You are currently viewing Γεωργία Παπαδάκη. ΦΥΛΛΟΧΟΟΣ ⸺ ΦΥΛΛΟΚΟΜΟΣ
OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Γεωργία Παπαδάκη. ΦΥΛΛΟΧΟΟΣ ⸺ ΦΥΛΛΟΚΟΜΟΣ

 

Τα δύο παραπάνω επίθετα, εύηχα και μελωδικά με συλλαβές που τέρπουν το αυτί, είναι σύνθετα με κοινό το πρώτο συνθετικό, τη λέξη τὸ φύλλον. Το πρώτο επίθετο ὁ,ἡ φυλλοχόος-ον (← φύλλον + χέω= χύνω) λέγεται γι’ αυτ(ό)ν που χύνει, ρίχνει τα φύλλα, και το δεύτερο ὁ,ἡ φυλλόκομος-ον (φύλλον + κόμη) σημαίνει «αυτ(ό)ν που έχει μακριά κόμη από φύλλα» δηλαδή τ(ο)ν πυκνόφυλλο ⸺ με τη λέξη κόμη να αναφέρεται μεταφορικά στο φύλλωμα .
Άλλες λέξεις είτε παράγωγες από το ουσιαστικό φύλλον είτε σύνθετες με πρώτο ή δεύτερο συνθετικό αυτό⸺ κάποιες έχουν επιβιώσει ώς τις μέρες μας αυτούσιες ⸺ είναι: φυλλο-βολέω-ῶ, φυλλο-βόλος, φυλλο-ρροέω-ῶ, ἡ φυλλάς-άδος (→ φυλλάδα). Σήμερα «η φυλλάδα» δηλώνει το φθηνό έντυπο παλαιότερης εποχής που περιείχε μικρής έκτασης έργο λαϊκής λογοτεχνίας (π. χ. Η φυλλάδα τού Μεγαλέξαντρου) και χαμηλού επιπέδου έντυπο, κυρίως εφημερίδα. Η αρχική σημασία ωστόσο ήταν «το σύνολο των φύλλων δέντρου» και «σωρός φύλλων». Συνεχίζουμε με τις λέξεις: πλατύ-φυλλος, πολύ-φυλλος, ὀλιγό-φυλλος, φυλλό-σκεπος, φυλλό-στρωτος, φυλλο-φόρος, φύλλ-ωμα και οι νεότερες φυλλ-ωσιά, φυλλο-κάρδι, φυλλο-μετρώ, φυλλο-ξήρα, ξε-φυλλ-ίζω, τρι-φύλλι, τριαντά-φυλλο, επι-φυλλ-ίδα κ. ά.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν το κορφολόγημα στον πολυάνθεμον και πολύφυλλον κήπο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Και κατά πρώτον, ένας περίφημος ήδη στην αρχαιότητα παραλληλισμός από τη ραψωδία Ζ της ομηρικής Ἰλιάδος, στον οποίο ο ποιητής παρομοιάζει τις ανθρώπινες γενεές με τα φύλλα των δέντρων. Η μελαγχολική αυτή παρομοίωση έγινε αντικείμενο σχολιασμού και μίμησης όσο καμία άλλη ομηρική. Μάλιστα, έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι πρόκειται για δάνειο του ποιητή από τον μυθικό αοιδό Μουσαίο.1 Στο συγκεκριμένο ειρηνικό μέσα στη χλαλοή τού πολέμου επεισόδιο της ραψωδίας Ζ περιγράφεται η παρ’ ολίγον μονομαχία τού Διομήδη με τον Γλαύκο,2 καθώς βρέθηκαν φίλοι από τους παππούδες τους και η συγκίνηση τούς κάνει να ανταλλάξουν τις πανοπλίες τους και να δώσουν όρκους πίστης και φιλίας. Στην αρχή, με το που συναντήθηκαν στο πεδίο τής μάχης έτοιμοι για αναμέτρηση, ο Διομήδης ρώτησε τον αντίπαλό του ποιος είναι και ο Γλαύκος τού απάντησε (στ. 145-149):
« Τυδεΐδη μεγάθυμε, τίη γενεὴν ἐρεείνεις;
οἵη περ φύλλων γενεή, τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν.
φύλλα τὰ μέν τ’ ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δε θ’ ὕλη
τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ’ ἐπιγίγνεται ὥρη·
ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἡ μὲν φύει ἡ δ’ ἀπολήγει.
[…]
« Γιε τού Τυδέα γενναιόκαρδε, γιατί ρωτάς για τη γενιά μου;
Καταπώς είναι η γενιά των φύλλων, έτσι και των ανθρώπων είναι.
Και άλλα φύλλα ο άνεμος τα σκορπίζει χάμω, και άλλα πάλι τα γεννά
το θαλερό το δάσος, και τότε έρχεται η εποχή της άνοιξης·
έτσι και των ανθρώπων είναι η γενιά, η μια φυτρώνει κι η άλλη τελειώνει.
[…]

