Άλλοι αντ’ άλλων
Ήταν αρχές Μάη. Μαινόταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Και είχε έρθει η σειρά τού Νόρμαν να περάσει από την επιτροπή στρατολογίας. Έκαναν οι πάντες τα πάντα τότε για να τους απορρίψουν στον στρατό και να αποφύγουν τις ζούγκλες εκείνου του πολέμου. Κάποιοι το έπαιζαν τρελοί. Κάποιοι κουφοί. Ένας μού είχε δείξει το τατουάζ που είχε κάνει στην εξωτερική πλευρά της παλάμης του δεξιού του χεριού που έλεγε FUCK YOU! Έτσι, όποτε θα χαιρετούσε στρατιωτικά, ο ανώτερος του θα έβλεπε κάθε φορά αυτή την προσβλητική φράση, που εκ των πραγμάτων απευθυνόταν σε αυτόν. Κι έτσι εκείνος γλύτωσε τη στρατολόγηση. Ο φίλος μου ο Νόρμαν, όμως, είχε σκαρώσει κάτι άλλο. Παραμονή του ραντεβού με τους στρατιωτικούς, θα άρχιζε να καπνίζει «χόρτο», να πίνει αλκοόλ, να παίρνει όποιο χαπάκι μπορούσε να προμηθευτεί στο πανεπιστήμιο και αλλού, και θα έκανε και ένα πάρτυ τρικούβερτο, διαρκείας, μέχρι πρωίας, μέχρι τότε δηλαδή που θα περνούσε από την ιατρική εξέταση του στρατού. Έτσι ώστε να εμφανιστεί αλλοπρόσαλλος στους εξεταστές και να τον διώξουν στο πι και φι. Και το πάρτυ θα άρχιζε με μια συναυλία τού γνωστού Αγγλικού συγκροτήματος ροκ JethroTull, που μόλις είχε κυκλοφορήσει το μεγάλο του δίσκο “Aqua lung”. Η συναυλία θα γινόταν στο περίφημο θέατρο Φίλμορ Ηστ, χαμηλά στη Δεύτερη Λεωφόρο του Μανχάτταν. Εκεί όπου τα τρία τελευταία χρόνια είχαν εμφανιστεί όλοι οι θεοί και οι ημίθεοι του ροκ. Συγκροτήματα όπως οι Doors, Grateful Dead, Jefferson Airplane, Credence Clear water Revival, The Who, Pink Floyd, Led Zeppelin, καθώς και η Τζάνις Τζόπλιν,και ο Τζίμι Χέντριξ.
Ο Νόρμαν ήταν λάτρης τού Τζίμι Χέντριξ και τον είχε δει εκεί την προηγούμενη χρονιά. Αλλά ο Τζίμι Χέντριξ είχε πεθάνει τώρα. Και πηγαίνοντας σε αυτή τη συναυλία ήταν για τον Νόρμαν φόρος τιμής και παρηγοριά. Γιατί πίστευε ότι το πνεύμα του Χέντριξ θα κυκλοφορούσε μέσα εκεί, στα κύματα της μουσικής και στα σύννεφα τού καπνού από τους μπάφους τού κοινού… Και για να φουντώσει το γλέντι εκείνη τη βραδιά ακόμα πιο πολύ κάλεσε και τον φίλο του τον Κρις, έναν πρόσφατο μετανάστη από την Τρίπολη. Τον Κρις τον είχα παρακολουθήσει, ένα καλοκαίρι, να αγωνίζεται ως έφηβος πρωταθλητής μεσαίων αποστάσεων στο στάδιο τής πόλης του, και η τύχη το έφερε να γνωριστούμε, μέσω του Νόρμαν, στην Αμερική! Είχαν καλέσει στη συναυλία και δυο κορίτσια από τη γειτονιά τους, στο Μπρούκλιν, και ο Νόρμαν είχε κεράσει όλων τα εισιτήρια. Μια ώρα, όμως, πριν τη συναυλία το ζευγάρι εμφανίστηκε φάντης μπαστούνι στο δικό μας διαμέρισμα. Το ζευγάρι Νόρμαν και Κρις, δηλαδή, χωρίς τα δυο κορίτσια… Οι μπαμπάδες των κοριτσιών, λέει, ήταν πολύ αυστηροί και δεν τους επέτρεψαν να κάνουν αυτού του είδους την έξοδο. Κι έτσι του Νόρμαν του έμειναν τα δυο εισιτήρια. «Άντε σας έφεξε απόψε», είπε ο Νόρμαν σε μένα και τον συγκάτοικο μου σαν μπήκε στο διαμέρισμα. Άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε: «Μάγκες,ντυθείτε αμέσως τσαχπίνικα, και φύγαμε!»

Και, όντως, φύγαμε, και μπήκαμε μέσα σε εκείνο το σύννεφο όπου έστεκε στο ένα πόδι και έπαιζε το φλάουτο ο Ίαν Άντερσον, και οι άλλοι χτυπούσαν ζωηρά το πιάνο, τις κιθάρες τους, και τα ντραμς, σαν για να ταράξουν τα νερά μιας λίμνης και να σχηματίσουν κύματα. Τα κύματα που είχαν γίνει όλα εκείνα τα νεανικά σώματα, ντυμένα αραχνοΰφαντα φορέματα και πουκάμισα, ξεκινούσαν από το πίσω της αίθουσας και έφταναν μέχρι μπροστά-μπροστά, κάτω από τη σκηνή, σε μια κίνηση αέναη, και αισθησιακή, με τις κυματιστές κάμψεις των κορμιών, μπρος, πίσω, μπρος, πίσω, μπρος, πίσω… Κι έτσι άρχισε να μπαίνει η νύχτα στη μέρα, και η νύχτα πιο βαθιά στη νύχτα, και ύστερα… και ύστερα… Κατόπιν, για δυο πράγματα μόνο ήμουν απολύτως σίγουρος. Ότι τον επόμενο μήνα από εκείνη τη συναυλία, στο τέλος Ιουνίου του 1971, το Φίλμορ Ηστ έκλεισε μια για πάντα και πέρασε στην Ιστορία του ροκ. Και, επίσης, ότι ο φίλος μας ο Νόρμαν δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο Βιετνάμ. Δεν τον κατάπιε και αυτόν εκείνος ο φριχτός πόλεμος.
