You are currently viewing Ελένη Καρασαββίδου: Τσαρλς Μπουκόφσκι,  Ο άνθρωπος που ήθελε να κάνει το χαρτί να ουρλιάξει

Ελένη Καρασαββίδου: Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ο άνθρωπος που ήθελε να κάνει το χαρτί να ουρλιάξει

Έλεγε πώς ήθελε να κάνει το χαρτί να ουρλιάξει. ‘Γράφω για να μην τρελαθώ, για να δω αν το επόμενο εικοσιτετράωρο θα επιζώ, για να δω αν μπορώ να μιλάω στα ίσα και να τα βάζω πάνω σε μια κόλλα χαρτί ή αν κάνω απλώς λογοτεχνία. Δεν γράφω για να σώσω τον κόσμο, γράφω για να σώσω τον εαυτό μου.’

Ο άνθρωπος που προσπαθούσε να σώσει τον εαυτό του μέσα από την γραφή αναδείχθηκε, για τους Σαρτ και Ζενέ τουλάχιστον, στον  μεγαλύτερο ποιητή της Αμερικής, ένας ‘δαφνοστεφανωμένος υμνητής της Αμερικάνικης χαμοζωής’ που έτρωγε τις σάρκες του για να μην ταΐσει τις ονειρώξεις των πολλών και των βολεμένων άλλων.

Γεννημένος στις 16 τ’ Αυγούστου του 1920 στο Άντερναχ, μια κωμόπολη της Γερμανίας, από πατέρα Αμερικανό πολωνικής καταγωγής και μητέρα Γερμανίδα που γνωρίστηκαν στην διάρκεια του Α ΠΠ, αλλά μεγαλωμένος από δυο χρονών στο αγαπημένο του Λος Άντζελες όπου ο πατέρας του κατάφερνε να αντιμετωπίσει την μεγάλη οικονομική κρίση, ο Τσαρλς Μπουκόβσκι γνώρισε την ενδοοικογενειακή κακοποίηση από τα παιδικάτα του και την κοινωνική απόρριψη λόγω της ιδιαίτερης, ‘ασύμμετρης΄ εμφάνισής του,  και σύντομα αναζήτησε καταφύγιο στην γραφή. Και το αλκοόλ.

Αλκοολικός από τα 13 του και έχοντας απορριφθεί από το μαλακό υπογάστριο της ‘εριτίμου’ κοινωνίας, εκεί που η παθητική τάξη κι η ηθική μπορεί να κρύβει αποσιωπημένους εφιάλτες και το πιο βαθύ σκοτάδι:

είχαμε χρυσόψαρα και έκαναν κύκλους γύρω γύρω

στη γυάλα στο τραπέζι κοντά στις βαριές κουρτίνες

που έκρυβαν το μεγάλο παράθυρο με τη θέα και

η μητέρα μου, χαμογελώντας πάντα, θέλοντας να είμαστε

όλοι χαρούμενοι, μου είπε, «να είσαι χαρούμενος Χένρι!»

και είχε δίκιο: είναι καλύτερο να είσαι χαρούμενος αν μπορείς

μα ο πατέρας μου συνέχισε να μας δέρνει και τους δύο πολλές φορές την εβδομάδα

λυσσομανώντας μέσα στο τεράστιο κορμί του επειδή δεν

μπορούσε να καταλάβει τι τον διέλυε από μέσα.

η μητέρα μου, η καημενούλα,

να θέλει να είναι χαρούμενη, να τρώει ξύλο δυο ή τρεις φορές την

εβδομάδα, να μου λέει να ‘μαι χαρούμενος: «Χένρι, χαμογέλα!

γιατί δεν χαμογελάς ποτέ;»

και μετά να χαμογελάει, για να μου δείξει πώς, και ήταν το

πιο θλιμμένο χαμόγελο που είδα ποτέ

μια μέρα τα χρυσόψαρα πέθαναν, και τα πέντε,

επέπλεαν στο νερό, στο πλάι, με τα μάτια τους ακόμη ανοιχτά, και όταν ο πατέρας μου γύρισε τα πέταξε στη γάτα εκεί στο πάτωμα της κουζίνας και παρακολουθούσαμε, και η μητέρα μου χαμογελούσε …»

