You are currently viewing Δέσποινα  Καϊτατζή-Χουλιούμη: Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, Νουβέλα, Εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2023, σ. 104

Δέσποινα  Καϊτατζή-Χουλιούμη: Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, Νουβέλα, Εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2023, σ. 104

 

                           «Περιπλάνηση στα μυστήρια της ζωής »

 

Η Διώνη Δημητριάδη παρουσιάζει τη νουβέλα της με τίτλο «Θηρίο ή Θεός» (2023), ένα καλαίσθητο βιβλίο των Εκδόσεων ΑΩ, το εξώφυλλο αλλά και σελίδες του οποίου κοσμούνται από εικαστικά έργα της Φωτεινής Χαμιδιελή.

Ήρωας της νουβέλας «Θηρίο ή Θεός» είναι ο εσωστρεφής Ευγένιος που συνδιαλέγεται με τον μοναδικό φίλο του, τον Γεράσιμο, αλλά πρωτίστως με τον εαυτό του. Το βιβλίο αποτελείται από δοκιμιακά και πρωτοπρόσωπα ή τριτοπρόσωπα αφηγηματικά κείμενα, ημερολογιακές καταγραφές και παλαιότερα κείμενα που χαρακτηρίζονται από λεκτική και νοηματική πύκνωση και βαθύ στοχασμό, το οποίο ολοκληρώνεται με τις σημειώσεις του Γεράσιμου. Ο ήρωας αποτελεί το alter ego της συγγραφέα, ενώ ο συνομιλητής του θα μπορούσε να παραβληθεί με έναν νοερό αναγνώστη. Η δράση εξελίσσεται κυρίως σε εσωτερικά πεδία του νου και του στοχασμού. Έξω συμβαίνουν ελάχιστα, ενώ στα εσωτερικά πεδία του νου και της καρδιάς κραυγάζουν τα αρχέγονα αναπάντητα ερωτήματα, όπως και ηθικά προστάγματα. Η μάχη του ανθρώπου με τον Θεό, με το θηρίο γύρω του, και κυρίως, κυρίως με το θηρίο μέσα του.

Η νουβέλα πραγματεύεται το ένστικτο θανάτου που φέρει μέσα του ο άνθρωπος, τον προσωπικό του “Λύκο” για το οποίο διερωτάται: «Πόσο δυνατό, λοιπόν, αυτό το ένστικτο, το καταχωνιασμένο μέσα μου; Μπορεί να βγαίνει στην επιφάνεια κάθε που ο προσωπικός μου “λύκος”, θεός και δαίμονας μαζί, ξυπνάει από τον επιβεβλημένο λήθαργο;» (σ. 8). Γνωρίζουμε ότι ο λύκος ως σύμβολο, όπως και τα αναπάντητα ερωτήματα απασχόλησαν τη Δημητριάδου και στις προηγούμενες γραφές της[1].  Η αγωνία του ανθρώπου να ορίσει τη ζωή του, να οριοθετήσει και ή δυνατόν να βρει την αλήθεια του, να πετύχει ισορροπία, να μη κατακρημνιστεί γαντζωμένος από “λέξεις απόκρημνες[2]”, καθώς το στήθος πλαντάζει από αγωνία και τα ερωτήματα χτυπούν κατακέφαλα: «Και, αν ναι, τότε πού με οδηγεί, σε ποιο χάος, σε ποιο γκρεμό;» (σ. 8). Κυριαρχεί η επιθυμία και η ανάγκη του ανθρώπου να ελέγξει τη μοίρα του και να επιβάλει τη βούλησή του εισπράττοντας νόημα ή επιλέγοντας το χαμό του, καθώς η απραξία και το τέλμα γεννούν αφοριστικές και απόλυτες σκέψεις όπως: «Αν κάτι δεν γεννά ζωή, ζωή ας μη λογίζεται.» (σ. 9), ενώ μπρος στη δυσκολία για δράση για κάποιο πλησίασμα διερωτάται αν η φαντασία είναι πιο ενδιαφέρουσα από την πραγματικότητα: «Πού ξέρεις, μπορεί η φαντασία να είναι πιο ενδιαφέρουσα από την πραγματικότητα» (σ. 17).

Ο ήρωας Ευγένιος, ο οποίος βρίσκεται σε συνθήκη ψυχικής κρίσης και σε απόλυτη μοναξιά που αγγίζει τα όρια της απόσυρσης, καταβυθίζεται στα μεγάλα ερωτήματα προσπαθώντας να βρει κάποια διέξοδο στο τέλμα που τον ταλανίζει. Ο μόνος συνομιλητής του, ο φίλος του Γεράσιμος  θεωρεί ότι έχει ξεχάσει τον εαυτό του και του λέει: «Η ανοχή προς τον άλλον είναι που σου λείπει, αυτή η απροσδιόριστη, αλλά και τόσο σημαντική, πρόσκληση προς τον άλλο.» (σ. 24).

Στις πλούσιες διακειμενικές αναφορές της η συγγραφέας συνομιλεί με πολλούς λογοτέχνες και αρχετυπικές μορφές της αρχαιοελληνικής γραμματείας όπως τον Όμηρο, τον Ελύτη, τον Παπαδιαμάντη, κλπ, ενώ θέτει σε εξέχουσα θέση τον Σοφοκλή με τον Οιδίποδα να εκπροσωπεί τον μοιραίο και τραγικό άνθρωπο ο οποίος με ακριβό τίμημα προσπαθεί ο ίδιος του να διαγράψει την πορεία του και το τέλος του. Στο 2ο δοκιμιακό σχεδίασμα (σ.σ. 18-21) ο Οιδίποδας πορεύεται αναπόδραστα προς τη γνώση της αλήθειας που είναι ικανή να τον οδηγήσει στο χαμό, Στο 4ο δοκιμιακό σχεδίασμα (σ.σ.  61-63) μιλά για την προκαθορισμένη δύναμη της μοίρας και διερωτάται αν ο σοφός άνθρωπος, ο Οιδίποδας είναι ευτυχής στη γνώση ή στη άγνοια, ενώ στο 5ο δοκιμιακό σχεδίασμα  γράφει «Σε όλα η απάντηση είναι ο Άνθρωπος!» (σ. 75) παραπέμποντας στη ρήση του Αντρέ Μπρετόν και επισημαίνοντας την επιλογή της αυτοτιμωρίας του Ελεύθερου Ανθρώπου να αφαιρέσει το όργανο της απατηλής γνώσης του.

