You are currently viewing Hernando Téllez: VICTORIA  AL  ATARDECER – ΝΙΚΗ  ΤΟ  ΣΟΥΡΟΥΠΟ. Μτφρ.: Ευμορφία Μαντζαβίνου

Hernando Téllez: VICTORIA  AL  ATARDECER – ΝΙΚΗ  ΤΟ  ΣΟΥΡΟΥΠΟ. Μτφρ.: Ευμορφία Μαντζαβίνου

Είχε φτάσει σ’ αυτή την ήσυχη χώρα σαν ναυαγός, ένας από τους τόσους της τραγωδίας του πολέμου. Ήταν μια χώρα του ήλιου και της βροχής, παγωμένη και θλιμμένη στις κορυφές, καυτή και εξαντλητική στις πεδιάδες. Δεν έμοιαζε με τη δική του. Μιλούσαν άλλη γλώσσα. Οι συνήθειες ήταν διαφορετικές.

Όμως ευχαριστιόταν ακόμα την ελευθερία, την ειρήνη. Ο πολιτισμός και η πνευματική καλλιέργεια  δεν έφταναν εδώ  στην αξιοζήλευτη μορφή  και στο απόγειο  που έχουν φτάσει στη δική του γλυκιά και μαρτυρική πατρίδα.

Βρήκε υποδοχή εγκάρδια και ειρηνική. Στο τελωνείο τον  ρώτησαν:

-Είστε ξένος;

Απάντησε καταφατικά με το κεφάλι, ενώ κοίταζε αφηρημένα τον άγνωστο λαό  και το ασυνήθιστο τοπίο, ανοιχτό μπρος στα μάτια του.

-Ποιας εθνικότητας;

-Είμαι Γάλλος, είπε προσπαθώντας να αποβάλλει την μητρική προφορά από το γράμμα ρο και ψάχνοντας λίγη έμφαση αλά εσπανιόλ στο λαρύγγι του και στην επιγλωττίδα.

-Πολύ καλά, του απάντησαν. Και του έδειξαν να σταθεί με εκείνoυς που έκαναν ουρά περιμένοντας τις τελευταίες διατυπώσεις.

Στην πόλη αυτή ήταν δύσκολο να βρει δουλειά. Υπήρχε όμως παντού ένα κλίμα αληθινής συμπάθειας  για την ταπεινωμένη και υπό κατοχή πατρίδα του. Άρχιζε να καταλαβαίνει και να μιλάει καλύτερα την παράξενη, μουσική και κάπως θεατρικά επιθετική γλώσσα που άκουγε από το πρωί ως το βράδυ. Οι άνθρωποι μάντευαν από  μακριά, χωρίς να χρειάζεται να τον ακούσουν, ότι ήταν ξένος. Πολλές φορές έπιανε στον αέρα το σχόλιο που προκαλούσε η παρουσία του σε δημόσια   και πολυσύχναστα μέρη. Πρέπει να είναι ναζί, πολωνός, μοιάζει για εγγλέζος. Σπάνια μάντευαν την εθνικότητά του. Δικαιολογημένα κατά τα λοιπά για το λάθος. Τα μαλλιά του ήταν ίσια, στο χρώμα του καθαρού χρυσού, ήταν ψηλός και κάπως άχαρος. Τα μάτια του, βαθύ μπλέ. Οι πλάτες του φαρδιές και καλοσχηματισμένες, το στήθος του αθλητή. Εύκολα λοιπόν μπορούσε να εξηγηθεί το λάθος που επέσυρε η παρουσία του όταν περνούσε από το δρόμο, τα εστιατόρια και τις αίθουσες των κινηματογράφων. Και όταν θυμόταν ότι είχε γεννηθεί σε μια από τις διεκδικούμενες επαρχίες  της Αλσατίας, στην οποία το αίμα και η γλώσσα των Γερμανών έτρεχαν με ορμή και υπεροψία για να ανακατευτούν με το αίμα και τη γλώσσα των Γάλλων, κατανοούσε ότι στο απλοϊκό συμπέρασμα  εκείνων των ανθρώπων η εμφάνισή του πρόσφερε μια βάση αληθείας, για να δικαιολογήσουν το σφάλμα που τους έκανε να τον θεωρούν σαν κάτι που δεν ήταν. Κάποιες φορές οργιζόταν και κατέληγε θυμωμένα να πει κατάμουτρα αλλά με ευγένεια στον άγνωστο:

-Συγγνώμη, κύριε. Σας άκουσα να λέτε ότι είμαι Γερμανός. Είμαι Γάλλος και έχω πολεμήσει στον πόλεμο, αν σας αρκεί…

Ο άγνωστος έμενε έκπληκτος για λίγο. Μετά όμως χαμογελούσε και ζητούσε συγγνώμη.

