You are currently viewing Γιούλη Ζαχαρίου: SIRAT  του Oliver Laxe  – μια διαφορετική θεώρηση-

Γιούλη Ζαχαρίου: SIRAT  του Oliver Laxe  – μια διαφορετική θεώρηση-

Το τελευταίο εικοσάλεπτο και η τελική σκηνή του ‘’Sirat’’, της νέας πολυσυζητημένης ταινίας του Oliver Laxe, απορροφά και στοιχειώνει τον θεατή τόσο με την κατασκευαστική της αρτιότητα όσο και με τον πολυδιάστατο συμβολισμό της: οι ήρωες – άνθρωποι του Δυτικού πολιτισμού, φορείς δύο εντελώς διαφορετικών κοσμοαντιλήψεων, που βρέθηκαν στην σπαρασσόμενη και ναρκοθετημένη Αφρική για εντελώς προσωπικούς λόγους, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τον γηγενή πληθυσμό και τα προβλήματα του – συνυπάρχουν επιτέλους μαζί του στο τρένο της αναγκαστικής προσφυγιάς, με άδηλο μέλλον, έχοντας πληρώσει ακριβά το τίμημα της ‘’ύβρεως’’. Προσωπικά όμως, μετά τη θέαση της ταινίας, αντιμετώπισα τη δυσκολία να ανακαλύψω  τα νήματα που συνδέουν το τελευταίο εικοσάλεπτο με ο,τι προηγήθηκε· όχι γιατί με εμπόδισαν απροσπέλαστοι συμβολισμοί – αντιθέτως είναι εξόφθαλμοι και κραυγαλέοι – αλλά γιατί με ενόχλησαν δύο ιδιαίτερης βαρύτητας δραματουργικές αδυναμίες.

Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Στη μέση της μαροκινής ερήμου στήνεται ένα  ηχοσύστημα, ένα τεράστιο ‘’τοτέμ’’ για ένα νέο είδος ‘’πιστών’’. Ο ήχος πάλλεται εκκωφαντικά απέναντι στην αιώνια σιωπή της ερήμου, τα σώματα των ravers είναι παραδομένα σε  συλλογικό παραλήρημα, σε ένα είδος μυστικιστικής τελετουργίας.  Αυτά τα περιθωριακά άτομα, κάποια με αναπηρίες, μεθυσμένα από ναρκωτικά και μουσική, αποκομμένα εντελώς από το περιβάλλον, τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν; Είναι οι τελευταίοι των ρομαντικών, αναχωρητές ενός κόσμου που καταρρέει, προσκυνητές σε μια νέα ‘’Μέκκα’’ ; Είναι οι τελευταίοι θεματοφύλακες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης;  Ή δεν είναι παρά συλλέκτες εμπειριών μέσα σε μια έρημο που γι’ αυτούς είναι μόνο ένα σκηνικό έκστασης,  παροπλισμένοι και ακίνδυνοι ‘’επαναστάτες’’ της νέας εποχής;  Η σκηνοθετική ματιά είναι μάλλον ασαφής, αν και συμπαθούσα,  οπότε και ο θεατής διστάζει στη συνέχεια να ερμηνεύσει με βεβαιότητα τη στάση του κεντρικού ήρωα απέναντι τους: αμφισβητεί ταυτιζόμενος  τα θεμέλια του δικού του κόσμου ή ενοχοποιεί τον εαυτό του και τη γενιά του για τον αποπροσανατολισμό των  νεότερων γενεών;

