You are currently viewing Γεωργία Κακούρου-Χρόνη: Ελένη Λαδιά, Ηρώδης Αττικός, ο αισθαντικός, βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2023

Γεωργία Κακούρου-Χρόνη: Ελένη Λαδιά, Ηρώδης Αττικός, ο αισθαντικός, βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2023

πάντοθεν ευδόκιμος

 

 

Η Ελένη Λαδιά στο «προλογικό σημείωμά» της δηλώνει τις αρχές που ακολουθεί στη συγγραφή της «νουβέλας» της (ο χαρακτηρισμός του λογοτεχνικού είδους ανήκει στην ίδια) Ηρώδης Αττικός, ο αισθαντικός: Δεν φιλοδοξεί να γράψει ιστορικό μυθιστόρημα, γιατί «όταν το εκλεγμένο για την συγγραφή πρόσωπο έχει λίγα βιογραφικά στοιχεία, τότε είναι σχεδόν ανεπίτρεπτη η μυθοπλασία». Διατυπώνει, με τον τρόπο αυτό, όπως νομίζω, και μια ευρύτερη θέση της για το ιστορικό μυθιστόρημα· ότι, δηλαδή, εάν η ιστορική μορφή στερείται βιογραφικών στοιχείων, η καταφυγή στην πλήρη μυθοποίηση δεν τής είναι αποδεκτή. Επιλέγει η παρουσίαση του ήρωα να είναι «λιτή»· τον απαλλάσσει έτσι από την παράθεση στοιχείων της εποχής, όπως ένδυση, τοπογραφία πόλεων, συνήθειες κ. ά. Με τις διευκρινιστικές αυτές συγγραφικές αρχές, στις δυο πρώτες παραγράφους, απευθύνεται στον αναγνώστη υιοθετώντας το πρώτο πρόσωπο του ενικού αριθμού.

 

Στην τρίτη παράγραφο, χρησιμοποιώντας το δεύτερο ενικό πρόσωπο, στρέφεται στον ίδιο τον Ηρώδη Αττικό, για να του δηλώσει τις προθέσεις της: Διευκρινίζει ότι γράφει, όχι ως φίλος ή γραμματέας του, αλλά σαν ένα «αγαθοποιό πνεύμα» που φιλοδοξεί να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στον δικό της αιώνα και στον δεύτερο μεταχριστιανικό, τον δικό του, υποκινούμενη από τον «πόθο της αναβίωσης».

 

Πόθο που εξέθρεψαν τα έργα του· έργα που ανακαλούν διαρκώς την παρουσία του στην Αθήνα και στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο: Παναθηναϊκό στάδιο, Ηρώδειο, οδός Ρηγίλλης· αλλά και Μαραθώνας, Κηφισιά, Οινόη, Εύα Κυνουρίας. Κινητήριος, ωστόσο, δύναμη της συγγραφής στάθηκε η συγκίνησή της από τους Βίους των σοφιστών του Φλάβιου Φιλόστρατου.

 

Ο Ηρώδης, «λαμπρότατος» ανάμεσά τους, κατέστη τότε για τη συγγραφέα πρόσωπο «τηλαυγεύς και αγαπημένο»· αφού, ανάμεσα στα άλλα, προσπάθησε να διατηρήσει «τον αττικό λόγο, για να μη φιμωθεί από την εισβολή της λατινικής γλώσσας». «Ακρίτες» αποκαλεί τους εκπροσώπους της δεύτερης σοφιστικής, γιατί: «Ακρίτες, σταθήκατε για την αναβίωση του μακροχρόνιου ελληνικού πολιτισμού και της πολύτιμης γλώσσας του». Κίνητρό της, ωστόσο, στάθηκε το εξομολογούμενο μυστικό της: Ο Ηρώδης πέθανε εβδομήντα έξι χρονών, ακριβώς όσο και η συγγραφέας, όταν γράφει το βιβλίο της: «Ένας αριθμός σύμπτωσης: 76 στο παρελθόν και στο παρόν!»

 

Αυτή η σύμπτωση αναιρεί και τη χρονική ακολουθία, γιατί, όπως επεξηγεί, δεν επιθυμεί να διασπαστεί η αφήγηση σε θεματικές ενότητες και ταξινομήσεις (αξιώματα του Ηρώδη, αρχές, έργα του, περιστατικά της ζωής του), αλλά η σύνθεση να γίνει «πιο ελεύθερη και ευκολομνημόνευτη». Επομένως, η ίδια η συγγραφέας μάς γνωρίζει τις αρχές της συγγραφής της παρέχοντας ταυτόχρονα και το μέτρο της κριτικής αποτίμησης του εγχειρήματός της.

 

Η αφήγηση διαρθρώνεται σε δεκατρία κεφάλαια (χωρίς τίτλο και αρίθμηση) που το καθένα απ’ αυτά διαθέτει τη δική του συνοχή, χωρίς να διασπάται αυτή του συνόλου, όπως, για παράδειγμα, η αναφορά στη Ρήγιλλα που ο Ηρώδης την παντρεύτηκε στα σαράντα τρία του, όταν εκείνη ήταν δεκαπέντε χρονών.