-Γάλλος; Υπέροχο. Θαυμάζουμε πολύ την πατρίδα σας εδώ.

Του έμεναν ακόμα λίγα χρήματα από εκείνα που έλαβε σε ένα λιμάνι του Περού από τα χέρια ενός αντιπροσώπου με τον οποίο ο παλιός εμπορικός οίκος του πατέρα του διατηρούσε μέχρι τους πρώτους μήνες του πολέμου άριστες εμπορικές σχέσεις. Ήταν προφανές όμως ότι, αν δεν έβρισκε δουλειά, η κατάστασή του θα γινόταν απελπιστική. Είχε ήδη επισκεφτεί όσες διευθύνσεις  του υποδείχθηκαν στην αρχή ως τις πλέον κατάλληλες για να πραγματοποιήσει την επιθυμία του να βρει δηλαδή δουλειά, να οργανώσει τη ζωή του διακριτικά, με σύνεση μέχρι να φτάσει στο τέλος της η βάρβαρη αναμέτρηση, της οποίας ο ίδιος υπήρξε ένα ανθρώπινο συντρίμμι που εκ από θαύματος έχει σωθεί.

Ήταν  πολύς καιρός που δεν είχε μάθει τίποτα για την οικογένειά του ούτε για τους φίλους του. Η οικογένειά του έμενε κάπου στη νότια Γαλλία σε ένα χωριουδάκι στην περιοχή που διοικούσαν Ιταλοί δημόσιοι διοικητικοί υπάλληλοι και στρατιώτες. Αυτοί οι τελευταίοι είχαν τα κράνη τους γεμάτα φτερά και βολτάριζαν στους δρόμους με πόζα, όλο ματαιοδοξία.

Σκεφτόταν  τη γυναίκα του, όχι όμως με πόνο. Ήταν περίεργο το ιδιαίτερο συναίσθημα που στο μυαλό του απελευθέρωνε  η ανάμνηση της γυναίκας του. Στη δίνη αυτού του πρωτόγνωρου συναισθήματος  εμφανιζόταν ένα είδος σειρήνας, σχεδόν σαν ζωτική συμμόρφωση με το πεπρωμένο που είχε χωρίσει τα σώματά τους σε χώρο και χρόνο, τοποθετώντας ανάμεσά τους τον ωκεανό, τις χώρες, τις πόλεις, τις γλώσσες, τον ορυμαγδό του πολέμου, την ατέλειωτη αγωνία των ηττημένων, την σκληρή ικανοποίηση των νικητών. Κάποιες φορές τη νύχτα στο κρεβάτι του πελάτη  του μικρού ταπεινού ξενοδοχείου, όπου είχε βρει κατάλυμα από όταν έφτασε στην πόλη, τον αναστάτωνε μέχρι που του γινόταν ανυπόφορη η απουσία αυτού του σώματος που βρισκόταν τόσο μακριά, τόσο απόν. Στα λοφάκια, στις συγκεκριμένες και χαριτωμένες καμπύλες του οποίου τα χέρια του είχαν περιπλανηθεί όλα τα βράδια στο μεγάλο νυκτερινό ταξίδι του έρωτα. Τώρα σκεφτόταν προσπαθώντας να κυριαρχήσει στην εσωτερική απελπισία της ψυχής  του και να κατευνάσει την αγωνία του δύσκολου αισθησιασμού: «Πώς ήταν, πώς είναι η γυναίκα μου;». Και έψαχνε στην φαντασία του την ακριβή ανάμνηση που θάμπωνε στον ομιχλώδη ορίζοντα της συνείδησής του, στον οποίο παρουσιαζόταν εκείνη άμορφη, σβησμένη και αόριστη. «Τα μάτια της είναι γαλάζια», επαναλάμβανε ξανά και ξανά  γαντζωμένος  από αυτή τη διατύπωση, ως εάν στην άβυσσο της λησμονιάς στην οποία γκρεμιζόταν να μην του έμενε άλλο φως από την παλιά και όμορφη αλήθεια συγκεντρωμένη σε εκείνο το σώμα. «Και το χαμόγελο και τα χέρια  και οι παλάμες; Πώς ήταν;», «Τι αίσχος αυτός ο πόλεμος» ξέσπαγε με δυνατή φωνή στη γλώσσα του, στριφογυρίζοντας στα σεντόνια για να βρει και να ανάψει τη λάμπα δίπλα στο τραπεζάκι. «Και τα παιδιά μου, τι θα γίνει με τα παιδιά μου;» Και σηκωνόταν από το κρεβάτι για να ψάξει στη βαλίτσα του τη φωτογραφία, τη μοναδική που είχε μπορέσει να φέρει μαζί του, στην οποία εμφανίζονταν δύο παιδάκια στην ακρογιαλιά, τα κορμάκια γυμνά να στάζουν νερό, τα μαλλιά κολλημένα στους κροτάφους και στα πρόσωπά τους μια έκφραση σαν ευτυχισμένα ζωάκια. Στο βάθος, αόριστα, φαίνονταν άλλες ασαφείς σιλουέτες και η ακρογιαλιά.