 

Στον Οἰκονομικόν του ο Ξενοφών παρουσιάζει τον Σωκράτη να μιλάει και με τον Ισχόμαχο, έναν μεγάλο γαιοκτήμονα της Αττικής, και μεταξύ των άλλων να τον ακούει για θέματα της αγροτικής οικονομίας. Σε κάποιο σημείο ο Ισχόμαχος ισχυρίζεται ότι η ίδια η φύση μαθαίνει τον άνθρωπο πώς να ασκεί τη γεωργική τέχνη κατά τον πιο ωφέλιμο τρόπο και φέρνει παράδειγμα το κλήμα. Όταν ανεβαίνει, λέει, σε δέντρο, αν είναι κάποιο κοντά, φωνάζει πως έχει ανάγκη από στήριγμα· όταν πάλι απλώνει φύλλα την εποχή που είναι ακόμα τρυφερά τα σταφύλια, φωνάζει ότι θέλει ήσκιο, για να μην χτυπάει ο ήλιος τα σταφύλια, και προσθέτει (ΧΙΧ 19):
ὅταν δὲ καιρὸς ᾖ ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἤδη γλυκαίνεσθαι τὰς σταφυλάς, φυλλορροοῦσα
διδάσκει ἑαυτὴν ψιλοῦν καὶ πεπαίνειν τὴν ὀπώραν, […]

Όταν όμως είναι ο καιρός να γλυκαθούν πλέον τα σταφύλια από τον ήλιο, ρίχνει
τα φύλλα του και μας μαθαίνει να το απογυμνώνουμε, και έτσι να ωριμάζει ο καρπός, […]

 

Μετά τον Ξενοφώντα περνάμε στον Ηρόδοτο. Ο ιστορικός δίνει την πληροφορία ότι μετά τη μάχη των Θερμοπυλών, ο Ξέρξης προετοίμασε τα σχετικά με την ταφή των νεκρών με τον εξής τρόπο (VIII, 24):
ὅσοι τοῦ στρατοῦ τοῦ ἑωυτοῦ ἦσαν νεκροὶ ἐν Θερμοπύλῃσι (ἦσαν δὲ καὶ δύο μυριάδες), ὑπολιπόμενος τούτων ὡς χιλίους, τοὺς λοιποὺς τάφρους ὀρυξάμενος ἔθαψε, φυλλάδα τε ἐπιβαλὼν καὶ γῆν ἐπαμησάμενος, ἵνα μὴ ὀφθείησαν ὑπὸ τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ.

΄Οσοι από τον στρατό τον δικό του ήταν νεκροί στις Θερμοπύλες (ήταν δε και είκοσι χιλιάδες), αφού άφησε άταφους χίλιους από αυτούς, τους υπόλοιπους τους έθαψε σε τάφρους που [έδωσε διαταγή] να ανοιχτούν και από πάνω έβαλε σωρό φύλλων και συσσώρευσε χώμα, για να μην είναι ορατά [τα ορύγματα] από τον ναυτικό στρατό.

Και ακολούθως κάλεσε με κήρυκα όσους ήθελαν από τα πλοία που βρίσκονταν στην Ιστιαία να πάνε να δουν πώς μάχεται εναντίον των ανόητων που φαντάστηκαν πως θα νικούσαν τη βασιλική δύναμη.

