Τα βουνά, στο βάθος, πήραν σιγά σιγά να διαλύονται και ν’ ανεβαίνουν σαν αναμνήσεις.
Οδ. Ελύτης
Τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια, ‘τα χρόνια της παιδικής αλητείας’, όπως συνηθίζω να τα λέω, ήταν τα πιο όμορφα και τα πιο ξένοιαστα χρόνια. Ήταν τα χρόνια που έζησα με εντολές της καρδιάς και όχι της γριάς λογικής. Μετά την τρυφερή αυτή ηλικία, αλυσοδέθηκα στις απαιτήσεις της μόρφωσης και της προκοπής. Με άλλα λόγια, έπαψα να είμαι κάτι το ασυνήθιστο και το αξιοπρόσεχτο για τους άλλους και μπήκα – εκών-άκων – στο ανθρώπινο κοπάδι όπως τόσοι και τόσοι άλλοι αφανείς. Τους στίχους του Καρυωτάκη – που είχα κορνιζάρει, ως γυμνασιόπαιδο, στον τοίχο του δωματίου μου και ήταν για μένα το μότο και η «φιλοσοφία» της σχολικής μου ζωής – τους ξεκρέμασα, αφού πρώτα τους διάβασα, με βαριά καρδιά, για τελευταία φορά:
Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Και αυτό για να μην τους βλέπω και νιώθω ντροπή που υπέκυψα στις νέες συνθήκες ζωής και «αλλαξοπίστησα». Αυτά είχα στη σκέψη μου εκείνο το βράδυ που κρατούσα στα χέρια το αναγνωστικό της Γ΄Δημοτικού. Ναι, αν και ήμουν κακός μαθητής, ο τελευταίος στην τάξη, για την ακρίβεια, τα σχολικά αναγνωστικά ήταν παραδόξως για μένα Αγία Γραφή. Αυτός είναι, άλλωστε, ο λόγος που σώζονται σήμερα στη βιβλιοθήκη μου. Καθώς έχω, τώρα, το βιβλίο στα χέρια μου και κοιτάζω το εξώφυλλο, παρατηρώ ότι στο επάνω μέρος είναι ο τίτλος του. Διαβάζω: ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ, με υπότιτλο: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΌ ΤΗΣ Γ΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ. Αμέσως πιο κάτω είναι η έγχρωμη εικόνα που στολίζει το εξώφυλλο: Ένα κοριτσάκι με λουλούδια στα χέρια και ένα αγοράκι, ακριβώς δίπλα, με υψωμένα τα χέρια, εκδηλώνει τη χαρά του για την ωραιότερη εποχή του έτους, την άνοιξη. Τα πόδια τους πατάνε σε ανθισμένο λιβάδι με παπαρούνες και άλλα αγριολούλουδα. Κάτω από την εικόνα διαβάζω τα άλλοτε γνωστά σε κάθε μαθητή στοιχεία της σχολικής έκδοσης: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ.

Και λέω «άλλοτε» γιατί σήμερα γράφουν: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ‘ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ’ ΒΙΒΛΙΩΝ, που δεν χαρακτηρίζει με ακρίβεια το βιβλίο, αφού και τα εξωσχολικά βιβλία, ακόμη και αυτά του Μαρκήσιου ντε Σαδ, τον ίδιο ακριβώς σκοπό έχουν. Τώρα θα μου πείτε: Γιατί αυτή η αλλαγή στον τίτλο της έκδοσης, αφού πρόκειται για τον ίδιο εκδοτικό οργανισμό; Ίσως – ίσως, λέω – για να μη χαμπαριάζει ο λαός ό,τι καλό έκανε ο δικτάτορας Μεταξάς και δεν μπόρεσε να κάνει η Δημοκρατία για τη σχολική εκπαίδευση. Θεώρησαν, λοιπόν, καλό, αφού του «έφαγαν» το «ΟΧΙ», να μην του αφήσουν ούτε τον Οργανισμό Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων. Αλλοιώνοντας τον τίτλο παύει ο Οργανισμός να είναι έργο του δικτάτορα. Έτσι απλά;Έτσι απλά.
