You are currently viewing Χρ. Δ. Αντωνίου:   Απόλλων: Μια δυσερμήνευτη αντίφαση—Πρόσκληση για διάλογο.

Χρ. Δ. Αντωνίου:  Απόλλων: Μια δυσερμήνευτη αντίφαση—Πρόσκληση για διάλογο.

Η δημιουργία και η σταδιακή καθιέρωση του ολυμπιακού δωδεκάθεου πραγματοποιήθηκε, απ’ όσο ξέρουμε, κατά την μεταμυκηναϊκή εποχή, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες αυτής της διαδικασίας. Εικάζεται ότι ξεκίνησε κατά τους πρωτογεωμετρικούς χρόνους και συνεχίστηκε μέχρι την αρχαϊκή εποχή, δηλαδή από τον 10ο έως και τον 6ο αι. π.Χ. Η πρώτη βέβαια συστηματική σχηματοποίηση  της αρχαίας ελληνικής θρησκείας αποδίδεται στους δυο μεγάλους επικούς ποιητές της αρχαιότητας, τον Όμηρο και τον Ησίοδο, ενώ η οριστική σχηματοποίηση των θεών του Ολύμπου σε δώδεκα συγκεκριμένες θεότητες θα πρέπει να έγινε με πρότυπο το δωδεκάθεο σύστημα των αρχαίων Χετταίων, που κατοικούσαν στη κεντρική Μικρά Ασία.

Από πολύ νωρίς βέβαια κατά τη Μυκηναϊκή εποχή είχαν δημιουργηθεί πάμπολλες θεότητες, μεγαλύτερες και μικρότερες, τα ονόματα των οποίων μας αποκάλυψαν κείμενα της Γραμμικής Β’ γραφής σε διάφορα μυκηναϊκά ανάκτορα, όπως των Μυκηνών, της Πύλου, των Θηβών, της Κνωσσού κ.ά. Κάποιες απ’ αυτές τις θεότητες ξεχώρισαν και διατηρήθηκαν και στην πρώτη χιλιετία π.Χ., για να αποτελέσουν το γνωστό δωδεκάθεο του Ολύμπου που δεν ήταν ακριβώς δωδεκάθεο, γιατί σιγά σιγά αναδείχτηκαν κι άλλες θεότητες ως μεγάλες. Δίπλα λοιπόν στους ευθύς εξαρχής μεγάλους θεούς, όπως ήταν ο Ζευς, η Ήρα, η Αθηνά, ο Άρης, ο Ερμής κ.ά., ήρθαν σταδιακά με τον καιρό να προστεθούν καινούργιοι θεοί, όπως ο Διόνυσος, η Αφροδίτη, η Άρτεμις, ο Απόλλωνας κ.ά. Πότε έγιναν σημαντικές θεότητες και πότε πήραν τη θέση τους στο Δωδεκάθεο δεν μας είναι ακριβώς γνωστό. Η αρχαιοελληνική μυθολογία δίνει πάμπολλες εκδοχές που ωστόσο δεν μπορούν να αποτελέσουν βέβαια δεδομένα. Όπως όμως εύκολα καταλαβαίνει κανείς το θέμα προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον των μελετητών της αρχαιοελληνικής θρησκείας και ευρύτερα των θρησκειών του χώρου που εκτείνεται από τη μια και την άλλη πλευρά του Αιγαίου Πελάγους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την καθιέρωσή του ως πολύ σημαντικής θεότητας στον κεντρικό ελλαδικό χώρο παρουσιάζει ο θεός Απόλλωνας. Είναι δηλαδή αξιοπερίεργο το γεγονός ότι μέσα στην ομηρική Ιλιάδα (8ος αι. π.Χ.) τάσσεται ξεκάθαρα στο πλευρό των Τρώων και αναφανδόν ενάντια στους Αχαιούς (Πανέλληνες), ενώ λίγα χρόνια μετά το έπος, σχεδόν παράλληλα μ’ αυτό, εγκαθίσταται θριαμβευτικά στον ευρύτερο ελληνικό γεωγραφικό χώρο και ειδικότερα στους Δελφούς. Πράγματι, στην πρώτη κιόλας ραψωδία ο Απόλλωνας εμφανίζεται τρομερά θυμωμένος με τους Αχαιούς, γιατί χωρίς κανένα σεβασμό στο πρόσωπό του  άρπαξαν ως λάφυρο πολέμου την ιέρειά του Χρυσηΐδα διαπράττοντας έτσι σοβαρή ύβρη. Κι όταν ο Αγαμέμνονας αρνήθηκε με αλαζονεία και με σκληρότητα να επιστρέψει στον ιερέα Χρύση  την κόρη του, ως αντίποινα ο θεός ρίχνει, ύστερα από θερμή παράκληση του Χρύση, καταστρεπτικό λοιμό στο ελληνικό στρατόπεδο. Η οργή του Απόλλωνα γίνεται και η αιτία της οργής του Αχιλλέα με όλες τις αρνητικές συνέπειες για τους Αχαιούς.