Βρήκε δουλειά  σε μια μεγάλη βιομηχανία γαλακτοκομικών προϊόντων. Γνώριζε από γαλακτοκομία. Ένα μέρος της παιδικής του ηλικίας και της εφηβείας του το πέρασε στη Νορμανδία και τη Βρετάνη, όπου συγγενείς από την πλευρά της μητέρας του οικοδομούσαν την ευημερία τους ως μικροαστοί με το να επιδίδονται σε αυτή την επαγγελματική δραστηριότητα. Εξάλλου συνέχιζαν και μια παράδοση κληροδοτημένη από τους πατέρες στους γιούς εδώ και αρκετούς αιώνες. Στην περίπτωσή του αυτή η παράδοση είχε διακοπεί λόγω των περιστάσεων, και εξαιτίας του πατέρα του ο οποίος επέμενε ότι έπρεπε να ακολουθήσει άλλη πορεία στη ζωή του. Τον έστειλαν στο Παρίσι να τελειώσει πρώτα το Γυμνάσιο και μετά να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο. Ήθελαν να γίνει γιατρός. Το πρώτο του έτος στην Ιατρική κατέληξε μια  πλήρης αποτυχία, έτσι παράτησε το Πανεπιστήμιο για να βοηθήσει τον πατέρα του στον εμπορικό οίκο που εκείνος είχε ιδρύσει και κρατήσει με μεγάλη επιτυχία στην πρωτεύουσα της Γαλλίας. Σχεδόν όλες οι εμπορικές σχέσεις του πατέρα του ήταν με ανθρώπους από την Αμερική. Αργεντινή, Χιλή, Περού, Βολιβία ήταν, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων που προηγήθηκαν του πολέμου, τα ονόματα χωρών που αναγράφονταν πολύ συχνά στις επιστολές του οι οποίες απευθύνονταν σε μακρινούς αντιπροσώπους. Και αυτά τα ονόματα γέμιζαν σιγά σιγά τη φαντασία του από ένα περιεχόμενο ιδιαίτερο, καρπός που προερχόταν από αναγνώσεις  τιμοκαταλόγων και πολύχρωμα φυλλάδια για διεθνή τουρισμό. Ονειρευόταν αυτές τις χώρες και ονειροπολώντας δοκίμαζε μια αίσθηση εξωτισμού για περιοχές που φλέγονταν σχεδόν όλες τις εποχές του χρόνου και με ανθρώπους απαυδισμένους από μια απάνθρωπη ζέστη, ιδρωμένους και νυσταλέους κάτω από οργιώδη φοινικόδεντρα. Τώρα όμως στην τροπική ζώνη και στην τροπική πολιτεία στην οποία βρισκόταν δεν υπήρχε παρά μόνο κρύο, αδιάκοπη βροχή και μελαγχολία.

Του είπαν ότι υπήρχε η σκέψη να εκμεταλλευτούν το γεγονός ότι μιλούσε και έγραφε γαλλικά επιπλέον αγγλικά και καταλάβαινε γερμανικά για να εργαστεί σε κάποιο τμήμα της επιχείρησης που μέχρι στιγμής βρισκόταν στα χέρια ξένων. Δεν δίστασε καθόλου και δέχτηκε ενθουσιασμένος. Πολύ σύντομα έμαθε ότι έπρεπε να αναπτύξει  συνεργασία με έναν Γερμανό πολίτη, εγκατεστημένο εδώ και κάμποσα χρόνια στη χώρα και  σημαντικού συνεργάτη  του οίκου. Έκρυψε τη δυσαρέσκειά του και  την εσωτερική θύελλα μίσους που ενέσκηψε στη ψυχή του όταν τον παρουσίασαν σε εκείνον που έμελλε να είναι στο εξής ο συνάδελφος, ο συνεργάτης του. Είπε το όνομά του και έτεινε  ευγενικά το χέρι του στον εχθρό. Ένιωσε το σκληρό, δυνατό, πρωσικό σφίξιμο του εχθρικού χεριού  στο δικό του, του νικημένου αντιπάλου, χέρι. Σε ένα λεπτό, μπροστά σε αυτό το μεγάλο και τετράγωνο κεφάλι, σχολαστικά ξυρισμένο, μπροστά σε αυτά τα κοροϊδευτικά μάτια, στο στιγματισμένο με μικρές φακίδες δέρμα και στο θώρακα από ατσάλι ντυμένο με ένα αστραφτερό, κολλαριστό πουκάμισο, τον συντάραξαν οι αναμνήσεις της ζωής που είχε εγκαταλείψει για να έρθει στην Αμερική. Η φυσική εικόνα του Γερμανού που ήδη του μιλούσε για τις λεπτομέρειες της δουλειάς, ζωντάνεψε το κοντινό παρελθόν, το παρελθόν του ως Γάλλος στρατιώτης, ως απελπισμένος αντίπαλος  στη μάχη της Φλάνδρας με την άδεια φυσιγγιοθήκη, το άχρηστο τουφέκι στον ώμο, το κομματιασμένο κράνος, τις τρύπιες μπότες γεμάτες λάσπη, το σκισμένο αμπέχωνο, άϋπνος και νηστικός, φυγάς μέσα από δάση και δρόμους ενώ από πάνω τα γερμανικά αεροπλάνα έσχιζαν το διάφανο στερέωμα του ουρανού, αφήνοντας αδιάκοπα να πέφτει βροχή από φωτιά. Θυμήθηκε τους σκοτωμένους συντρόφους του, εκείνο το παλληκαράκι που αποτρελάθηκε και σήκωνε, στο πέρασμα  των βομβαρδιστικών, τα χέρια του ανάμεσα από τους θάμνους φωνάζοντας να τον σκοτώσουν για να μη δει την κατάρρευση της πατρίδας του, τους στρατιώτες να φθάνουν εξουθενωμένοι πια από την κούραση στα μεγάλα μεταγωγικά που τους περίμεναν στη Δουνκέρκη.