Το αναγνωστικό αυτό – που είναι δημιουργία των Παύλου Νιρβάνα, Δημ. Γ. Ζήση κ.α. – διδάχτηκε πρώτη φορά στα σχολεία το 1937 και είχε τυπωθεί από τον εκδοτικό οίκο Δημητράκου. Ο Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων ιδρύθηκε από τον δικτάτορα λίγους μήνες αργότερα την ίδια χρονιά. Αυτό που έχω τώρα στα χέρια μου και διδάχτηκα στο σχολείο εκδόθηκε πάλι τη χρονιά που ήμουν στην Γ’ Δημοτικού, το 1948. Αυτή τη φορά όμως το βιβλίο ήταν έκδοση του Οργανισμού Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων, που είχε ιδρύσει ο Ιωάννης Μεταξάς.
*
Ξεφυλλίζοντας το σχολικό βιβλίο, σταμάτησα στη σελίδα έντεκα, όπου υπάρχει ένα ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, ενός ποιητή πολύ αγαπητού στους μικρούς μαθητές της εποχής εκείνης. Ο λόγος που στάθηκα να διαβάσω αυτό το ποίημα είναι γιατί με γυρίζει ογδόντα περίπου χρόνια πίσω και συνδέεται με ένα περιστατικό της σχολικής μου ζωής, το οποίο αξίζει, νομίζω, τον κόπο ν’ αφηγηθώ εδώ, και όχι γιατί το ποίημα είναι ωραίο και τράβηξε την προσοχή μου. Το αντιγράφω από το σχολικό βιβλίο:
Ο ΨΑΡΑΣ
Βγαίν’ η βαρκούλα του ψαρά
από το περιγιάλι
κι απλώνει ο ναύτης με χαρά
τα δίχτυα του και πάλι.
Το φεγγαράκι το γιαλό
τον κάνει σαν καθρέφτη
και κάθε ψάρι παχουλό
μέσα στα δίχτυα πέφτει.
Τράβα το δίχτυ σου, ψαρά,
κι αγάλια να μη σπάση•
θαρρώ, πως τούτη τη φορά
χιλιάδες έχει πιάσει.
Πολύ κουράστηκες, ψαρά,
τα ψάρια είν’ δικά σου
και πούλα τα στην αγορά
να θρέψης τα παιδιά σου.

Αυτό το απλό ποιηματάκι φέρνει στη μνήμη μου την πιο παλιά, αλλά και την πιο «ένδοξη», θα ‘λεγα, ανάμνηση της μαθητικής μου ζωής. Και το λέω αυτό γιατί το σχολείο, στα παιδικά μου μάτια, φάνταζε τότε, αντί για εκπαιδευτήριο, δεσμωτήριο. Καθημερινά, αντιμετώπιζα εκεί τιμωρίες, επιπλήξεις και συχνά αποβολές από την τάξη. Ήμουν, με άλλα λόγια, ό,τι χειρότερο μπορούσε να έχει ένας δάσκαλος στην τάξη του. Είναι όμως αλήθεια πως η αλητεία στους αθηναϊκούς δρόμους, που αποτελούσαν το δικό μου σχολείο, είχε οξύνει -λόγω των κινδύνων που εγκυμονούν οι δρόμοι των μεγαλουπόλεων – αρκετά την παρατηρητικότητά μου και είχα αποκτήσει τη δυνατότητα να προσέχω πράγματα και καταστάσεις που άλλοι δεν είχαν προσέξει. Στα έξι χρόνια του Δημοτικού Σχολείου, η μόνη φορά που σήκωσα το χέρι μου, για να μιλήσω και να μ’ ακούσουν η δασκάλα και όλη η τάξη, ήταν σ’ αυτό το ποίημα του Πολέμη. Και είναι αλήθεια ότι την ώρα που σήκωσα το χέρι μου για να μου δοθεί η άδεια να μιλήσω, το ξάφνιασμα των μαθητών και της δασκάλας ήταν τόσο απότομο, ώστε μέσα στην αίθουσα απλώθηκε μονομιάς «άκρα του τάφου σιωπή», ενώ τα βλέμματα όλων είχαν στραφεί επάνω μου. Και ένιωσα, πράγματι, εκείνη