Κι όμως ο εχθρικός προς τους Πανέλληνες ομηρικός Απόλλων πολύ σύντομα διασχίζει το Αιγαίο Πέλαγος και, σύμφωνα με τον ομηρικό Ύμνον εις Απόλλωνα (στ. 265-294), ο οποίος είναι ο ιδρυτικός μύθος του μαντείου των Δελφών, χτίζει Ναό στους Δελφούς και αναλαμβάνει την πρωτοκαθεδρία του ομώνυμου Μαντείου, το οποίο πολύ νωρίς, αρχές κιόλας του 7ου π.Χ. αι., αρχίζει να χρησμοδοτεί. Εμφανίζεται πλέον ο θεός με φιλική και προστατευτική διάθεση προς τους Έλληνες.  Πρωτοστατεί μάλιστα καθοδηγώντας τους στην εξόρμησή τους από τις μητροπόλεις προς τις ακτές της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Αναδεικνύεται έτσι Αρχηγέτης και προστάτης των Ελλήνων-αποίκων και ακόμη εγγυητής της ελληνικότητας τόσο της αποστολής όσο και της εγκατάστασής τους στις αποικίες.

Έτσι, ολοκληρώνεται η μεταστροφή του θεού Απόλλωνα από εχθρικό σε έναν από τους πλέον προσφιλείς θεούς του ελληνικού δωδεκάθεου. Πρόκειται για έναν επήλυδα θεό στον κεντρικό κορμό του ελληνικού χώρου ο οποίος γρήγορα αφομοιώθηκε, αγαπήθηκε και αναδείχτηκε σε ύψιστο θεό, όχι μόνο ισότιμο των άλλων θεών του Ολύμπου αλλά και σε θεό που τιμήθηκε από τους Έλληνες περισσότερο από άλλους σημαντικούς θεούς. Τα ονόματα που του έδωσαν είναι πάμπολλα και σχετίζονται με την καταγωγή του (Λύκιος, γιατί καταγόταν από τη Λυκία της Μικράς Ασίας), τη μαντική του ικανότητα (Λοξίας, γιατί έδινε λοξούς, αμφίσημους χρησμούς), την πολεμική του τέχνη (Αργυρότοξος), τις θεραπευτικές του ιδιότητες, (Ιατρομάντις), τη μουσική του τέχνη (Κιθαρωδός, Μουσαγέτας), τη λαμπρότητά του (Φοίβος) κ.ά. Θεωρήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, θεός του φωτός, της μουσικής, προστάτης των τεχνών, του πολιτισμού και του πνεύματος.