 

Και από τον Πατέρα τής ιστορίας στον Θεόφραστο. Στο βοτανολογικό του σύγγραμμα Περὶ φυτῶν ἱστορίαι διαβάζουμε (Α ΙΧ, 5):
ἐν Κρήτῃ δὲ λέγεται πλάτανόν τινα εἶναι ἐν τῇ Γορτυναίᾳ πρὸς πηγῇ τινι ἣ οὐ φυλλοβολεῖ· μυθολογοῦσι δὲ ὡς ὑπὸ ταύτῃ ἐμίγη τῇ Εὐρώπῃ ὁ Ζεύς· τὰς δὲ πλησίας πάσας φυλλοβολεῖν.

Λέγεται ότι στην Κρήτη, στη Γορτυνία, υπάρχει ένα πλατάνι κοντά σε μια πηγή που δεν ρίχνει τα φύλλα του — λέγουν σύμφωνα με τον μύθο ότι κάτω από αυτό έσμιξε ο Δίας με την Ευρώπη — ενώ όλα τα άλλα εκεί γύρω ρίχνουν τα φύλλα.

 

Και λίγο παρακάτω ο Θεόφραστος γράφει (Α Χ, 8):
Κοινὴ δὲ διαφορὰ πάντων ὁμοίως δένδρων καὶ τῶν ἄλλων ὅτι τὰ μὲν πολύφυλλα τὰ δ’ ὀλιγόφυλλα.

Κοινή διαφορά εξίσου σ’ όλα τα δέντρα και σε άλλα φυτά είναι ότι κάποια έχουν πολλά φύλλα και κάποια άλλα λίγα.

Και τώρα το ρήμα χέω (→ παθητικός αόριστος ἐ-χύ-θην → χύνω) επί υγρών σημαίνει «χύνω» και επί στερεών «διασκορπίζω». Το ρήμα αυτό μαρτυρείται ήδη στη Μυκηναϊκή Γραμμική Γραφή Β΄ και αναγνωρίζεται στον τύπο me-ta-ke-ku-me-na= μετακεχυμένα = μετακεχυμένη = διαλυμένη (εννοείται άμαξα). Παράγωγα του χέω είναι οι λέξεις: χύσις (=χύσιμο), χυμός, χυλός (συχνά ο χυλός και ο χυμός ταυτίζονται στα αρχαία κείμενα. Κατά μία όμως άποψη, ο χυλός δημιουργείται με το βράσιμο, ενώ ο χυμός είναι το υγρό τού φυτού στη φυσική του κατάσταση), χυτός (=χυμένος), χύτρα, χοή (σπονδή, μείγμα συνήθως από μέλι, κρασί και νερό που χυνόταν επάνω στον τάφο τού νεκρού, εξού Χοηφόροι του Αισχύλου), χοάνη-χώνη (→ μεσαιωνικό υποκοριστικό χωνίον →χωνί), τὸ χῦμα (= το υγρό, το ρευστό), χύδην (→ χυδαῖος: η πρώτη σημασία είναι «πολυάριθμος»· στους μεταγενέστερους χρόνους έλαβε την έννοια «ανάμεικτος», «ευτελής» και τέλος κατέληξε να δηλώνει μεταφορικά τον «αγροίκο» τον «πρόστυχο» )· το επίρρημα χύδην σημαίνει σωρηδόν, χωρίς τάξη· επίσης οι νεότερες λέξεις χυτήριο, χύτης κ. ά.
Το ρήμα χέω το συναντήσαμε ήδη στο απόσπασμα από την Ἰλιάδα που παραθέσαμε πιο πάνω. Άλλο ένα παράδειγμα παραθέτουμε εδώ από την αρχή, από τη ραψωδία α του ετέρου μεγάλου έπους, της Οδύσσειας. Ο ποιητής διηγείται ότι οι μνηστήρες μπήκαν στο παλάτι τού Οδυσσέα και — η συνέχεια στους στίχους 144-148:
[…] Οἱ μὲν ἔπειτα
ἑξείης ἕζοντο κατὰ κλισμούς τε θρόνους τε,
τοῖσι δὲ κήρυκες μὲν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν
σῖτον δὲ δμωαὶ παρενήνεον ἐν κανέοισιν,
[κοῦροι δὲ κρητῆρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο.]

