You are currently viewing Ελένη Λιντζαροπούλου: Φτιάξτε επιτέλους κάπου μία Φάτνη

Ελένη Λιντζαροπούλου: Φτιάξτε επιτέλους κάπου μία Φάτνη

 

Στον π. Αγαθάγγελο Καρκαγκέλη, για τις πνευματικές φάτνες
που οικοδομεί εκεί στα ξένα
και στον δάσκαλο Δημήτρη Κρατημένο, για όλες τις δίκαιες ενστάσεις του

 

Την προηγούμενη εβδομάδα, έναν μήνα πριν έλθει το «πλήρωμα του χρόνου», ένας δάσκαλος και ένας μοναχός προσευχήθηκαν μαζί. Δεν προσευχήθηκαν δηλαδή, ούτε καν συναντήθηκαν. Μόνο ο μοναχός προσευχήθηκε, ο δάσκαλος έγραψε σ’ εκείνην τις ενστάσεις του, τώρα που μαινόταν ξανά άγριος ο πόλεμος.
Ο μοναχός παρακάλεσε για χαρά. Ήθελε να παραμείνει πάντα παιδί. Καλό μου, της είπε, μιλώντας με λίγο ένρινη σεμνή φωνή, ξέρεις τι είναι να κλειστείς στο δωμάτιό σου, να προσευχηθείς με όλη την δύναμη της ψυχής σου, να εξαφανιστείς μέσα στην προσευχή και να μην έχεις ζητήσει για τον εαυτό σου τίποτα; Αυτό θα πει χαρά…
Ο δάσκαλος, δίκιο είχε, καθώς ανέμεναν τα χειρότερα, αναρωτήθηκε… γιατί δεν πάνε εκεί να ορθώσουν ανάστημα, ο Πάπας, ο Πατριάρχης, όλοι οι ισχυροί της εκκλησίας… να δεις, θα βομβαρδίσει κανείς…. Ο δάσκαλος για πολλά χρόνια έβαζε το σώμα του ασπίδα για να προστατέψει τους μαθητές του, έτσι και «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων». Ναι του είπε διστακτικά… έμεινε εκεί ο Αρχιεπίσκοπος Τιβεριάδος… ντράπηκε και που το είπε. Όμως ο ναός βομβαρδίστηκε, οκτώ νεκροί και πολλοί τραυματίες.

                                         Ναός Αγ. Πορφυρίου. Ταπί με εικόνα της Γέννησης του Χριστού μέσα στα χαλάσματα…

«Σχεδόν δύο μήνες μετά την έναρξη των μαχών», είπε ο εκπρόσωπος, «τα παιδιά, οι γυναίκες και οι άνδρες της Γάζας είναι τρομοκρατημένα, δεν έχουν πουθενά σημείο ασφαλές να πάνε και έχουν πολύ λίγα για να επιβιώσουν».
Εν τω μεταξύ τα μικρά ξυπόλητα γυμνά παιδιά δεν εισακούστηκαν ποτέ, από την αρχή των αιώνων. Μόνο θυμούνταν πως τους χαμογέλασε Εκείνος όταν τον υποδέχτηκαν μετά βαΐων και κλάδων στα Ιεροσόλυμα, τα γράφει ο Ιωάννης. Και ο Ματθαίος και ο Λουκάς αφηγούνται πως Εκείνος τους επέπληξε όταν δεν τα άφηναν να πλησιάσουν για ευλογία, μην τάχα και Τον κουράσουν… προφάσεις, μόνο τα παιδιά δεν Τον κούραζαν, τα παιδιά και η αγάπη.
Το θυμήθηκε τώρα που πλησίαζαν πάλι οι ημέρες για να γεννηθεί.
Η Μαριάμ, η μητέρα Του, με τον Ιωσήφ είχαν βγει πάλι στο δρόμο. Ο Εμμανουήλ μέσα στην μήτρα Της ανέμενε. Έξω γινόταν χαλασμός και οι δύο πλευρές βομβάρδιζαν αλλά η δικαιοσύνη Του δεν κράταγε ποτέ ίσες αποστάσεις. Για άλλη μία φορά «Οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι».
Έψαχνε πού να ακουμπήσει το άγιό Του παχνί για να έρθουν οι σοφοί, οι βοσκοί και οι άγγελοι Του να ψάλλουν. Για να αγιάσει ο κόσμος από χαρά και ειρήνη…
Όμως φέτος σκεφτόταν σχεδόν σοβαρά να αλλάξει το σχέδιο της πρόνοιάς Του, να πάει σε άλλον τόπο, κάπου πιο βόρεια βρε αδελφέ… τι λαός κι αυτός ο δικός Του «γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς». Μετά πάλι άλλαζε γνώμη, μήπως κι εκεί τα ίδια δεν συμβαίνουν, οι ίπποι της Αποκάλυψης, τέσσερις στην σειρά, δεν σπέρνουν θάνατο, πείνα, εμφύλιο;
«Έως πότε;» φώναζαν τα ασεβή γένη, λες και έφταιγε Εκείνος για την χρήση της ελευθερίας τους.
Οι μέρες πλησίαζαν και έπρεπε να βρεθεί ο τόπος για να γεννηθεί η ουτοπία, ήταν αδύνατον να μην γεννηθεί. Οι προφητείες λέγονταν και ξαναλέγονταν, τα φώτα άναβαν και ξαναάναβαν, ο κόσμος γύριζε γύρω από την ιδέα της Γέννησης, μα ούτε μία αλήθεια δεν είχε ακόμη σαρκωθεί.
Τότε κατάλαβε γιατί δεν εισακουγόταν ο νεογέννητος Χριστός…. Γεννιόταν πάντα «Παιδίον νέον» και τα παιδιά δεν εισακούγονταν ποτέ.
«Φτιάξτε επιτέλους κάπου στον κόσμο μία Φάτνη», φώναξε, με τις προσευχές του μοναχού και τις ενστάσεις του δασκάλου να μπερδεύονται μέσα της.
Φοβάμαι, είπε, Κύριε, και γονάτισε στα τέσσερα
Φοβάμαι
Σαν άχνα ακουγόταν η ανάσα του
Πέρναγε μέσα από ωκεανούς νεκρών για να φτάσει ως εδώ, μακρινός αντίλαλος ψιθύρου
Θα μας βοηθήσεις Κύριε;
Θα γεννηθείς και φέτος;
Ήθελε σαν κάποτε, αιώνες πριν, να ψάλλει, όμως δεν είχε πλέον σύμμαχο
Μηχανικοί ροδώνες περιέβαλλαν με εξουσία σπασμού το στήθος του
Κάνοντας ένα κακόηχο βογγητό που τον έδειχνε ετοιμοθάνατο
Άλλος ένας ημιθανής έξω απ’ την Φάτνη
“Θα μας βοηθήσεις Κύριε;”, ρωτούσαν όλοι, έχοντας πιστέψει πριν μύθους αυτάρκειας στην έπαρσή τους
Όμως Εκείνος γεννιόταν, σταυρωνόταν και πέθαινε ανεβαίνοντας τον Γολγοθά Του κι ούτε ένας νεκρός δεν είχε καταλάβει ακόμα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.