You are currently viewing Γεωργία Κακούρου-Χρόνη: Ελένη Λαδιά, Επιστολή σε μία νεκρή ποιήτρια, Νουβέλα, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2023  Εικαστικό εξωφύλλου: Κωνσταντίνος Μωυσιάδης  Σελίδες 136  

Γεωργία Κακούρου-Χρόνη: Ελένη Λαδιά, Επιστολή σε μία νεκρή ποιήτρια, Νουβέλα, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2023 Εικαστικό εξωφύλλου: Κωνσταντίνος Μωυσιάδης Σελίδες 136  

Επιστολή στην Ελένη Λαδιά για την Επιστολή της σε μία νεκρή ποιήτρια 

 

Μόλις τέλειωσα στην Επιστολή σου σε μία νεκρή ποιήτρια, τη Νανά Ησαΐα. Ούτε μια γραμμή της δεν έχω διαβάσει· κάτι σκόρπια από εδώ κι από εκεί, χωρίς κάτι να κρατήσει η μνήμη. Ναι, αισθάνομαι ενοχές, γιατί αυτό το όμορφο και γενναίο πλάσμα δεν άξιζε την αδιαφορία μου· θα γλύκαινε με τον καλό το λόγο και την ευρύτερη αποδοχή, όσο ορμητικά κι αν ριχνόταν σε ό,τι έταζε προσωπικούς της στόχους. Και ήταν γυναίκα! Μπορεί, αν ήταν άντρας –ή αν δεν είχε τη δύναμη να πεθάνει από καρκίνο, καταφέρνοντας να μείνει εντεύθεν των συνόρων της αυτοκτονίας, χαιρετώντας τον κόσμο με το τελευταίο της τσιγάρο – να είχε δημιουργηθεί γύρω της ένας μύθος που σήμερα θα ξαναζωντάνευε ανασταίνοντάς την.

 

«Νουβέλα» χαρακτηρίζεις το βιβλίο σου. Και μόνον, όταν ολοκλήρωσα την ανάγνωση, στάθηκα ξαφνιασμένη στον χαρακτηρισμό. Είχα την εντύπωση πως διαβάζω τη βιογραφία της Νανάς Ησαΐα και ταυτόχρονα την αυτοβιογραφία σου.

 

Κοιτάζω το εξώφυλλο, το μωβ του χρώμα· πένθιμο, οι κορδέλες του επιταφίου. Και η συμμετρική πεταλούδα στα ίδια χρώματα του πένθους. Και τώρα που την προσέχω καλύτερα δεν είναι απολύτως συμμετρική. Τα δυο πρόσωπα, όσο και να μοιάζουν, είναι διαφορετικά· το ένα ατενίζει προς τον ουρανό, ενώ το άλλο είναι προσανατολισμένο προς τα εμπρός, στην πορεία της ζωής. Δύο τα πρόσωπα, που στην απεικόνισή τους σχηματίζουν τα φτερά μιας πεταλούδας· λόγος περί δύο ψυχών κατά τον συμβολισμό της πεταλούδας με ψυχή.

 

Και ιδού η δύναμη των βιβλίων. Όχι πως δεν την βιώνουμε, αλλά είναι θετική κάθε φορά η επιβεβαίωση. Απ’ τα βιβλία η αφόρμηση για την Επιστολή σου στη νεκρή φίλη: Το πρώτο Γράμματα του Τόμας Μαν σε μετάφραση Νανάς Ησαΐα, και Δόκτωρ Φάουστους του ίδιου συγγραφέα το δεύτερο με πρόλογο Νανάς Ησαΐα. Με το που ξαναδιαβάζεις τα δυο βιβλία, η υπερδιέγερσή σου, γράφει μόνη της την Επιστολή. Και καταγράφεις για τους δικούς σου πια αναγνώστες το χαμόγελο της φίλης σου, που μας διέφυγε και σου υπαγορεύει, ανατρέποντας το στίχο της, εκείνη την πραγματικότητα που είναι αρκούντως πραγματική.[1]

