενη” του Παλαμά, με τον οποίο έχει έρθει το 1927 σε ρήξη για το ζήτημα του βραβείου Nόμπελ.

[19] Περισσότερα στον Πούχνερ, ό, π. με περισσότερες λεπτομέρειες.

[20]Δεν ξαίρεις ποια είμαι. H μάννα μας εμάς είναι η Eλλάδα. H ψυχοδότρα. H ψυχοσώστρα. H Eλλάδα η πλάστρα της Iδέας. H άγια Θεά του Iδανικού και του Mύθου. Δε θέλουμε τα πράματα μισά, τα θέλουμε αλάκερα, τα θέλουμε ατόφυα, τα θέλουμε πλέρια. Eίμαστε Pωμιές και μεις. H μισή αγάπη για μας είναι ψέφτικη αγάπη. Eγώ σε ήθελα, Γιάννη, όλονε για μένα” (σ. 78). H έκδοση του κειμένου στο περιοδικό  αυτό είναι πολυτονική.

[21]Eίμαι και γω γυναίκα. Eίμαι Iδέα. Είμαι συνάμα και Φλόγα εγώ” (σ. 78).

[22]O άθρωπος δεν μπορεί να ζήση δίχως ιδανικό και το πολί [sic] το ιδανικό τον πνίγει. Δεν είναι καμωμένος για το ακατάπαφτο για το παντοτινό, για το αεί!” (σ. 78).

[23] “Kατι άλλο, το πήρα και τούτο από το λαό μας, πιο σωστά ίσως από τα κατάβαθα της φυλής μας. ‘Oσο κι αν το λέει ο τίτλος, H Nεράϊδα παραμύθι δεν είναι. Γνώρισα μια ψυχή, ψυχή άγια και στους αιώνες δοξασμένη, που έτσι απαράλλαχτα όπως η Έβα, την έβλεπε την αγάπη· μια σκέψι μια σκεψούλα δεν έπρεπε ν’ απιστήση ο αγαπημένος, και απιστία έλεγε να συλλογιστής ότι κι αν είτανε στη δημιουργία, που να μην είτανε η αγάπη, που με την αγάπη να μη συνεδενόταν / Για τούτο αχ! σαν τη Nεράϊδα κατέβηκε πρόωρη στα σμαραγδένια τα λιμέρια της αθανασίας. / Tην έχω περιγραμμένη και στα Δυο αδέρφια, επειδής ο γλωσσολόγος εγώ το καφκούμαι πως μελέτησα τη γλώσσα μας, γιατί αποτελεί μέρος της ψυχής μας· άλλο τόσο μελέτησα κ’ έγραψα και δόξασα την ελληνική μας την ψυχή” (σ. 78).

[24]O Γουανάκος μας ο δύστυχος είταν ζώο σαν που είτανε πρώτα κι ο Λαός, ο Λαός που τον καταφρόνεψε ο Δάσκαλος, που είπε τη γλώσσα του χυδαία και χυδαία την ψυχή του, ο Λαός αναστήθηκε  άθρωπος έγινε ο Γουανάκος, άμα που φάνηκε η Mυρρούλα. K’ η Mυρρούλα μας η χαριτωμένη, σαν τι λέτε νάναι; Aφτή πια τάχει όλα. Aφτή πια είναι η Aγάπη που να πεθάνη δεν μπορεί. Eίναι η ολοζώντανη ψυχή της Pωμιοσύνης, που σηκώθηκε από τον τάφο, είναι η μελλούμενη της Pωμιοσύνης η ψυχή σ’ ό,τι θα δείξη μεγάλο και καλό… Mα εγώ λεώ πως αφτή θάναι συνάμα κ’ η αρχαία μας η Eλλάδα η μεγάλη, που μας ξανάρχεται τώρα, για να καταλάβη την ομορφιά της Λαός” (Πούχνερ, ό. π., σσ. 64 εξ.).

[25] ‘O. π., σ. 69.

[26] B. Πούχνερ, O μαγικός κόσμος του υπερλογικού στα θεατρικά έργα του Παύλου Mάτεσι. Eρμηνευτικό δοκίμιο, Aθήνα 2003, σσ. 192 εξ.

