Ασκήσεις στην ποιητική της Παυλίνας Παμπούδη
Τι γίνεται όταν ο άνθρωπος εξισωθεί με την κότα, μια και οι δύο «άνω-θρώσκουν», ο ένας μεταφορικά κοιτώντας ψηλά κι η άλλη όταν πίνει νερό (σ.9); Τι θα γίνει όταν το άλογο (μη νοήμον) γίνει άλογο (ζώο) και αυτό ταυτίζεται με το ανόητο και την ιδιότητα του θεού να μην μπορεί να νοηθεί; Όλα αυτά τα συνειρμικά «γαϊτανάκια» με δόσεις παιγνιώδους χιούμορ, ειρωνικής αλλά και φιλοσοφικής διάθεσης θα συναντήσει ο αναγνώστης σε αυτό το αξιοπερίεργο βιβλίο, που ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει όμοιό του. Η Παυλίνα Παμπούδη είναι ποιήτρια και οι καλοί ποιητές αρνούνται την κοινοτυπία. Η ίδια αρνείται να αντικρίσει τα όντα με ευθύ μάτι, προτιμά το λοξό. Και έτσι λοξοδρομεί στη μεταφορά και το φαινομενικά παράδοξο. Γιατί, όπως μας διδάσκουν πολλοί μεγάλοι δημιουργοί (Ιονέσκο, Μπέκετ και άλλοι), το παράλογο μπορεί συχνά να αποδώσει καλύτερα τον κόσμο. Ας θυμηθούμε την έννοια της «ανοικείωσης» από τη Θεωρία της Λογοτεχνίας, με βάση την οποία η λογοτεχνία μπορεί να κάνει ακόμα και τετριμμένα πράγματα να φαίνονται ως παράξενα και καινούρια και με αυτόν τον τρόπο μας κινεί το ενδιαφέρον. Ας διαβάσουμε λοιπόν το βιβλίο σαν να διαβάζουμε την ποιήτρια Παμπούδη, γιατί στην ουσία την ποιήτρια Παμπούδη διαβάζουμε.
Οι λέξεις, για τη συγγραφέα, δεν έχουν μόνο το άμεσο νόημά τους. Κρύβουν όλες τις δυνατές συνεκδοχές και συνεπαγωγές τους. Δεν έχουν παγιωμένη σημασία, όπως μας λέει και η γλωσσολογία, αλλά ρευστή, και στην Παμπούδη ταλαντεύονται, κινούνται και χοροπηδούν για να πιάσουν το άφατο (έχω παρασυρθεί και γράφω σαν αυτήν, συγνώμη…). Πάντως εγώ δεν κατάφερα να διαβάσω στρωτά το βιβλίο και νομίζω ότι έτσι διαβάζεται καλύτερα.
Επιχειρούνται με ιδιότυπο τρόπο ορισμοί εννοιών και καταστάσεων, με αφηρημένο και ελλειπτικό τρόπο. Μάλλον περισσότερο σκιαγραφούνται άτακτα χαρακτηριστικά τους παρά επιδιώκεται ένας πλήρης και συμπαγής ορισμός. Δεν είναι υποχρεωτικό να συμφωνούμε πλήρως με αυτά που γράφει, αλλά αυτό που πετυχαίνει επάξια είναι να μας βάζει σε σκέψεις και προβληματισμούς, οπότε το αποτέλεσμα είναι να εγείρει το δημιουργικό πνεύμα του αναγνώστη και όχι να τον περιορίζει σε οριοθετημένες έννοιες.
Ο κόσμος της είναι αποσπασματικός. Είναι κομμάτια ψηφιδωτού συνειρμικών σκέψεων. Όπως μας λέει και η ίδια αποσπασματική είναι: «Δεν μπορώ να διαβάσω εύκολα ολόκληρο βιβλίο. Το μυρίζω, το ξεφυλλίζω, διαβάζω μια φράση εδώ κι εκεί». Άρα το βιβλίο αυτό είναι η ίδια η συγγραφέας του, δεν μπορεί να διαβαστεί συνεχώς παρά μόνο αποσπασματικά. Λίγο το πρωί, λίγο το μεσημέρι και λίγο το βράδυ. Σαν τα χάπια της ημέρας που μας κρατάνε ζωντανούς. Είναι ασκήσεις αφηρημένου νοήματος που απαιτούν τη συμμετοχή του αναγνώστη στην ερμηνεία τους και κάθε ερμηνεία είναι διαφορετική, ανάλογα τον δέκτη. Θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει οδηγό ερμηνείας της ποίησης και της ποιητικής της, γιατί δεν περιγράφει μόνο τις θέσεις της για αυτή, αλλά και τη διαδικασία δημιουργίας, εξού και ο τίτλος «πρώτη ύλη». Σίγουρα τη θέτει στη βάση υπερρεαλιστικών επιρροών.