 

Μπαίνουμε μαζί σου στο μυστηριακό της σπίτι με τις ιριδίζουσες λάμψεις που αντανακλώνται σε πλήθος γυάλινες επιφάνειες και τις επιστρέφουν ως προστατευτικές λάμψεις των οραμάτων της. Προσέχουμε πού πατάμε για να μην διαταράξουμε την εν αταξία τάξη της και προκαλέσουμε την οργή της. Τα σκόρπια χαρτιά, τα βιβλία, τα τσιγάρα, η γραφομηχανή της στο κρεβάτι· το κρεβάτι-γραφείο. Κι εκείνη ως θεά στον μικρόκοσμό της με το λιπόσαρκο, αθλητικό, νεανικό της σώμα, τα εβένινα, ίσια, μακριά μαλλιά, τα σκούρα της γυαλιά να την προστατεύουν λιγότερο από την αντηλιά, περισσότερο από τα βλέμματα που ήθελε ν’ αποφεύγει.

 

Σας γνώρισε ο Αντρέας Καραντώνης, στον οποίο ανήκει και ο επιτυχής χαρακτηρισμός: «η Ελένη είναι η Μαραιώτιδα λίμνη και η Νανά η Αχερουσία» (σ. 13). Το κείμενό σου είναι πράγματι μια επιστολή που απευθύνεται στη Νανά Ησαΐα πολύ περισσότερο απ’ όσο απευθύνεται στον αναγνώστη. Και κρατά το κυριότερο στοιχείο της επιστολής: Η επιστολογράφος μάς αποκαλύπτει περισσότερα για τον αποστολέα παρά για τον παραλήπτη. Ανιχνεύει τα πώς και τα γιατί· την αρχή, τη διαδρομή και το τέλος μιας φιλίας, εστιάζοντας στις κορυφώσεις των έργων που τα ξεγυμνώνεις και σας ξεγυμνώνουν.

 

Ιδιαίτερα το πρόσωπο της Νανάς Ησαΐα που η ίδια αγκομαχούσε να το κρύβει καλά πίσω από ένα προσωπείο, για να αποφεύγει το ευάλωτο της έκθεσης καλλιεργώντας ταυτόχρονα τη μυθολογία της. Πίσω απ’ αυτό το προσωπείο έμενε ο φόβος για τ’ ανθρώπινα, η οδύνη για τους προδομένους έρωτες, η πεισματική απόφαση να υποτάξει και να στοιχίσει όλες τις βιοτικές ανάγκες κάτω από την ιδέα, κάτω από τις επιταγές της Δημιουργίας, θυσιάζοντας έτσι την ίδια τη ζωή –σαν άλλος Δόκτωρ Φάουστους[2] ή σαν άλλος Κλωντ[3] ή σαν άλλος Φρενχόφερ[4]– στο ανέφικτο της δημιουργίας· καταδικάζοντας τον εαυτό της στην άκρατη φτώχεια και την εξαθλίωση· αυτή που την ανέθρεψε ο πλούτος και η άνεση χωρίς να τα εκτιμάει.

 

Ποίηση, πρόζα, ζωγραφική, μεταφράσεις, ραδιοφωνικές εκπομπές («Διαισθήσεις») η ζωή της όλη· βωμοί επιδεκτικοί πολλών θυσιών: ερώτων, οικογένειας, παιδιών, οικονομικής άνεσης, υγείας, κοινωνικής ζωής, ευρείας αποδοχής, αγάπης· με αντίτιμο τη φαντασία και το όνειρο για να ειπωθεί το άρρητο, χωρίς τελικά να επιτευχθεί η αίγλη ή η επιβράβευση. Την ώρα που άλλα παιδιά έπαιζαν, εκείνη έγραφε για το παιχνίδι στο ημερολόγιό της από τα δέκα της. Η προσπάθεια να λυτρωθούν οι θεοί της Τέχνης σ’ έναν νέο κόσμο που ομοϊδεάτες θα δημιουργούσαν στην Ύδρα απέτυχε.