[…] Αυτοί κατόπιν κάθονταν
κατά σειρά σ’ ανάκλιντρα και θρόνους,
και κήρυκες από τη μια χύναν νερό στα χέρια τους,
κι από την άλλη οι δούλες κουβαλούσαν μες σε κάνιστρα ψωμιά,
[και νέοι γεμίζαν τους κρατήρες3 ώς πάνω με πιοτό.]

 

Από την Ποικίλην ἱστορίαν του Αιλιανού αντλούμε την παρακάτω πληροφορία για τον Αθηναίο επιγραμματοποιό Διότιμον, τον ανήκοντα στους ονομαστούς φιλοπότες τού αρχαίου ελληνικού κόσμου (Βιβλ. Β, 41):
Οὗτός τοι καὶ χώνη ἐπεκαλεῖτο· ἐντιθέμενος γὰρ τῷ στόματι χώνην ἀδιαλείπτως ἐχώρει τὸν ἐσχεόμενον οἶνον,

Αυτός μάλιστα είχε το προσωνύμιο χωνί· γιατί βάζοντας μέσα στο στόμα του χωνί, χωρίς διακοπή έπαιρνε το κρασί που χυνόταν μέσα σ’ αυτό.

 

Γυρίζουμε αιώνες πίσω, στα χρόνια τού Αισχύλου και στις Εὐμενίδες του. Ο Ορέστης σ’ αυτό το δράμα εξιλεώνεται για το έγκλημά του να σκοτώσει τη μητέρα του. Αυτό όμως γίνεται αφού πρώτα εξευμενιστούν οι Ερινύες που τον διώκουν και πειστούν από την Αθηνά να μεταβιβάσουν την εξουσία τους σε ανθρώπινο δικαστήριο. Η θεά τότε στρεφόμενη προς τους Αθηναίους δικαστές δίνει την εντολή να αρχίσουν τη δίκη τού Ορέστη, εκφωνώντας τούτα τα πρώτα λόγια (στ. 681-682):
ΑΘ. κλύοιτ’ ἂν ἤδη θεσμόν, Ἀττικὸς λεώς,
πρώτας δίκας κρίνοντες αἵματος χυτοῦ.

ΑΘ. Ακούτε τώρα τον θεσμό [που ορίζω], εσείς της Αττικής πολίτες,
που κρίνεται την πρώτη δίκη για χυμένο αίμα.

                                                                                              Ορέστης και Ερινύες

 

Κι από την τραγωδία στην κωμωδία τού Αριστοφάνη Ὄρνιθες. Το δράμα αρχίζει με τους δύο Αθηναίους, τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδη, να έχουν για οδηγό τους ο ένας μια κουρούνα και ο άλλος μια κάργια που τους τραβολογούν στις ερημιές και τα κατσάβραχα. Από τον Ευελπίδη μαθαίνουμε ότι αναζητούν τον έποπα (τσαλαπετεινό) Τηρέα, για να τους πει αν γνωρίζει καμιά πόλη ήσυχη να πάνε εκεί να ζήσουν. Βαρέθηκαν, λέει, τη ζωή στην πόλη τους με τα εντάλματα, τα πρόστιμα και τις συνεχείς δίκες γι’ αυτό —ακολουθούν οι στίχοι 42-45:
Διὰ ταῦτα τόνδε τὸν βάδον βαδίζομεν,
κανοῦν δ’ ἔχοντε καὶ χύτραν καὶ μυρρίνας
πλανώμεθα ζητοῦντε τόπον ἀπράγμονα,
ὅποι καθιδρυθέντε διαγενοίμεθ’ ἄν.

Γι’ αυτό πήραμε τον δρόμο ετούτον,
και κρατώντας πανέρι και χύτρα και μυρτιές4
γυρνάμε εδώ κι εκεί ζητώντας έναν τόπο ήσυχο
όπου ν’ αράξουμε και να μπορέσουμε να ζήσουμε.