Δεν έχω στόμα και πρέπει να ουρλιάξω, έγραψε ο H. Elison, μιλώντας για την απελπισία που γεννά την ελπίδα σε μια πρόσληψη του κόσμου στα βήματα του Ηράκλειτου. Σύντομα ο απομονωμένος έφηβος που γνώριζε την απόρριψη και από τους συνομήλικους λόγω της ‘διαφορετικής προφοράς του[1], θα στραφεί, παρατηρώντας τους με σκληρή τρυφερότητα, στους παρίες και στους απόκληρους, στα ‘ξωτικά της νύχτας’ για να θυμηθούμε και τον Χειμωνά, καταγγέλλοντας δίχως ωραιοποίηση και πρόζα μια ζωή όπου η τάξη νομιμοποιεί την αληθινή αταξία και ο ηθικισμός την ανηθικότητα: Πάντα συμπαθούσα τους παλιανθρώπους, /τους παράνομους και τα ρεμάλια… /Δε τα γουστάρω εκείνα τα καλοξυρισμένα αγοράκια, με τη γραβάτα και την καλή δουλειά. Μου αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι, /οι άνθρωποι με τα σπασμένα δόντια, /τα σπασμένα μυαλά και τους σπασμένους τρόπους.

“Κάθε αράδα που γράφει ο Μπουκόβσκι είναι μολυσμένη με τον τρόμο του αμερικανικού εφιάλτη. Αρθρώνει το φόβο και την αγωνία ενός περιθωρίου, που δεν είναι πια μειοψηφία, αλλά περιλαμβάνει εκατοντάδες χιλιάδες άτομα, που στέκονται στη νεκρή ζώνη, ανάμεσα στη βίαιη απανθρωπιά και την ανήμπορη απελπισία», γράφει ο Χένρυ Μίλλερ.”[2]

Το αμερικάνικο όνειρο, μέρος του πανανθρώπινου ονείρου που πάντα ψάχνει φτερά από ουρανό κι ας τα φτιάχνει από χώμα, γειώνεται και το αίτημα του γίνεται να μην είσαι τέλειος, αλλά να είσαι αληθινός, βάζοντας το αίτημα κατανόησης της ατομικής συμπεριφοράς σε ένα κοινωνικό πλαίσιο» (Baron, Byrne και Suls 1989) που συντρίβει την ελπίδα λόγω της προτεραιοποίησης της αλλοτρίωσης και του κέρδους: Οι δεινόσαυροι, εμείς/γεννημένοι έτσι/να είμαστε έτσι/καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν/καθώς ο κ. Θάνατος γελά

καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται/καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται

καθώς το αγόρι στο σουπερμάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου

καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους

καθώς ο ήλιος κρύβεται/είμαστε/γεννημένοι έτσι/να είμαστε έτσι

με αυτούς τους προσεκτικά τρελούς πολέμους/με την όψη σπασμένων παραθύρων σε εργοστάσια να ατενίζουν το κενό

με μπαρ όπου οι θαμώνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους

με τσακωμούς που καταλήγουν σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα

γεννημένοι έτσι/με νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να πεθάνεις/με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος/σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες και τα τρελοκομεία κλειστά/σε έναν τόπο όπου οι μάζες ανυψώνουν ηλίθιους σε πλούσιους ήρωες

γεννημένοι μέσα σʼαυτό/περπατώντας και ζώντας μέσα σʼ αυτό

πεθαίνοντας λόγω αυτού/μένοντας άφωνοι λόγω αυτού

ευνουχισμένοι/έκλυτοι

αποκληρωμένοι/λόγω αυτού

εξαπατημένοι από αυτό

χρησιμοποιημένοι από αυτό

εξευτελισμένοι από αυτό

εξοργισμένοι και απηυδισμένοι από αυτό

βίαιοι/απάνθρωποι

λόγω αυτού

Η έννοια του εαυτού, ενός εαυτού απέναντι στον κόσμο όλον στην αναζήτηση της γνησιότητας και όχι της ‘επιτυχίας’, αναδύεται αυτάρκης κι όμως σε συνομιλία με μία κοινωνική κριτική που δεν μένει στον μανιχαϊσμό εξουσιαστών εξουσιαζόμενων αλλά βάζει τον καθημερινό άνθρωπο στο κάδρο της συναλλαγής μα και της απελπισίας.