 

Μέσα σ’ όλα αυτά συχνοδιαβαίνει ο δικός σου δρόμος· διασταυρώνεται με το δικό της, αλλά, όσο και να μοιάζουν ή να ταυτίζονται σε κάποια τους σημεία, ο δικός σου είναι άλλος. Τις διαφορές τις καταγράφεις η ίδια, με πιο αποκαλυπτική εκείνη του δαίμονά σου. Αρχάγγελος ο ενσαρκωμένος διάβολος, άυλο πνεύμα ο δαίμονας· ένα πνεύμα του κακού που σου εμφανίστηκε εντονότατα αρκετές φορές. Φαινόμενο εναντιοδρομικό, που σε ανάγκασε να βαδίζεις επί της περιφερείας του κύκλου, με αναλογίες στον Μεγάλο Ιεροεξεταστή,[5] ακόμη στον δαίμονα του Ιβάν Καραμάζοφ και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί η ίδια ζοφερή κατάσταση από το καλό στο κακό, και αντίστροφα, όπως την βιώνει ο Οκτάβ του Αλφρέ ντε Μυσέ[6] και ο Άντριαν Λεβέρκυν (Δόκτωρ Φάουστους) του Τόμας Μαν, στον οποίο και αναφέρεσαι. Το ιδιαίτερο ύφος με τα εις -ως επιρρήματα (πρεπόντως, επιμόνως, αντικειμενικώς, σθεναρώς, ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, αυτοβούλως) τα σύνθετα με πρώτο συνθετικό -θεο (θεόφυτων, θεόδμητο, θεολαμπές, θεοβράβευτο, θεάρεστα, θεόγραπτα), λέξεις όπως «κλίνη», «κλίμαξ», «δεικνύει», και άλλα ανάλογα, εντείνουν αυτή την αλλούτερη συγκίνηση.

 

«Θάνατος θα ήταν αυτά που είχα να πω. / Και θάνατος καταργεί τον Λόγο», αυτούς τους στίχους της Νανάς Ησαΐα επιλέγεις για επίλογό σου και ταυτόχρονο αποχαιρετισμό στην Επιστολή σου. Και ο αναγνώστης μπαίνει στον πειρασμό να νοηματατοδοτήσει διαφορετικά τους δυο στίχους, γιατί με το δικό σου λόγο κατάργησες το θάνατο· και μ’ αυτά που είχες να πεις για τη φίλη σου, τής ξανάδωσες ζωή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Νανά Ησαΐα: «Η πραγματικότητα δεν θα έπρεπε / να είναι αρκετά πραγματική. / Μόνο το αποτέλεσμα ενός χαμόγελου που διαφεύγει» (σ. 10).
[2] Τόμας Μαν, Δόκτωρ Φάουστους. Ο βίος του Γερμανού συνθέτη Άντριαν Λεβέρκυν ιστορημένος από έναν φίλο, μετ. Άρης Δικταίος, Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1976.
[3] Εμίλ Ζολά, Το Δημιούργημα, μετάφραση-επίμετρο-σχόλια Σόνια Διονυσοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2005.
[4] Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Σαραζίν και το Άγνωστο Αριστούργημα, εισαγωγικό σημείωμα-επιμέλεια-σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, μετ. Διατμηματικό Πρόγραμμα Μετάφρασης-Μεταφρασεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2007.
[5] Φ. Ντοστογιέβσκη, Αδελφοί Καραμάζοβ, μετ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Γκοβόστη, τόμ. Β, σσ. 143-169.
[6] Musset, Η εξομολόγηση ενός τέκνου του αιώνα, μετ. Βασίλης Πουλάκος, επιμέλεια-επίμετρο Μαρία Σπυριδοπούλου, Printa, Αθήνα 2015.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.