 

Ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές του αναφέρεται στον κωμωδιογράφο ΄Αλεξη,5 ο οποίος γράφει για χυδαίους στεφάνους, για ασήμαντα στεφάνια.
Ο δε Στράβων στα Γεωγραφικά του κάνει λόγο για χυδαῖον πλῆθος, για πλήθος αγροίκων ανθρώπων.

Τέλος, η κόμη.6 Εδώ δράττομαι της ευκαιρίας να προσεγγίσω τη λέξη και με την αρχική, τη βασική σημασία της, αυτή των τριχών τής κεφαλής. Και πρώτα λίγα λόγια εισαγωγικά.
Στους παλαιότερους χρόνους τής αρχαιότητας, γενικώς οι ΄Ελληνες έτρεφαν μακριά κόμη — οι καρηκομόωντες Ἀχαιοί στον ΄Ομηρο. Αργότερα στην Αθήνα μακριά κόμη έφεραν οι νέοι μέχρι το 18ο έτος τής ηλικίας τους, όταν εισέρχονταν στην ηλικία των εφήβων και γινόταν η οριστική εγγραφή τους στους καταλόγους των ελεύθερων πολιτών. Τότε κούρευαν τους μακρούς βοστρύχους τους και τους πρόσφεραν σε κάποια θεότητα. Θεωρούνταν δε σημείο χαλαρών ηθών να έχουν μακριά κόμη οι άντρες. Αντίθετα, στη Σπάρτη εξακολούθησε η συνήθεια να έχουν όλοι οι πολίτες μακριά κόμη, συνήθεια που καταργήθηκε πολύ μετέπειτα. Η κοπή των μαλλιών στις αρχαίες Ελληνίδες δήλωνε το πέρασμα σε κατάσταση πένθους — γενικά, το κόψιμο των μαλλιών είναι πανάρχαιο σταθερό στοιχείο πένθους και στηρίζεται στην καθολική ιδέα πως τα μαλλιά είναι έδρα τής ζωτικής δύναμης της ψυχής, και η κουρά τους είναι ένας τύπος τού συμβολικού θανάτου. Στον ΄Ομηρο κόβουν τα μαλλιά τους και οι άντρες σε περίπτωση πένθους, όπως συμβαίνει με τον Αχιλλέα και τους συντρόφους του τη στιγμή που καίνε το λείψανο του Πατρόκλου.

Επιστρέφουμε στον Ηρόδοτο και στο κεφάλαιο όπου αναφέρεται στη σύγκρουση Λακεδαιμονίων και Αργείων για την περιοχή τής Θυρέας (στο βόρειο μέρος τής Κυνουρίας), κατά την οποία νίκησαν οι Λακεδαιμόνιοι. Από τότε λοιπόν οι Αργείοι —ακολουθεί η συνέχεια στο πρωτότυπο (Ι,82):
κατακειράμενοι τὰς κεφαλάς, πρότερον ἐπάναγκες κομῶντες, ἐποιήσαντο νόμον τε καὶ κατάρην μὴ πρότερον θρέψειν κόμην Ἀργείων μηδένα μηδὲ τὰς γυναῖκάς σφι χρυσοφορήσειν, πρὶν Θυρέας ἀνασώσωνται.

αφού κούρεψαν το κεφάλι τους σύρριζα, ενώ προηγουμένως τηρούσαν το έθιμο να έχουν μακριά τα μαλλιά τους, κ α ι νόμο έκαναν κ α ι κατάρα έριξαν ότι κανείς από τους Αργείους δεν θα αφήσει μακριά μαλλιά ούτε οι γυναίκες τους θα φορέσουν χρυσά κοσμήματα, πριν ανακτήσουν ξανά τη Θυρέα.