Η μυθολογία γύρω από τον θεό είναι απέραντη κι ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει στην υπάρχουσα βιβλιογραφία γενικές και ειδικές πληροφορίες. Το θέμα όμως εδώ είναι πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε την σε ελάχιστο χρονικό διάστημα μεταστροφή του από εχθρός των Ελλήνων σε φίλο τους. Πιο συγκεκριμένα: πώς να εξηγήσουμε το γεγονός ότι ο Όμηρος στην Ιλιάδα (8ος αι. πΧ.) παρουσιάζει τον Απόλλωνα ως ένα θεό εντελώς ξένο και εχθρικό σε ολόκληρο το έπος απέναντι στο ελληνικό στράτευμα και συγχρόνως να υπάρχει η παραδοχή ότι η εδραίωσή του στον κεντρικό ελλαδικό χώρο έγινε στον ίδιο αιώνα που γράφτηκε η Ιλιάδα;;  Για μια τέτοια μεταστροφή είναι λογικό να απαιτείται η μεσολάβηση πολύ μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος. Το πρόβλημα οξύνεται ακόμη περισσότερο αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο Όμηρος δείχνει μέσα στο έργο του ότι γνώριζε καλά το φημισμένο μαντείο των Δελφών με το προγενέστερο όμως όνομά του, δηλαδή ως Πυθώ («του μακροβόλου Απόλλωνος, στην πετρωτήν Πυθώνα», Ιλιάδα, ι, στ. 405, μετάφρ. Ι. Πολυλά).  Με άλλα λόγια, πώς είναι δυνατόν ο Όμηρος, ενώ γνώριζε ότι ο Απόλλων είναι εγκατεστημένος στους Δελφούς, να τον παρουσιάζει ως εχθρό των Ελλήνων;;

Μήπως, για να αμβλύνουμε το πρόβλημα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ομηρική αναφορά στην Πυθώ αποτελεί μια μεταγενέστερη προσθήκη εκ μέρους κάποιου αγνώστου αοιδού;; Μήπως ακόμη τα εμπεδωμένα επιστημονικώς χρονολογικά όρια γραφής της Ιλιάδας πρέπει να μετακινηθούν σε παλαιότερη εποχή, ώστε ανάμεσα στις δύο εκφάνσεις του θεού, την εχθρική και τη φιλική, να υπάρξουν μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα για να είναι ευκολότερη η δικαιολόγηση της μεταστροφής του θεού;; Μήπως πάλι ο Όμηρος διατηρεί στην Ιλιάδα του παλαιότερες μνήμες και παραδόσεις από ποιητικές αφηγήσεις διαφόρων «προ-Ιλιάδων»;; Μήπως, τέλος, η έλευση του Φοίβου-Απόλλωνα, του θεού του φωτός, στον κεντρικό κορμό του ελληνισμού έγινε δυναμικά και γρήγορα κάτω από την ανάγκη της εξόδου των Ελλήνων από το πλαίσιο των «σκοτεινών αιώνων» που αρχίζουν από το τέλος της μυκηναϊκής εποχής και εκτείνονται μέχρι τον 8ο αι. π.Χ , και λίγο νωρίτερα ίσως;;

Η αντίφαση είναι δυσερμήνευτη. Οι απαντήσεις είναι δύσκολες αλλά η συζήτηση είναι πάντοτε απαραίτητη. Όσοι λοιπόν πιστοί  προσέλθετε στον διάλογο σχετικά με το πρόβλημα που εκτέθηκε παραπάνω. ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ ΘΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΤΗΛΗ ΜΟΥ «ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΗ».

 

 

 

 

 

 

Χρήστος Αντωνίου

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ είναι δρ. Φιλολογίας και το διδακτορικό του εξετάζει τη «λαϊκή παράδοση» στο έργο του Γιώργου Σεφέρη, η ποίηση του οποίου τον απασχολεί και σε επόμενα βιβλία και άρθρα. Υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, χρημάτισε Διευθυντής Λυκείου και Σχολικός Σύμβουλος φιλολόγων στην Αθήνα, δίδαξε στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Βρυξελών και στην Ακαδημία Λαμίας, σε επιμορφούμενους δασκάλους. Υπήρξε μέλος τριών Δ.Σ της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, και συνεργάζεται με πολλά περιοδικά.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.