Η κοινωνική επιρροή, οι διαδικασίες του ατόμου και της ομάδας ως ένα τεντωμένο σκοινί ανάμεσα σε βαθιά θέλω και σε επίπλαστες ανάγκες, οι προκαταλήψεις και οι διακρίσεις,  η επιθετικότητα, οι νοοτροπίες και τα στερεότυπα, η εσωτερική ελευθερία από τις συμβάσεις που τα αντιμετωπίζει, όλα περιδιαβαίνουν στις σελίδες αυτού του αριστοτέχνη της «αναρχικής σάτυρας», όπως τον έχουν χαρακτηρίσει.

Για να κερδίσει τις εμπειρίες που κέρδισε περιδιάβηκε σε διάφορες δουλειές.

«Δούλεψε», όπως έχει γραφτεί, «σαν νυχτοφύλακας, βοηθός χασάπη, οδηγός απορριμματοφόρου, λιμενεργάτης, αθλητικός ανταποκριτής, συντάκτης διαφημιστικών σε πορνείο πολυτελείας, υπάλληλος εταιρείας συσκευασίας επίπλων, εργάτης σε χωράφια όπου μάζευε αχλάδια.»[3]

Αλλά το εφηβικό του πάθος για το γράψιμο δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Πριν και μετά τη νέα δουλειά, τη νέα απόλυση, τη νέα ευκαιρία. Η πρώτη του ‘είσοδος στη δημόσια γραφή ήταν  σε underground περιοδικά. Από τότε έδειχνε πως πυξίδα του χαρτιού του ήταν η άμεση ζωή, γυμνή κι αρετουσάριστη, μέσα από την οποία κοιτούσε τους αναγνώστες στα μάτια.

Ίσως δεν υπάρχει συγγραφέας που να στέκεται τόσο ‘απέναντι’ από μια εποχή όπου η μιντιοποίηση των ταυτοτήτων, η δημόσια εκδοχή τους που διαχέουμε μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα δηλαδή, όπως συναντιέται με έναν υπερτεχνολογικό καπιταλισμό που προτιμά να συνδιαλέγεται με σημαίνοντα παρά με σημαινόμενα, μας αποκόβει από την ατόφια βάση της ζωής και μας παραδίδει στην προσομοίωση της και σε ένα ρετουσαρισμένο, ωραιοποιημένο, ‘εγώ’. «Με πρόσωπο εκτυφλωτικά δύσμορφο, σαν πίνακας του Ιερώνυμου Μπος, σκαμμένο από ηφαιστειογενείς κρατήρες, πασαλειμμένο με κοιλότητες ακμής και πρησμένο από το αλκοόλ, έζησε όπως έγραψε, πάνω στο «φτερό του καρχαρία»[4], κι αμφισβήτησε το προϊόν που χειραγωγεί και χειραγωγείται. Την ομορφιά ως καλοσύνη, την εμφάνιση ως πόρτα αποδοχής κι ας αγαπούσε τον («η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο») Νοστογιέφσκι. Ίσως επειδή αγαπούσε τον Ντοστογιέφσκι.

Ο Μπουκόβσκι αποκαθήλωσε, όπως έχει επισημανθεί, την λογοτεχνία από τον θώκο της και την ηθική αποστολή της ‘να εξευγενίζει τον άνθρωπο’ και την έσυρε στη λάσπη για να μιλήσει για τους δικούς του αγίες και αγίους. Αποτύπωσε, έτσι, τη δυναμική της αυξανόμενης πολιτισμικής διαφοροποίησης που αποκρυσταλλώθηκε στους πολιτιστικούς πολέμους που ξέσπασαν το 60 [5] υπό το πρίσμα της ματιάς των αποσυνάγωγων: «δεν είμαι σαν τους άλλους / εγώ θα πέθαινα εκεί που κάνουν τα πικνίκ τους». Παραταύτα, όπως έχει επισημανθεί[6], «η συνειδητοποίηση της διαφορετικότητας και η ανάγκη για αποστασιοποίηση από μία κοινωνία που τείνει να συνθλίψει όσους δεν υποτάσσονται στις επιταγές της, οδηγεί συχνά σε μία αδιαπραγμάτευτη οδύνη»: τα βράδια που παλεύεις καλύτερα/έρχονται όταν ηλίθιων το γέλιο/ηχεί παντού/όταν θανάτου φίλημα/αγάπη το νομίζουν.