                                                                                        Ο  κούρος της Αναβύσσου

 

Με τη μεταφορική σημασία θα δούμε τη λέξη κόμη σε μία άλλη ραψωδία τής Ὀδύσσειας προς το τέλος τού έπους, στη ραψωδία ψ. Μετά τη μνηστηροφονία, η Ευρύκλεια, η γριά τροφός τού Οδυσσέα, ξυπνά την κυρά της, την Πηνελόπη, και την ενημερώνει για τα γεγονότα, μα πάνω απ’ όλα για την επιστροφή τού Οδυσσέα. Η Πηνελόπη δυσπιστεί ακόμη και όταν κατεβαίνει στην αίθουσα και βρίσκεται μπροστά του. Ακολουθεί συζήτηση μεταξύ τους, και ο Οδυσσέας για να τον αναγνωρίσει της περιγράφει το νυφικό τους κρεβάτι στη μέση τού συζυγικού τους θαλάμου που ο ίδιος έκτισε γύρω από μια ελιά, και ήταν αμετακίνητο, γιατί χρησιμοποίησε τη ρίζα της ελιάς που δεν ήταν κομμένη. Για την ακρίβεια, της λέει πώς κατασκεύασε τον θάλαμο — παραθέτουμε τους συνεχόμενους στίχους 195-198:
Καὶ τότ’ ἔπειτ’ ἀπέκοψα κόμην τανυφύλλου ἐλαίης,
κορμὸν δ’ ἐκ ῥίζης προταμὼν ἀμφέξεσα χαλκῷ
εὖ καὶ ἐπισταμένως, καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνα,
ἑρμῖν’ ἀσκήσας, τέτρηνα δὲ πάντα τερέτρῳ.

Τότε λοιπόν την κόμη έκοψα της μακρόφυλλης ελιάς
και τον κορμό, αφού τον γύμνωσα [από τα φύλλα και τους κλάδους],
τον έξυσα ολόγυρα από τη ρίζα [αρχίζοντας] με χάλκινο σκεπάρνι
καλά και επιδέξια και ύστερα τον ίσιωσα στη στάθμη,
του κρεβατιού το πόδι φτιάχνοντας, και σε πολλές μεριές
το τρύπησα με το τρυπάνι.

 

Και τελειώνουμε με τις δύο θεματικές λέξεις τού παρόντος άρθρου.
Στην αρχή του τέταρτου βιβλίου των Ἀργοναυτικῶν του, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αφηγείται την αρπαγή τού «χρυσόμαλλου δέρατος» από τον Ιάσονα με τη βοήθεια της Μήδειας και τη φυγή των Αργοναυτών από την Κολχίδα με το πλοίο τους και με τη Μήδεια μαζί τους. ΄Ηδη όμως είχε γίνει γνωστός ο έρωτας της Μήδειας για τον Ιάσονα, τόσο στον πατέρα της, τον Αιήτη, όσο και σε όλους τους Κόχλους, που συγκεντρώθηκαν οπλισμένοι για να καταδιώξουν το πλοίο των Αργοναυτών. Και νά η περιγραφή που δίνει ο Απολλώνιος (Δ 214-219):
ἐς δ’ ἀγορὴν ἀγέροντ’ ἐνὶ τεύχεσιν, ὅσσα τε πόντου
κύματα χειμερίοιο κορύσσεται ἐξ ἀνέμοιο·
ἢ ὅσα φύλλα χαμᾶζε περικλαδέος πέσεν ὕλης
φυλλοχόῳ ἐνὶ μηνί ( τις ἂν τάδε τεκμήραιτο;)
ὧς οἱ ἀπειρέσιοι ποταμοῦ παρεμέτρεον ὄχθας,
κλαγγῇ μαιμώοντες.

Σε συνάθροιση λοιπόν συνήλθαν οπλισμένοι και όσα
της φουρτουνιασμένης θάλασσας είναι τα κύματα
που υψώνονται από τον άνεμο ή όσα τα φύλλα
που πέφτουνε στη γη από το φουντωτό το δάσος
μ’ ολόγυρα κλαδιά γεμάτο κατά τον μήνα που τα φύλλα ρίχνει
(ποιος θα μπορούσε αυτά να τα μετρήσει;)
τόσοι αναρίθμητοι περνούσαν κατά μήκος
στου ποταμού7 τις όχθες με βροντερές κραυγές ορμώντας.

