You are currently viewing  Έρικα Αθανασίου: Μιλτιάδης Σαλβαρλής, Πατρίδα χώρα ξένη. Εκδόσεις Μετρονόμος

 Έρικα Αθανασίου: Μιλτιάδης Σαλβαρλής, Πατρίδα χώρα ξένη. Εκδόσεις Μετρονόμος

Το βιβλίο του Μιλτιάδη Σαλβαρλή “Πατρίδα χώρα ξένη”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Μετρονόμος”, δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο για τους Έλληνες που έφυγαν από τα μικρασιατικά παράλια, που εγκατέλειψαν σπίτια και περιουσίες, που άλλαξαν πατρίδα και συνήθειες. Είναι μια τρυφερή ιστορία για ανθρώπους που αναγκάστηκαν να αλλάξουν πατρίδες, κουβαλώντας όμως πάντα τα χνάρια κάθε πατρίδας μέσα τους, είναι ένα μυθιστόρημα που κυλάει όπως οι μέρες στην ιστορία της Ελλάδας, είναι ένα έργο που αξίζει κανείς να διαβάσει.

Ημερομηνίες έχουν τα κεφάλαια ξεκινώντας από το 1914, σε ένα χωριό όπου σπάνια ακούς τουρκικά, απλά τα μιλάνε οι μεγάλοι με τον διοικητή και με τους χωροφύλακες. Στο χωριό αυτό μικρό κορίτσι,  μας συστήνεται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση η ηρωίδα.

Το 1922 θα μας συστηθεί, επίσης πρωτοπρόσωπα ο ήρωας, σε μια πόλη όπου ακούς αρκετές γλώσσες. “Όχι τόσες όσες στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη, αλλά εκτός από ελληνικά και τουρκικά, που μιλάνε οι δύο κοινότητες, ακούς και γαλλικά και γερμανικά και λίγα αγγλικά”.

Στη Θεσσαλονίκη θα καταφύγει με την οικογένειά της η Κωνσταντία, σε νησί, αυτός που αργότερα οι φίλοι του θα φωνάζουν Τσίρο, έτσι αδύνατος που είναι.

Τα κεφάλαια εναλλάσσονται χωρίς να είναι πάντα από την αρχή ξεκάθαρο, ποιος από τους δύο βασικούς ήρωες μιλάει και συγχρόνως τα χρόνια περνάνε από μια Ελλάδα που έχει δεχτεί πρόσφυγες, στην Ελλάδα που πολεμάει με τους Γερμανούς, στην Ελλάδα της Κατοχής, στην Ελλάδα της Δικτατορίας, της μεταπολίτευσης, της ανάπτυξης, της αντιπαροχής, φτάνοντας στο 1985.

Οι δύο ήρωες θα γνωριστούν, θα ερωτευτούν, θα κάνουν τη δική τους οικογένεια που θα αποχτήσει τη δική της ιστορία, παράλληλα με γεγονότα, μικρά ή μεγάλα, που στιγματίζουν την Ελλάδα. Το χρονικό στίγμα δίνεται ανάμεσα σε γεγονότα που γράφτηκαν σε πρωτοσέλιδα ή σε μικρότερες ειδήσεις.

Ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι για να δημιουργήσεις ένα βιβλίο που δεν θέλει κανείς να αφήσει από τα χέρια του πριν φτάσει στην τελευταία σελίδα, δεν χρειάζεται να υπάρχουν στοιχεία έντονης αγωνίας και καταιγιστική δράση. Οι καθημερινές έννοιες μπορούν να είναι εξίσου ενδιαφέρουσες, η ζωή του καθενός έχει τις δικές της έντονες στιγμές, έστω κι αν πρόκειται απλώς για ένα φλιτζάνι που βρέθηκε στο σπίτι, χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί η ύπαρξή του.

“Ένα φλιτζάνι φτιαγμένο από λεπτή, σχεδόν διάφανη πορσελάνη που είχε για διακόσμηση μικρά ροζ τριαντάφυλλα και χρυσαφιά μπορντούρα στο χείλος. Δεν ήταν του σπιτιού”.

Ένα ρεαλιστικό βιβλίο με μια μικρή εισβολή του εξωπραγματικού. Άραγε η κυρά Λένη που λέει το φλιτζάνι, τα βρίσκει όλα ή απλώς τα ξέρει όλα επειδή δεν μένει τίποτα κρυφό στη γειτονιά;

“Το μονοπάτι από ξεραμένο καφέ είχε γίνει δρόμος… Είπα πως είναι ιδέα μου, μα λίγες μέρες μετά φιγούρες ανθρώπινες αναδύθηκαν από το ξερό κατακάθι”.