Η πάλη του Μπουκόβσκι έχει να κάνει πρώτιστα με την γραφή και το κονταροχτύπημα του στον καθρέφτη της σελίδας με το alter ego του, τον κ. Τσινάσκι. Την μήτρα που τον γέννησε ανάμεσα σε καπνούς, αποτσίγαρα, φθηνά ποτά, περιπλανώμενες ερωμένες, εμετούς και όνειρα την πονά με την ίδια αδιαπραγμάτευτη οδύνη λες και κρέμεται από αυτήν ο γεννήτορας λόγος κι ας δημιουργεί όχι τη γη μα την κόλαση του: την ηλεκτρική γραφομηχανή, τη σκέπασα,

την πήγα στη γωνία του δωματίου και την άφησα κάτω.

αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα -πώς τη μετέφερα.

σαν να ήταν κάτι ζωντανό./σχεδόν περίμενα να μιλήσει,

όπως έκανε συχνά,/με τον τρόπο της.

ένιωθα σαν να είχα βγάλει ένα σκυλάκι στον δρόμο

μέσα στην παγωνιά.

Επανατοποθετώντας το νόημα και τη διαδικασία συμβολικής παραγωγής και κυκλοφορίας σε έντυπα underground αρχικά, μετέφερε στο επίκεντρο της πολιτισμικής ανάλυσης και λογοτεχνικής κριτικής όσα η τάξις και η σοβαροφάνεια άφηνε απέξω, αναγκάζοντας τες να τα δουν κατάματα και να δεχθούν τον χλευασμό τους: «Σωστοί στο χρόνο τους/Οι χωματερές γεμίζουν/ Οι μάντρες γεμίζουν/Τα νοσοκομεία γεμίζουν/Τα νεκροταφεία γεμίζουν/Άλλο δε γεμίζει τίποτα;»

Σε στιγμές λογοτεχνικής ευφυίας όπως αυτή ο Μπουκόφσκι θυμίζει τον Αντόρνο που επεσήμανε πως οι φτωχοί έχουν στόματα γεμάτα βρισιές γιατί αδυνατούν να τα γεμίσουν με τροφές. Μόνο που (και) ο ίδιος μιλά για μια τροφή πολύπλοκη, σωματική, αισθαντική, νοητική πέρα από τα κουτάκια, πέρα από την άμεση.

Ό, τι γνωρίζουμε για ‘τον κόσμο του’ του είναι όσα κατέγραψε μέσα από την «κοφτή, τραχιά, ένα μάγμα κυνισμού και τρυφερότητας» πρόζα του, που διανθιζόταν με ένα τρυφερό και ταυτόχρονα κυνικό χιούμορ το οποίο δεν άφηνε τίποτε όρθιο, γειώνοντας τα πάντα με την σκιά του καθημερινού που αποκαλύπτει πίσω ‘από την ροή και την συνήθεια’ τις τραγικές διαστάσεις μιας αλληλοσφαγής που συνεχίζεται: «Δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από ένα ζεστό μπάνιο σε έναν κρύο κόσμο»…  ή «Το αλκοόλ είναι η απάντηση, αλλά έχω ξεχάσει την ερώτηση», απαντώντας στον Μπρετόν και στον Πρωταγόρα ταυτόχρονα. «Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου. Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δε ρίσκαραν. Και πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις.»

Ένας κλειστοφοβικός κόσμος που κινείται από το σκοτάδι στο ημίφως και παραπαίει από τον αυτοσαρκασμό στην αυτοκαταστροφή, χλευάζοντας μια κοινωνική ευημερία που αφήνει μονίμως απέξω τους δίχως, υλικό ή συναισθηματικό, κλήρο μετατρέπεται σε κραυγή ελευθερίας από όλες τις συμβάσεις, και της γραφής.

«Σε αυτήν, ωστόσο, θα προστρέξει προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην επίγνωση της μοναξιάς και τη συναίσθηση της ματαιότητας, διατηρώντας όμως μία έντονα χιουμοριστική διάθεση απέναντι σε καταστάσεις» που απελευθερώνει.

Αλλά όχι δίχως να χλευάσει: «Δημοκρατία

το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι το δημοκρατικό σύστημα,

είναι τα ζωντανά μέρη που απαρτίζουν το δημοκρατικό σύστημα.