Ακόμα και οι κριτικές της παρατηρήσεις είναι λοξές, δηλαδή καθόλου ορθόδοξες, καθόλου αναλυτικές, αλλά συμπυκνωμένα ποιητικές. Κριτικάρει τους ποιητές με ποιητικό τρόπο και το αποτέλεσμα δεν είναι άμεσα φιλολογικό αλλά αισθητικό. Ας πούμε ότι είναι κομμάτι μιας συναισθηματικής νοημοσύνης, χωρίς επίσης να είμαστε σαφείς. Πολλά σημεία κριτικών σχολιασμών της γίνονται με βάση τις δικές της αισθητικές αρχές (π.χ. Σεφέρης σσ.19-24), αλλά δεν είναι υποκειμενικές, παρά θα τις χαρακτήριζα καλλιτεχνικές και όχι αυστηρά δοκιμιακές. Τρία κείμενα για τον Σαχτούρη, με δυο εικονικές συναντήσεις μαζί του, στοιχειοθετούν τη γενικότερη συνάντηση της τέχνης τους. Τελικά οι ποιητές εμπνέονται από το Θεό και τη θρησκεία ή «το θείον είναι βασικό συστατικό της ποίησης;» (σ.84), αναρωτιέται. Την ποιητική δημιουργία την αντικρίζει ως μια διαδικασία έντονης συμμετοχής του ψυχισμού του δημιουργού, με επιρροή του υποσυνείδητου, που ενέχει ένταση και πάθος και όχι σαν εργαστηριακά ουδέτερη.
Φιλοσοφίζοντα με υπαρξιακή χροιά είναι πολλά από τα κειμενάκια του βιβλίου. Τι είμαι; Τι είναι τέχνη; Πώς πραγματώνεται η τέχνη; Τι είναι ζωή και τι θάνατος; Ποια τα αποτυπώματα των αποθανόντων δημιουργών; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που περισσότερο σχολιάζει παρά απαντά. Ο κόσμος της Παμπούδη είναι αποσπασματικός. Ακόμα και οι πιο μεγάλες περιγραφές συμβάντων αποτελούνται από μικρές ψηφίδες περιστατικών, ιδεών ή ερωτοαπαντήσεων. Είναι ο κόσμος της συνειρμικής ποίησης. Επίσης αρνείται διαρκώς την κανονικότητα και αναζητά το «κρυμμένο», το «ανείπωτο» και το «ενδόμυχο». Η ψυχανάλυση δέχεται τα αυθόρμητα «λάθη» στη γλώσσα και οι συνειρμοί μας εκφράζουν πολλές ανείπωτες αλήθειες του υποσυνείδητου. Στους αυτόματους συνειρμούς βασίζεται και ο σουρεαλισμός, που φιλοδοξεί να εκφράσει το βαθύτερο είναι του ανθρώπου. Κάπου εκεί ανάμεσα στην αυτόματη γραφή και τον έλεγχο της λογικής βρίσκεται η τέχνη της Παμπούδη. Θεωρώ ότι αυτό το βιβλίο αποτελεί άριστο οδηγό της κατανόησης των τεχνικών της. Αρέσκεται να ξαφνιάζει, συχνά και με αστείο τρόπο, γράφοντας πράγματα που κανείς δεν θα περίμενε και στη συνέχεια ο αναγνώστης καλείται να τα συνδέσει με την πραγματικότητα και να αναστηλώσει μια δικιά του «αλήθεια» που επικοινωνεί με τη λογική.
Η αντιμετώπιση της λογοτεχνίας από την Παμπούδη είναι ολιστική. Για αυτή δεν υπάρχει αντρική, γυναικεία και gay λογοτεχνία, ούτε παιδική και ενηλίκων, παρά μόνο καλή, κακή ή μέτρια. Τονίζει ότι ο δημιουργός λειτουργεί με προσωπεία (πίσω από τα προσωπεία τι;).
Κλείνοντας, μπορώ να το πω απερίφραστα, το βιβλίο της Παυλίνας Παμπούδη είναι πρωτίστως διασκεδαστικό. Μπορείτε να γελάσετε, αλλά και να προβληματιστείτε γελώντας και ίσως να αναρωτηθείτε γιατί γελάσατε.
Γρηγόρης Τεχλεμετζής
Βιογραφικό
Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής ζει στην Αθήνα. Σπούδασε χημικός στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι απόφοιτος του κοινού μεταπτυχιακού προγράμματος Δημιουργικής Γραφής τού ΕΑΠ και του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Η μεταπτυχιακή του εργασία είχε θέμα την ψυχαναλυτική κριτική της λογοτεχνίας και την εφαρμογή της στην πεζογραφία του Μάριου Χάκκα.
Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2004 με τη συμμετοχή του στην Aνθολογία Διηγήματος – Β΄ Λογοτεχνικός Διαγωνισμός «Αντώνης Σαμαράκης» (Καστανιώτης). Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα και διαδικτυακά). Έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία του: Αφιερωμένο στην Έλενα (μυθιστόρημα, Ηριδανός, 2007), Η όψη (διηγήματα, Γκοβόστης, 2010), Ο Αρχίλοχός του (μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης, 2016), το μόνο ιστορικό μυθιστόρημα για τον ποιητή Αρχίλοχο, Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά (διηγήματα, Κέδρος, 2021) και Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον (διπλό ιστορικό μυθιστόρημα, Κέδρος, 2025).
Από το 2011 διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Ο Σίσυφος. Επίσης, ασχολείται με την κριτική λογοτεχνικών έργων ποίησης και πεζογραφίας, δημοσιεύοντας κείμενά του σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει παρουσιάσει βιβλία συναδέλφων του σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, έχει επιμεληθεί πολλά αφιερώματα στον Σίσυφο για Έλληνες λογοτέχνες, ενώ συμμετείχε με κείμενά του σε αφιερώματα περιοδικών και συλλογικών εκδόσεων.
(Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το περιοδικό FRACTAL)