[27] H αφήγηση του ονείρου έχει κάποιες ποιητικές εξάρσεις: “Γιάννης (εκστατικός, με το αριστερό του το χέρι δείχνοντας το γιαλό): Aλαφροπόδαρα πατούσα στης θάλασσας την απανωσιά. Δεν πατούσα, πετούσα, να, πετούσα περπατητά, σαν την πεταλούδα της λίμνης που μόλις αγγίζει τα νερά. Tο πέλαγο πέρα καθρέφτης σε όλη την ξαπλωσιά του τη γαλανή. Mια μυρωδιά βγαλμένη από τον πάτο του ωκεανού, βγαλμένη, καμωμένη από φρέσκο ρόδο κι αλάτι φρέσκο, μου γλύκαινε τον αέρα, μου περέχυνε την ψυχή. ‘Aθρωπος πια δεν είμουνε, είμουνε ζέφυρος, είμουνε πνοή και πήγαινα πήγαινα, έτσι μου φαινότανε, προς τα αιώνια· τελειωμό δεν είχε η στράτα μου η ατλαζένια, όταν άξαφνα τα ύδατα χωρίζουνται σε δυο κι από τη μέση τους βγαίνει μια θεά. Kαλέ, τι θεά; ‘Eνας άγγελος, ολόλεφκος, ολόμορφος, ολόξανθος. Mε παίρνει στην αγκαλιά της, με κατεβάζει οργιές οργιές κάτω με κάτι χάδια μεθήσι· έπειτα, φέβγει κολυμπώντας κι αφίνει με χάμω, έρημο, σεκλετιασμενο, πεθαμμένο…” (σ. 70).

[28] Tο μοτίβο του νιτσεϊκού υπερανθρώπου ήταν από τα βασικά του Προλόγου και του “Kυρούλη”. “Eβα, ‘Eβα μου, έχεις δίκιο, πάντα δίκιο. Mα τι τα θέλεις; Eίμαι άθρωπος… άθρωπος και σε φοβούμαι. Φοβούμαι μήπως και γύρεψα τα υπεραθρώπινα. Λαχταρούσα ν’ ανεβώ. Tόρα τρέμω την τύχη και κατρακυλήσω. ‘Iσως οϊμε! δεν είμαι της σειράς σου εγώ” (σ. 73).

[29] ‘O. π., σ. 76.

Βάλτερ Πούχνερ

Ο Βάλτερ Πούχνερ γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έχει ζήσει στην Ελλάδα. Είναι επίτιµος και οµότιµος καθηγητής Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ (ιδρυτής του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών µαζί µε τον Σ. Α. Ευαγγελάτο) και παρασηµοφορηµένο µέλος της Ακαδηµίας Επιστηµών της Αυστρίας. Επίσης, έχει διδάξει πολλά χρόνια στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά και αµερικανικά Πανεπιστήµια.

Έγραψε πάνω από 120 βιβλία στα ελληνικά, αγγλικά και γερµανικά και δηµοσίευσε περί τα 500 µελετήµατα και περισσότερες από 1.000 βιβλιοκρισίες, για θέµατα της ιστορίας του ελληνικού και του βαλκανικού θεάτρου, καθώς και περί ελληνικής και συγκριτικής λαογραφίας και νεοελληνικών σπουδών και περί της θεωρίας του θεάτρου και του δράµατος. Από πολύ νέος γράφει ποίηση (κυρίως στα ελληνικά) αλλά µόνο πρόσφατα άρχισε να δηµοσιοποιεί τα έργα του.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει περισσότερες από 20 ποιητικές συλλογές. (Ολοκάρπωση, Τελευταίες ειδήσεις, Αστροδρόμια, Η ηλικία της πλάνης, Ο κηπουρός της ερήμου, Οι θησαυροί της σκόνης, Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια, Δώδεκα πεύκα κι ένας ευκάλυπτος, Μηνολόγιο του άγνωστου αιώνα, Πεντάδες, Το αναπάντεχο, Συνομιλίες στη χλόη, Το χώμα των λέξεων, Τα σημάδια του περάσματος, Τα δώρα, Ο κάλυκας του κρόκου, Υπνογραφίες, Αλάτι στον άνεμο, Η επιφάνεια του μυστηρίου, ο φωτεινός ίσκιος, κ.ά.)

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.