είν’ ο επόμενος άνθρωπος που θα προσπεράσετε στο

δρόμο.

Πολλαπλασιάστε  τον

με το τρία ή με το τέσσερα ή το τριάντα ή το σαράντα

εκατομμύρια

και θα καταλάβετε

αμέσως γιατί τα πράγματα δυσλειτουργούν

για τους περισσότερους από  μας.

Μακάρι να ‘ξερα το φάρμακο για τα πιόνια του σκακιού

που αποκαλούμε ανθρωπότητα…

έχουμε υποστεί ένα σωρό πολιτικές

θεραπείες

κι όλοι παραμένουμε

αρκετά ανόητοι ώστε να ελπίζουμε

ότι η επόμενη, αυτή,

ΤΩΡΑ,

θα διορθώσει σχεδόν τα πάντα.

Συμπολίτες, το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το δημοκρατικό

σύστημα, το πρόβλημα

είστε εσείς.»

Η ιστορία του είναι ενός ανθρώπου που καίγεται γιατί δεν αντέχει ν αργοσβήνει μέσα στην υποκρισία και «ζητά απεγνωσμένα να πιαστεί από κάτι ζωντανό και αληθινό για να σωθεί.» Ταυτόχρονα φλέγεται να μην κάνει ‘αρεστή εναλλακτική ταυτότητα’ την αποκοτιά του,  «από την λαχτάρα και τον φόβο να μην «πουληθεί», να μην γίνει ένας ακόμα συγγραφέας που κάνει λογοτεχνία το περιθώριο για να επιτύχει την κοινωνική του εξιλέωση.»  Ζώντας την ζωή που οι άλλο δεν τολμούν, πετώντας τις εμπειρίες του στο πρόσωπο όσων τις έζησαν μέσα από τις σελίδες του μόνο όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ πετούσε στο πρόσωπο όσων των έκριναν ‘τ’ αμαρτήματα που δεν τόλμησαν να κάνουν’  και βάζοντάς τα διαρκώς με το κοινωνικά προσδοκώμενο και τα όρια, καταγράφει ‘μια άλλη Αμερική, σκοτεινή, οικονομικά κατεστραμμένη,  συναισθηματικά ασθενής,  αποκλεισμένη από φώτα δημοσιότητας και ιστορικές καταγραφές». Δεν την ωραιοποιεί. Δεν την προτείνει. Την καταγράφει, ενοχλητικό αγκάθι στις εποχές κάθε επίπλαστης ευμάρειας και υποκριτικού ηθικισμού που αγνοούν αυτό στο οποίο συμβάλλουν.

Γυμνές αλήθειες, γυμνό σεξ, γυμνή κριτική, τον στοιχειώνουν ματώνοντας τα δάκτυλα και στις σελίδες του:

Αυτοί που κηρύττουν τον θεό, χρειάζονται θεό.

Αυτοί που κηρύττουν την ειρήνη δεν έχουνε ειρήνη.

Αυτοί που κηρύττουν την αγάπη δεν έχουνε αγάπη.

Να φοβάσαι τους κήρυκες.

Να φοβάσαι τους γνώστες.

Να φοβάσαι αυτούς που πάντα διαβάζουν βιβλία.

Να φοβάσαι αυτούς που είτε απεχθάνονται την φτώχεια

είτε είναι περήφανοι γι’ αυτήν.

Να φοβάσαι αυτούς που είναι γρήγοροι στους επαίνους,

γιατί αυτοί είναι που χρειάζονται επαίνους για αντάλλαγμα.

Να φοβάσαι αυτούς που είναι γρήγοροι στην κρίση,

γιατί φοβούνται αυτά που δεν γνωρίζουν.

Να φοβάσαι αυτούς που αναζητούν συνεχώς τα πλήθη γιατί

είναι ένα τίποτα μονάχοι τους.