Σε αυτή την κοινότητα των χαμένων ψυχών του Δυτικού πολιτισμού έρχεται ως άτυπος εκπρόσωπος του ο Ισπανός Λουίς, ο κεντρικός ήρωας,  με τον δωδεκάχρονο γιο του Εστεμπάν αναζητώντας την εξαφανισμένη εδώ και πέντε μήνες ενήλικη κόρη του ανάμεσα στους ravers. Δυο διαφορετικά  κοινωνικά και ιδεολογικά πρότυπα, δυο διαφορετικές αντιλήψεις για τη ζωή, δυο εντελώς διαφορετικά  μοντέλα οικογένειας συναντώνται. Η αθωότητα, η περιέργεια και η δεκτικότητα του μικρού Εστεμπάν, που λειτουργεί ως σταθερό αντίβαρο στην περιρρέουσα  παρακμή, είναι ο καταλυτικός παράγοντας υποχώρησης της εκατέρωθεν δυσπιστίας, προσέγγισης των δύο κόσμων και αποδοχής του ‘’άλλου’’, του διαφορετικού. Όμως ο έξω κόσμος που καταρρέει, η βία της εξουσίας, η επιβολή, ο πόλεμος που μαίνεται,  εισβάλλουν και διαλύουν τη φούσκα της τεχνητής ευδαιμονίας· το πάρτι διακόπτεται, πατέρας και γιος όμως ακολουθούν δυο ομάδες ravers που συνεχίζουν νοτιότερα, προς την επικίνδυνη περιοχή της Μαυριτανίας, για ένα άλλο πάρτι.

Πολύ νωρίς διαπιστώνεται ότι οι ήρωες λειτουργούν μάλλον ως σύμβολα και όχι ως χαρακτήρες, γι’ αυτό άλλωστε δεν αναφέρονται στοιχεία του παρελθόντος τους· οπότε ο θεατής οφείλει να ξεχάσει εύλογα ρεαλιστικά ερωτήματα που ανακύπτουν, του τύπου ‘’ποιος πατέρας εκθέτει ένα δωδεκάχρονο παιδί στους κινδύνους τέτοιας περιπέτειας’’ ή ‘’ποιος ξεκινάει να διασχίσει μια τόσο δύσβατη περιοχή με εντελώς ακατάλληλο αυτοκίνητο’’.

Και τότε, στο μέσον περίπου της ταινίας, ο Laxe αποφασίζει μια τρομακτικά σοκαριστική  ανατροπή, ενδεικτική, κατά τη γνώμη μου αδυναμίας να  χειριστεί  με πιο δημιουργικό τρόπο την ιστορία του. Οι βιβλικοί απόηχοι και η ισλαμική εσχατολογία είναι βέβαια αισθητά στο σενάριο,  γιατί όμως ήταν απαραίτητη η συγκεκριμένη ‘’θυσία’’,  ως η εκβιαστικά χειριστική και δραματουργικά μετέωρη  αφετηρία για το ‘’πέρασμα της γέφυρας μεταξύ του παράδεισου και της κόλασης’’ (sirat), για μια νέα εσωτερική πορεία;  Η αναζήτηση της κόρης φαίνεται να χρησίμευσε απλώς ως πρόσχημα προκειμένου να υποστηριχθεί ένα άλλου είδους, συμβολικό οδοιπορικό μέσα στην εσωτερική έρημο ενός ανθρώπου που δοκιμάζεται, μια υπαρξιακή οδύσσεια προς αναζήτηση  λύτρωσης από τις ενοχές και ενός νέου νοήματος της ζωής.

Προσωπικά, ομολογώ ότι απόλαυσα την αισθητηριακή ένταση της ταινίας: την ηλεκτρισμένη, πυρακτωμένη ατμόσφαιρα της, την  εκπληκτική ομορφιά και τη συντριπτική αδιαφορία της ερήμου προς τα ανθρώπινα, την επιδραστική, υπνωτική μουσική – αυτά που συμπαρασύρουν και εκστασιάζουν εμποδίζοντας την κριτική αποστασιοποίηση· έμεινα όμως με την εντύπωση μιας κατασκευής, μιας άνευ λόγου εξωθημένης στα άκρα ιστορίας, που είχε ως στόχο περισσότερο να  δείξει στον θεατή τη φρίκη σοκάροντας τον, παρά να τον βοηθήσει να την καταλάβει και να την ερμηνεύσει.

Γιούλη Ζαχαρίου

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.