Πολλά χρόνια αργότερα σε ένα ταξίδι στην Τουρκία το φλιτζάνι θα βρει τη θέση του σε ένα σετ που πωλείται φθηνά στο παζάρι, επειδή λείπει ένα φλιτζάνι.

Ένα ταξίδι όπου “Τι ειρωνεία, αλήθεια! Το πρώτο μας ταξίδι στο εξωτερικό θα ήταν ταξίδι στα μέρη μας. Στις πατρίδες μας”.

Η Κωνσταντία μαγεύεται από τη Σμύρνη, εξάλλου της θυμίζει τη Θεσσαλονίκη, την πόλη που κατέφυγαν, φεύγοντας με την οικογένειά της από την Τουρκία, την πόλη που θεωρεί κυρίως πατρίδα της. Άγνωστη του φαίνεται η πόλη του Τσίρου, δεν μπορεί να δει την ομορφιά καθώς θυμάται την καταστροφή.

“Σε αυτήν εδώ την πλατεία με το παλιό ρολόι έβγαλαν τα μάτια του μητροπολίτη…. Από όλα αυτά που εμείς μαθαίναμε από πρώτο χέρι στο νησί και ανατριχιάζαμε και κλαίγαμε, σε εκείνη έφτασε μόνο ο απόηχος…..

Η Κωνσταντία θυμάται το μπαούλο που κουβαλούσε στην πλάτη του ο πατέρας της, όμως επειδή ήταν πολύ μικρή δεν συναισθανόταν τον πόνο τον αβάσταχτο να αφήνεις τη γη σου, να σφάζεις το βιος σου, να μην μείνει τίποτα πίσω, να μην γίνει τίποτα λάφυρο”.

Πολλοί οι χαρακτήρες που σχετίζονται με τους βασικούς ήρωες, ο καθένας με τη δική του ιστορία, τις δικές του έγνοιες και ελπίδες. Γονείς, αδέλφια, σύντροφοι αυτών, φίλοι. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί σαν πρωταγωνιστή τον κάθε ήρωα, ανιχνεύει τα κίνητρά του, παρακολουθεί την ιστορία του.

Ανάμεσα στις ιστορίες που ξεχωρίζει ο έρωτας της Αλίκης, ένας έρωτας που την οδήγησε στην τρέλα. Δεν πρόκειται όμως ούτε για κάποιον άντρα που την απέρριψε, ούτε για έναν έρωτα που δεν άφησαν οι δικοί της να ολοκληρωθεί. Η τρέλα θα έρθει όταν θα απομακρυνθεί ο πίνακας με τον εικονιζόμενο εργάτη, τη ζωγραφιά του οποίου ερωτεύτηκε.

Ανάμεσα από απώλειες και εισβολή νέων προσώπων στη ζωή τους η Κωνσταντία και ο Τσίρος θα σπουδάσουν, θα βρουν δουλειά, θα βρουν ο ένας τον άλλον, θα φτιάξουν το σπιτικό τους, μέχρι να μεγαλώσουν, να παραχωρήσουν τα ηνία στη νέα γενιά, χωρίς πικρία.

“Έχω ακούσει ότι τα παλιά τα χρόνια στην Ιαπωνία, σε περιόδους πείνας, ανέβαζαν τους γέρους σ’ ένα βουνό και τους άφηναν να πεθάνουν. Κοιτάω την κόρη μου να αμπαλάρει σε φύλλα εφημερίδας κομμάτια από τη ζωή μου. Τα θεωρεί άψυχα γυαλικά και πορσελάνες κι ας έχει καθένα από αυτά μια θέση στην καρδιά μου. Λέει πως μ’ αγαπάει, πως υπήρξα η καλύτερη μαμά του κόσμου, φοβάμαι όμως πως αν ερχόταν πείνα, όπως στην Ιαπωνία, η κόρη μου θα ήταν η πρώτη που θα με ανέβαζε στο βουνό”.

Ένα βιβλίο γραμμένο με περίσσιο συναίσθημα, όπου καμία λέξη δεν περισσεύει και μπορεί με άνεση να αγγίξει την καρδιά κάθε αναγνώστη.

“Μετά φύσηξε ο αέρας της καθημερινότητας και όλα άρχισαν να ρέουν όπως πάντα”.

Μόλις στην τελευταία γραμμή του βιβλίου θα μάθουμε το όνομα αυτού που αποκαλείται “Τσίρος”, όταν και η ιστορία βαδίζει προς το τέλος της.

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.