Να φοβάσαι τον μέσο άντρα τη μέση γυναίκα

Αλλά «προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην επίγνωση της μοναξιάς και τη συναίσθηση της ματαιότητας» ανοίγει ρωγμές (έτσι μπαίνει μέσα το φως έγραψε ο Κοέν εκπληκτική φράση που αποδίδεται λανθασμένα στον Ντοστογιέφσκι) σε έναν, ιδίως στην ποίηση του,  σπάνιο λυρισμό, μια ‘απρόβλεπτη’ ευαισθησία που κείται βαθιά στην καρδιά πολλών κυνικών: «Αν δε σε ξαναδώ ποτέ/θα σε κουβαλώ πάντα /μέσα μου

– κι έξω – στα ακροδάχτυλά μου» ή

«υπάρχει ένα γαλάζιο πουλί στην καρδιά μου

που θέλει να ξεμυτίσει/…/

«υπάρχει ένα γαλάζιο πουλί στην καρδιά μου

πού θέλει να ξεμυτίσει

αλλά παραείμαι σκληρός μαζί του•

του λέω, κάτσε φρόνιμα, θες να μου τα κάνεις μαντάρα;

θες να μου χαλάσεις τη δουλειά;

να τινάξεις στον αέρα τις πωλήσεις των βιβλίων μου

στην Ευρώπη;

υπάρχει ένα γαλάζιο πουλί στην καρδιά μου

πού θέλει να ξεμυτίσει

αλλά είμαι πολύ ξύπνιος/ καμιά φορά του επιτρέπω να

βγαίνει έξω τη νύχτα όταν όλοι κοιμούνται.

του λέω, ξέρω πως είσαι κει,

γι’ αυτό μη λυπάσαι.

έπειτα το ξαναβάζω στη θέση του

μα τραγουδάει σπάνια εκεί μέσα

/../κι έτσι απλά κοιμόμαστε μαζί

με τη μυστική συμφωνία μας

κι αυτό είναι αρκετά όμορφο

για να κάνει έναν άντρα

να κλάψει,

κι όμως εγώ δεν κλαίω»

Ο τρόπος αναπαράστασης του «κακού» στη γραφή του διαφέρει επίσης, αφού σχετίζεται βαθιά με τη διαδικασία «ετεροποίησης», δηλαδή ανοικείωσης (για να χρησιμοποιήσουμε τον σημαντικό για την ιστορία της λογοτεχνικής κριτικής όρο του Skolvsky), αυτού που βγαίνει έξω από τον κύκλο του «εμείς», το οποίο, την ίδια ώρα που επίσης το αποδομεί, το υπερασπίζεται. «Αν στοιχημάτιζα στην ανθρωπότητα, δεν θα κέρδιζα στον αιώνα τον άπαντα»…

Ο Μπουκόβσκι «δημιούργησε και έζησε σε έναν περιδίνητο άξονα στωικισμού, μηδενισμού και υπαρξισμού» και παρόλο που δεν λείπουν καθόλου οι πολιτικές αναφορές στο έργο του χρησιμοποίησε κυρίως την γραφή για να αντιπαρατεθεί «σε μια κοινωνία που σπαράσσεται αδιάλειπτα από τον κυνισμό και τη βία.»

«Νομίζω ότι η μόνη στιγμή που οι άνθρωποι αρχίζουν να σκέφτονται την αδικία είναι όταν την βιώνουν οι ίδιοι».

θα ήθελα να κάνω αυτό το κομμάτι χαρτί να ουρλιάξει και να χορέψει και

να γελάσει, μα τα πλήκτρα απλώς

το χτυπούν δίχως να το πληγιάζουν

και συμβιβαζόμαστε

μ’ ένα μικρό μέρος του όλου.”

Ο ίδιος, επεκτείνοντας την ερμηνευτική προσέγγιση του Sennet για την «πτώση του δημοσίου ανθρώπου», θέλει να ουρλιάξει στο αυτί ενός κόσμου όπου αυξάνεται η ορατότητα και μειώνεται η κοινωνικότητα.