τη στιγμή τόσο ανώτερός τους, που λίγο έλειψε να γελάσω από αλαζονεία, επειδή είχα την αλλόκοτη εντύπωση ότι αποσπώντας την προσοχή τους και υποχρεώνοντάς τους να με ακούσουν, έπαιρνα την εκδίκησή μου για τις τιμωρίες και τις επιπλήξεις που είχα καθημερινά υποστεί. Όσο για τη σιωπή που απλώθηκε στην τάξη, θα έλεγα ότι οφειλόταν στο γεγονός ότι πάντα ήμουν άγραφτος, αδιάβαστος και τελείως αδιάφορος για το μάθημα. Τώρα λοιπόν που σήκωσα το χέρι μου, όλοι θ’ αναρωτιόνταν, και με το δίκιο τους , τι άραγε να θέλω να πω, αφού λίγο πιο πριν είχα δηλώσει στη δασκάλα, ρητώς και κατηγορηματικώς, ότι δεν είχα μάθει το ποίημα απέξω, όπως συνήθιζαν τότε οι δάσκαλοι να υποχρεώνουν τους μικρούς μαθητές τους για ν’ «ακονίζουν» τη μνήμη τους. Στο μεταξύ η περιέργεια της δασκάλας είχε χτυπήσει κόκκινο και μου έδωσε αμέσως την άδεια να μιλήσω.
Σηκώθηκα όρθιος από τη θέση μου και, αφού έριξα μια γρήγορη ματιά στο «πόπολο» της τάξης που είχε καρφώσει το βλέμμα επάνω μου, κοίταξα τη δασκάλα και είπα, με ύφος «πανεπιστημιακού προφέσορα»:«Νομίζω, κυρία, ότι ο ποιητής κάνει εδώ ένα λάθος». «Τι λάθος κάνει;», είπε η δασκάλα που δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή της όχι μόνο για το λάθος, αλλά και γι’ αυτόν που το επεσήμανε. Πήρα τότε το αναγνωστικό στα χέρια, κοίταξα μέσα να βρω τον στίχο και αφού τον βρήκα και σήκωσα τα μάτια απ’ το βιβλίο, την κοίταξα, σχεδόν ερωτικά, γιατί ήταν νέα και όμορφη συνάμα, και της είπα, με σταθερή φωνή, που έδειχνε ότι ήμουν σίγουρος για το λάθος: «Στον τρίτο στίχο της πρώτης στροφής, αν προσέξετε, ο ναύτης δεν είναι ψαράς ούτε ο ψαράς ναύτης». Η τάξη συνέχισε να σιωπά και περίμενε την αντίδραση της δασκάλας, που εκείνη τη στιγμή κοίταξε, ταραγμένη, στο βιβλίο της για να βεβαιωθεί. Μετά γύρισε προς εμένα και, αφού παραδέχτηκε το λάθος του ποιητή, είπε μια φράση που οι συμμαθητές μου κι εγώ ακούγαμε πρώτη φορά και δεν την καταλάβαμε : «ποιητική αδεία», φράση, όπως έμαθα αργότερα, με την οποία ο Ιωάννης Κονδυλάκης – ο συγγραφέας ενός από τα κορυφαία ελληνικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, Οι άθλιοι των Αθηνών, αν δεν το έχετε στη μνήμη σας – απέδωσε το μέγιστο αγαθό που διαθέτουν οι ποιητές: την ελευθερία και «την εν τω ποιείν εξουσία». Στο βλέμμα, πάντως , της δασκάλας, τόσο εγώ όσο και οι συμμαθητές μου διακρίναμε τον εκπαιδευτικό της εντυπωσιασμό από την παρατήρηση ενός μαθητή που η αξιολόγησή του (δεν υπερβάλλω καθόλου) ήταν πολύ πιο κάτω από τη βάση. Όσο για τη μέρα εκείνη – όπως είπα και πιο πάνω – ήταν η μόνη φορά που στα έξι χρόνια του Δημοτικού, γύρισα απ’ το σχολείο στο σπίτι ν ι κ η τ ή ς .
Φάνης Κωστόπουλος