 

Η Ελένη Λαδιά –σαν καλή δασκάλα– μάς εισάγει δια γραφής Φιλόστρατου στη δεύτερη σοφιστική, απαντώντας σε εύλογες, σιωπηρές, ερωτήσεις του αναγνώστη για το πότε, πού, πώς, με ποιους, πόθεν η σχολή αυτή· εξετάζει επίσης όρους και σημασίες της πρώτης και της δεύτερης σοφιστικής.

 

Στη σπουδαιότητα της δεύτερης σοφιστικής, κυρίως δια προσώπου Ηρώδου Αττικού, επανέρχεται συχνά για να τονίσει ότι συνιστά «το τελευταίο οχυρό του Ελληνισμού πριν έρθει η παρακμή». Και η δυναμική αυτού του οχυρού, που το καλύτερό του όπλο είναι η γλώσσα, διατυπώνεται δια της γραφίδος Κ.Π. Καβάφη: «Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά / ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς». Και τη «δόξα» «αυτή» αναγνωρίζει στον Ηρώδη Αττικό, στο ομότιτλό ποίημα («Ηρώδης Αττικός») επίσης του μεγάλου Αλεξανδρινού: «Α του Ηρώδη του Αττικού τι δόξα είν’ αυτή […] οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν, / μήτε να κρίνουν ή να συζητούν, / μήτε να εκλέγουν πια, ν’ ακολουθούνε μόνο.»

 

Και τα χαρακτηριστικά της δεύτερης σοφιστικής που έχουν «την ομορφιά του δειλινού και των συναισθηματικών αποχρώσεων» θα διασπείρει σε όλες τις σελίδες του βιβλίου της με επιγραμματική περιγραφή όλων αυτών των αποχρώσεων, όπως ζωγραφίζονται ξεχωριστά από τον κάθε σοφιστή, με φόντο την εποχή –στον κόσμο που ανοίγεται από τη Ρώμη έως τη Σμύρνη– το έργο, τις μεταξύ τους σχέσεις και τη συνομιλία τους με τους δυο από τους πέντε «καλούς» Ρωμαίους αυτοκράτορες, τον Αδριανό και τον Μάρκο Αυρήλιο.

 

Παρακολουθεί τη ζωή του Ηρώδη από την ημέρα της γέννησής του (Μαραθώνας, 101 μ.Χ.) έως τον θάνατό του (Μαραθώνας, 178 μ.Χ.) και διαγράφει όλη την πορεία του που την συνοψίζει στη φράση: «Έργα λαμπρά και πένθη πικρά!»· στη συνέχεια αναλύει και τα δυο μέρη της εξίσωσης επιβεβαιώνοντας την αλήθειά της. Προφανώς τα πρώτα επισύρουν τον φθόνο και το μίσος: «Ήταν εύλογο να σε μισούν. Εσύ δεν προκαλούσες μέτρια συναισθήματα αλλά ακραία, σαν φυσικά φαινόμενα».

 

Φιλομάθεια, φιλοπονία, επινοητικότητα, αγάπη στην τέχνη (μεγάλος συλλέκτης έργων τέχνης και βιβλίων), αγαθοεργία με αποδέκτες ενδεείς πολίτες, ακόμη και πολίτες πριν φθάσουν στην ένδεια για να την αποφύγουν (ἵνα μή δεηθῶσιν) και ιδιαίτερη μέριμνα για το συλλογικό καλό της πολιτείας.

 

Σε όλο το βιβλίο η Ελένη Λαδιά απευθύνεται στον Ηρώδη· κρατά, δηλαδή, το δεύτερο ενικό πρόσωπο που χρησιμοποίησε από την τρίτη κιόλας προλογική της παράγραφο. Και είτε μιλάει για τη μορφή του, είτε και τις μέρες και τα έργα του, οι προσφωνήσεις της είναι γεμάτες τρυφεράδα: Ηρώδη μου, αισθαντικέ μου Ηρώδη (από όπου και ο τίτλος του βιβλίου), εκλεκτέ μου Ηρώδη, αγαθέ μου Ηρώδη, σοφέ μου Ηρώδη, καλέ μου Ηρώδη, λαμπρέ μου Ηρώδη, εξαίσιέ μου Ηρώδη, φίλτατέ μου Ηρώδη. Η συναναστροφή της διατηρεί σε όλο το βιβλίο μια οικειότητα που μάς παρασύρει  –χωρίς να το επιδιώκει η ίδια, αλλά ούτε κι εμείς– να αναλογιζόμαστε, πέρα από το συσχετισμό των εβδομήντα έξι χρόνων, και πολλές άλλες εκλεκτικές συγγένειες με τον αγαπημένο της σοφιστή.

 

Ηρώδης ο Αττικός, ο «εξαίσιος πολυσχιδής νους», ο «συνετός» και «καλόφημος»· κι ας μην γνοιαζόταν ο ίδιος για την υστεροφημία του που την θεωρούσε λειψή, αφού δεν μπόρεσε να πραγματώσει το μέγιστο όραμά του: τη διάνοιξη του Ισθμού, έργο με διαπιστευτήρια στην αθανασία.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.