Ορατότητα που μέσα από τον σπαραγμό του κόσμου του και της εποχής του είχε αρχίσειο ίδιος να κερδίζει.  “Η Μπάρµπαρα Φράι, εκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού «Harlequin», όχι µόνο δέχτηκε να δηµοσιεύσει ποίηση του Μπουκόβσκι αλλά του έστειλε µια ενθουσιώδη επιστολή όπου του έλεγε ότι ήταν ποιητής µεγάλος όσο ο Ουίλιαµ Μπλέικ.”[7] Ενώ ο Jon Edgar Webb του Outsider άρχισε να δημοσιεύει δουλειές του.[8] Εκδότες που έβαζαν την δημοφιλία και το όνομα στην άκρη για να στηρίξουν μια νέα φωνή και τον σπαραγμό που έφερνε μαζί της. Ο άνθρωπος που τον πίστεψε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο John Martin, των μικρών εκδόσεων Black Sparrow, (διακρίνοντας ένα σπαρακτικό ταλέντο και μία δισεπίλυτη για άνθρωπο γνησιότητα αφού ζουσε όπως έγραφε) προσφέροντάς του 100$ το μήνα για το υπόλοιπο της ζωής του, ώστε «να γράφει»  (“Έχω μία από τις δύο επιλογές — να παραμείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ… ή να μείνω εκεί έξω, να το παίξω συγγραφέας και να πεθάνω της πείνας. Αποφάσισα να πεθάνω της πείνας») .του άνοιξε έναν δρόμο κι ο Μπουκόβσκι τον συνέχισε μοναχός. Στο ‘δισάκι’ του, σε αυτόν τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο για να θυμηθούμε τον Frost, «η επίγνωση της μοναξιάς και τη συναίσθηση της ματαιότητας»: «να τρελαθώ, ν’ αυτοκτονήσω / ή να συνεχίσω;», αναρωτιέται.

Στο ποιητικό του σύμπαν του «μπλέκονται ιδιοφυείς αλκοολικοί, σπαρακτικοί ζητιάνοι των δρόμων, απελπισμένοι των μπαρ, πόρνες πολυτελείας, απόκληροι και μετανάστες, πολίτες μιας άλλης ζωής, νικημένης από τον πόνο και την εξαθλίωση ενός περιθωρίου που τρελαίνεται μέσα σε μίζερες καμαρούλες. Συντροφιά του ως σύμβολο των αγέρωχων πλασμάτων που κυνηγήθηκαν οι αγαπημένες του γάτες, ζώσα πνοή κάτι γνήσιου σε έναν φαλκιδευμένο κόσμο. «Δεν έχω παρά να τις κοιτάξω» έλεγε, θυμίζοντας πως πολιτισμός είναι να κατανοείς τη γάτα (Κοκτώ).

Ο άνθρωπος που ήθελε να κάνει το χαρτί να ουρλιάξει, γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1920 και πέθανε στις 8 Μάρτη του 1994. Έφυγε, όπως του ταίριαζε, μαζί με τους καπνούς του τσιγάρου του και την αγαπημένη του Ρέμινγκτον, με τα πλήκτρα της οποίας διέσχισε τον εαυτό του σε έναν κόσμο που άλλοι ταξιδεύουν ως την άκρια της γης για να το αποφύγουν, ακούγοντας χαμηλόφωνα Μπραμς, του ριζοσπάστη της αρμονίας που όμως κυοφορούσε ομοίως μέσα στην ένταση τον λυρισμό. Επισήμως πέθανε από λευχαιμία. Πολλοί όμως λένε[9] ότι «πέθανε από υπερβολική δόση ζωής».

 

 

 

*Η Ελένη Καρασαββίδου διδάσκει Πολιτισμικές Σπουδές (Λογοτεχνία και Ετερότητα)  στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
[1] https://tvxs.gr/istoria/san-simera-istoria/tsarls-mpoykofski-o-syggrafeas-toy-perithorioy/
[2] https://antikleidi.com/bukowski/
[3] wikipedia
[4] https://www.logografis.gr/%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BB%CF%82-%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%BF-%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BD/
[5] Hall, Stuart, 1999    “Old and New Identities.” Les Back and John Solomos (eds.), Theories of Race and Racism: A Reader. London: Blackwell.
[6] https://popaganda.gr/art/books/vivliografies/i-viografia-toy-tsarls-mpoykovski-dia-cheiros-barry-miles-anichneyei-oles-ekeines-tis-proypotheseis-piso-apo-to-ergo-toy-amerikanoy-syggrafea/
[7] https://www.lifo.gr/culture/vivlio/tsarls-mpoykobski-o-parias-poy-egrafe-gia-ti-skoteinia-tis-anthropinis-psyhis
[8] https://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG11370
[9] https://atexnos.gr/%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BB%CF%82-%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%83%CE%BA%CE%B9-_%CE%BC%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%80/

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.