 

Μεταφερόμαστε ξανά στην ονειρική πολιτεία των Ὀρνίθων του Αριστοφάνη, για να σας αφήσω με τους υπέροχους λυρικούς στίχους τού κωμωδιογράφου.
Οι δύο Αθηναίοι έχουν συναντήσει τον Τηρέα και του προτείνουν να κτίσουν τα πουλιά μια πόλη ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, αποκόβοντας τους θεούς από τους ανθρώπους· έτσι η τσίκνα από τις θυσίες που τους γίνονται πάνω στη γη δεν θα τους φτάνει στα εναέρια δώματά τους, παρά μόνο αν πληρώνουν στα πουλιά φόρο! Ο Τηρέας ενθουσιασμένος συμφωνεί, αλλά χρειάζεται η έγκριση και των άλλων πουλιών. Θα τα καλέσει λοιπόν σε σύναξη μαζί με την καλλικέλαδη κυρά του, την αηδόνα, που κοιμάται μέσα στη φυλλωσιά. Μπαίνει λοιπόν στο σύθαμνο και ακούγεται να της γλυκοτραγουδάει καλώντας την να ξυπνήσει και να αρχίσει τους λυπητερούς της κελαηδισμούς για τον γιο τους, τον πολυδάκρυτο ΄Ιτη,8 «με μελωδίες», της λέει, «που κυλούν υγρές από τις τρίλιες τού λαιμού σου» και συνεχίζει (στ. 214-219):
Καθαρὰ χωρεῖ
διὰ φυλλοκόμου μίλακος ἠχὼ
πρὸς Διὸς ἕδρας, ἵν’ ὁ χρυσοκόμας
Φοῖβος ἀκούων τοῖς σοῖς ἐλέγοις
ἀντιψάλλων ἐλεφαντόδετον
φόρμιγγα θεῶν ἵστησι χορούς·

Κι ο ήχος τους, μέσ’ από την πυκνόφυλλη τη σμιλακιά
καθάριος ανεβαίνει στου Δία τα παλάτια, στα δώματα εκεί
όπου ο χρυσομάλλης Φοίβος τους θρήνους σου ακούγοντας,
πιάνει τ’ αντίφωνο και κρούοντας τη φόρμιγγα που ’χει
τα φιλντισένια τα στολίδια, θεών στήνει χορούς·

 

 

