Αρχοντούλα Διαβάτη: δυο ποιήματα
ΜΟΝΗ ΣΠΙΤΙ Ξυπνάω τη νύχτα ξαφνικά Κι όσο αραδιάζω ονόματα καλώντας Και τ’ όνομά σου τελευταίο, Σαν έναν κωδικό ασφαλή επιτέλους Που ανοίγει πόρτες, Κανείς. Δεν είσαι εδώ. Μετοίκησες…
ΜΟΝΗ ΣΠΙΤΙ Ξυπνάω τη νύχτα ξαφνικά Κι όσο αραδιάζω ονόματα καλώντας Και τ’ όνομά σου τελευταίο, Σαν έναν κωδικό ασφαλή επιτέλους Που ανοίγει πόρτες, Κανείς. Δεν είσαι εδώ. Μετοίκησες…
1. Άκου. Πέρα να ξεψυχάει μια βροχή Το φεγγάρι μονοκοντυλιά Θεού Μια θάλασσα να μας κοιτάζει Θυμίαμα η ανάσα της Να λαμπυρίζουν δυο ψυχές Ν' ανηφορίζουν Κάποιοι να τρεκλίζουμε Γυμνοί…
Στην κλειστή οικογενειοκρατία, αυτόκλητοι πρεσβευτές με κληρονομιά και χρίσμα, ξεφυλλίζουν το μέλλον τους με απαντοχές και προφητείες, βεβαιώνουν το αύριο με σχεδιασμούς και επινοήσεις, προλαβαίνουν ασύμμετρες δοκιμές και σκόπιμες συντάξεις…
Την σκότωσαν Το σώμα της, ξέχειλη λήκυθος, συγκολλημένη, που τους ξεδίψαγε νυχθημερόν. Όταν ξεδιάλεγαν τα θραύσματα, θυμήθηκαν πως χρόνια οι ραγισιές αιμορραγούσαν. Η λήθη του αναθέματος…
Δύσθυμο καλοκαίρι ο χρόνος νεκρώνει στα διψασμένα χνώτα στις πετρόκτιστες σκεπές χωριών ξεχασμένων σε ζωντανές αναμνήσεις μιας παρακμής που συνεχίζει η υποκρισία της επίπλαστης χαράς στα πλοία που μεταφέρουν το…
Ξεκινήσαμε όπως συμβούλεψε ο μηχανικός απ’ το υπόγειο για τη στατικότητα πάνω απ’ όλα και για αποθηκευτικό χώρο Πάνω του οικοδομήσαμε με ζήλο τον όροφο της ψυχής μας Έμεινε το…
Ι Σήμερα το πρωί φυτέψαμε τη μάνα μου, μάρμαρο δε βάλαμε, σκέτο χώμα ρίξαμε από πάνω της και λίγα βότσαλα γύρω γύρω, να την ποτίζει η βροχή, να πεταχτούν από…
Το σπίτι σιωπηλό διαπλέει τη νύχτα. Κυλάει στα νερά της μνήμης σπρωγμένο από τη βαθιά βουή των δέντρων. Κορμοί, κλαδιά κι ένας ψίθυρος μες στα βογγητά τους. Ακούς; σου λέει.…
Πώς να τρυγήσω την καρδιά σου; Πάντα με τη στολή του μελισσοκόμου; Αδιαπέραστη! Κι αυτή η μάσκα από τούλι οδηγεί με μαεστρία στη σύγχυση. Οι φράσεις με επικίνδυνα ακροβατικά αναζητούν…
Η γυναίκα και το κρασί Η γυναίκα χωμένη κάτω από τη λάμπα ώρα προσπαθεί να περάσει την κλωστή πετάει το βελόνι με θυμό αρπάζει απ’ το ντουλάπι τη φιάλη…
Περνάω πάλι απ' το νησί σου Χαμένη αγάπη, Μερα που τελείωσε, πριν φτάσει το σούρουπο. Η αύρα σου δε μπόρεσε να με δροσίσει. Σπαρμένα τα λιοδεντρα σου, στο άγριο τοπίο…
Τη νύχτα εκείνη της Πεντηκοστής κάτι ξεκίνησε μέσα από τις στάχτες, ζωή σάλεψε μέσα από θάνατο τυραννικό. Πρώτα ένα φίδι, που χωρίς πουκάμισο, φίδι κατάμαυρο, με τις λεπίδες του…