Ο ήρωας στην προσπάθειά του να διαχειριστεί το άγχος θανάτου συνομιλεί με τον Γιώργο Σεφέρη, «η υψηλότερη μορφή άνοιξης είναι μια ελληνική μεγάλη εβδομάδα.[3]» (σ. 31),  και τις θεολογικές υπερβατικές αναπαραστάσεις του θανάτου σε αναστάσιμη έκβαση και αναγέννηση σκιαγραφώντας  τον διακαή πόθο του θνητού ανθρώπου για αιωνιότητα. Στη μοναχική πορεία  και αναπόφευκτα την μοναξιά του αναφέρεται στη θεωρητική διένεξη των Σατρ και Γκαρωντί για το αν: «Κόλαση είναι, τελικά, οι άλλοι ή μήπως η απουσία των άλλων;» (σ. 26), ενώ προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι τον ίδιον δεν τον απασχολεί το ερώτημα, αντιπαραβάλλοντας σαν μηχανισμό άμυνας τη σχέση του ατόμου με τα αντικείμενα. Μιλώντας για την αμφιθυμία, δηλαδή την συνύπαρξη και εναλλαγή των συναισθημάτων αγάπης και φόβου ή ακόμη και μίσους αναφέρεται στον Καρυωτάκη διερωτώμενος αν η καταφυγή μπορεί να είναι ζωή για να καταλήξει να ισχυριστεί: «Ναι! Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε[4]» (σ. 35).

Η συγγραφέας πραγματεύεται το θέμα της τέχνης ως αναπαράσταση της ζωής ή ως καταφυγή σε μια άλλη το ίδιο πραγματική ζωή. Την απασχολεί επίσης η τέχνη της φωτογραφίας και η σχέση ανάμεσα στο φωτογράφο και τον ηθοποιό, (σ. 33-35), και εστιάζει στις δισδιάστατες με τα σαφή χρωματικά όρια αγιογραφίες και την επιθυμία να αποδοθεί με μοναδικό τρόπο το «μέσα φως» χωρίς τη συμμετοχή του περιβάλλοντος κόσμου, (σ. 64).

Απέναντι στο άγχος θανάτου και τους στοχασμούς για τον θάνατο, στην ανυπαρξία και το επέκεινα, η Δημητριάδου αντιπαραθέτει τη μνήμη. Γράφει: «Η μνήμη, αυτή είναι που διασώζεται, αυτή που τελικά διεκδικεί ένα κομμάτι αθανασίας, όταν όλες οι ελπίδες της αιωνιότητας διαψεύδονται. Προσωπική, άλλωστε, υπόθεση η συνέχεια, η ελπίδα μιας πορείας από τη ζωή σε μια μη-ζωή, ζωή κι αυτή όμως ας λογίζεται, όταν καταπέσουν όλες οι θεωρίες, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές, για τη διατήρηση μιας κάποιας ουσίας. Όταν αυτή η μνήμη εκλείψει, τότε καταργείται οριστικά η ανθρώπινη υπόσταση, κάποιος είναι σαν να μην έζησε, αφού τίποτε δεν τον θυμίζει και κανείς δεν τον θυμάται.» (σσ. 27-28). Αντιπαραθέτει επίσης την καταφυγή και στροφή προς τα πίσω στην πρώτη παιδική ηλικία.

Η Δημητριάδου με το βιβλίο της «Θηρίο ή Θεός» καταθέτει βαθύ στοχασμό σχετικά με την αναζήτηση των ορίων του ατόμου, την ελεύθερη βούλησή του, την ικανότητα εγγύτητα ή την απόσταση με τον άλλον, την κοινωνική του υπόσταση και την είσπραξη νοήματος, ενώ αναμοχλεύει τα αναπάντητα υπαρξιακά ερωτήματα και σκιαγραφεί την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου που αναζητά συμφιλίωση με την περατότητα και τον θάνατο.  Βεβαίως τα μεγάλα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και το Μέγα αίνιγμα παραμένει αίνιγμα. Συμπερασματικά παραθέτει το στίχο «η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίνεται[5]» χαρακτηρίζοντάς τον Ελύτη ως «ο άλλος περιπλανώμενος στα μυστήρια της ζωής» (σ. 64). Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως η νουβέλα «Θηρίο ή Θεός» της Δημητριάδου αφορά σε μια περιπλάνηση στα μυστήρια της ζωής.

[1]             Διώνη Δημητριάδου «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή» (εκδ. ΑΩ 2021).   

[2]             Διώνη Δημητριάδου «Λέξεις απόκρημνες» (Μικρές Εκδόσεις  2017).      

[3]             Γιώργος Σεφέρης (Δοκιμές Β’, 1994)          

[4]             «[Είμαστε κάτι…] »: Κώστας Καρυωτάκης, Ελεγεία και Σάτιρες, 1927      

[5]          «Ρήμα το Σκοτεινόν»: Οδυσσέας Ελύτης, Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, εκδόσεις Ίκαρος, 1991.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.