1)Μουσαῖος: μυθικός αοιδός, ποιητής και χρησμολόγος, σύγχρονος του Ορφέα. Θεωρούνταν θρακιώτικης ή αττικής καταγωγής, αργότερα δε χαρακτηρίζεται ως «Ελευσίνιος εξ Αθηνών». Συνδέεται με τον Ορφέα, ο οποίος μνημονεύεται ως πατέρας του ή δάσκαλός του. Κατά τη μυθική παράδοση, οι Μούσες τού παρέδωσαν τη λύρα τού Ορφέα, ως κληρονόμο αυτού του μεγάλου Θρακιώτη ποιητή και κιθαρωδού. Λέγεται ότι τραγουδούσε στο Μουσεῖον, τον λόφο ΝΔ της Ακρόπολης, όπου και θάφτηκε όταν πέθανε σε μεγάλη ηλικία.
2)Ο Γλαύκος ήταν Λύκιος ήρωας που ηγήθηκε μαζί με τον Σαρπηδόνα των Λυκίων, συμμάχων των Τρώων, για να πολεμήσουν τους Αχαιούς στην Τροία. Παρουσιάζεται από τον ΄Ομηρο ως γενναίος πολεμιστής που τελικά σκοτώθηκε από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο, στη σύγκρουση Αχαιών και Τρώων πάνω από τον νεκρό τού Αχιλλέα. Οι Τρώες τον έκλαψαν και τον τίμησαν αλλά, πριν να τον θάψουν, τον άρπαξε ο Απόλλωνας, και μεταφέρθηκε από τους Ανέμους στη Λυκία, σ’ έναν ωραίο τόπο όπου τον σκέπασαν με βράχο, και οι νύμφες έκαναν να αναβλύσει πλάι στον τάφο του ένα ποτάμι, στο οποίο δόθηκε από τους ανθρώπους το όνομά του.
3)Θυμίζουμε ότι ο κρατήρ ήταν μεγάλο αγγείο, μέσα στο οποίο ανακάτευαν το κρασί (← μεσαιωνικό κρασίον, υποκοριστικό τής αρχαίας λέξης κρᾶσις ← θέμα κρα- που απαντά στο ουσιαστικό κρα-τήρ και σε άλλους χρόνους τού ρήματος κεράννυμι, όπως π. χ. στον παθητικό αόριστο ἐ-κρά-θην. Το κεράννυμι σημαίνει «αναμειγνύω», «ανακατεύω», και οι αρχαίοι ΄Ελληνες έπιναν το δυνατό τους κρασί ανακατεμένο με νερό, έπιναν τὸν κεκραμένον οἶνον).
4)Είναι τα αντικείμενα για τη θυσία που έκαναν στην ίδρυση μιας πόλης. Το πανέρι περιείχε σπόρους κριθαριού, στη χύτρα φύλαγαν το ιερό πυρ, και είχαν και κλαριά από σμύρτα.
5) Για τον ΄Αλεξη βλ. το άρθρο μας: https://www.periou.gr/%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bd%ce%b1%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b4%ce%b5%ce%b9%cf%80%ce%bd%ce%bf%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%cf%83%cf%84%e1%bf%b6%ce%bd-%ce%b3-76-d-e-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%83%cf%84-225-c-d-%ce%bc/
6) Για την κόμην με τη μεταφορική έννοια και το παράγωγό της κομάω-ῶ βλ. και το συγγενές κείμενό μας :https://www.periou.gr/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b7-%ce%b4%ce%b5%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bf%cf%83-%cf%87%ce%bb%cf%89%cf%81/
΄Οσο για την περιποίηση της κόμης (με την κυριολεκτική σημασία της) από τους άνδρες και τις γυναίκες κατά τους αρχαίους χρόνους βλ. το ακόλουθο άρθρο μας:

7) Οι Αργοναύτες, όταν έφθασαν στη γη των Κόλχων, εισχώρησαν με το πλοίο τους από τη θάλασσα στον ποταμό Φάση, για να προσεγγίσουν το άλσος όπου βρισκόταν το «δέρας» φρουρούμενο από τον δράκοντα, και οι Κόλχοι έσπευδαν να το εμποδίσουν να βγει στην ανοικτή θάλασσα.
8)Για τον μύθο τής αηδόνας και του ΄Ιτη βλ. σχ. 5 του άρθρου μας: https://www.periou.gr/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%bf%ce%ba%ce%bb%ce%ae-%ce%bf%e1%bc%b0%ce%b4%ce%af%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%82-%e1%bc%90%cf%80%e1%bd%b6-%ce%ba%ce%bf%ce%bb%cf%89%ce%bd%e1%bf%b7-%cf%83%cf%84-668-719-%ce%b2%ce%bb/

Γεωργία Παπαδάκη

H Γεωργία Παπαδάκη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου υπηρέτησε για δέκα χρόνια ως Βοηθός στον Τομέα Αρχαιολογίας και, παράλληλα, έλαβε μέρος σε διάφορες ανασκαφές. Τα τελευταία χρόνια μελετάει αρχαίους συγγραφείς και μεταφράζει αγαπημένα της κείμενα της ελληνικής γραμματείας. Από το Α΄Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας έχει παρουσιάσει παλαιότερα μια σειρά σχετικών εκπομπών με τον τίτλο « Είτε βραδιάζει είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί». ΄Εχουν εκδοθεί εξι βιβλία της: "Aνθολογία αρχαίας ελληνικής ερωτικής ποίησης", "Ο δικός μας Αριστοφάνης",  "Μούσας άγγιγμα", " Αισχύλος. Ο ποιητής του μεγαλοπρεπούς και του τιτανικού", "Σοφοκλής. Η «μέλισσα» του αρχαίου ποιητικού λόγου", "Η γυναίκα και ο γυναικείος λόγος στο έργο του Ευριπίδη".

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.