-Λέγατε…

-Ναι, η δουλειά θα σας φανεί λίγο περίπλοκη στην αρχή αλλά στη συνέχεια θα συνηθίσετε…

Υπήρξαν δυο μήνες σιωπηλού βασανιστηρίου, συστηματικού και μύχιου. Ο Γερμανός ήταν σοβαρός, τραχύς και ευγενής συγχρόνως, με το είδος της ευγένειας που απελπίζει εκείνου που θεωρείται και αισθάνεται πλήρως αποστασιοποιημένος αλλά αναμφισβήτητος συμμέτοχος μιας μεγάλης συλλογικής νίκης. Ο πόλεμος περνούσε στην εποχή της πιο σκοτεινής  φάσης για τους συμμάχους. Στις τοπικές εφημερίδες γινόταν λόγος κάθε μέρα για την ταπείνωση της Γαλλίας για τις αδιανόητες αδυναμίες της κυβέρνησης που εγκαταστάθηκε στο Βισύ και για τις αυξανόμενες επιτυχίες των γερμανικών στρατευμάτων. Οι ειδήσεις για τα σαμποτάζ και την αντίσταση των Γάλλων πολιτών εναντίον των αρχών κατοχής, σχολιάζονταν ως ακατανόητες από το γερμανό και σε τόνο ανυπόφορο:

-Επιτέλους, τι λάθος κι αυτό των συμπατριωτών σας να σκοτώνονται μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης χωρίς να χρειάζεται. Έχει κάποιο αντικείμενο μια τέτοια στάση, όταν πια δεν είναι δυνατόν να αμφιβάλλει κανείς για την πλήρη επικράτηση της Γερμανίας; Η μεγάλη Γερμανία είναι η κυρίαρχος της ηπείρου.

Ο Γάλλος απαντούσε αόριστα αποφεύγοντας όσο μπορούσε αυτή τη  συζήτηση που τον πλήγωνε βαθιά. Μια στο τόσο επέτρεπε στον εαυτό του να σχολιάσει τις ματαιόδοξες προβλέψεις του ναζί. Ήταν όμως βέβαιο ότι αυτό δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο ανυπόφορη. Ο Γερμανός τον είχε για σίγουρο και τον μεταχειριζόταν σαν να ήταν στην πραγματικότητα δικός του αιχμάλωτος. Κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων μιλούσε προσεκτικά για την πολιτική στάση της Γαλλίας και για τα στρατιωτικά της λάθη. Κατόπιν η κριτική έγινε απροκάλυπτη, ασεβής, αμείλικτα ψυχρή και υπερβολική. «Η χώρα σου δεν κάνει  για σύγχρονο πόλεμο». «Αυτή η κατάρρευση την συμφέρει». «Υπήρχε πολύ σαπίλα». «Η δική μας πέμπτη φάλαγγα δούλευε προς όφελος της Γαλλίας της οποίας το πεπρωμένο θα μπορούσε να ενωθεί με το πεπρωμένο του γερμανικού λαού». Ο Γάλλος έβαζε τα δυνατά του να διατηρήσει την ηρεμία του. Κάποιες φορές ένιωθε κυριολεκτικά  νικημένος σε αυτόν το νέο και καθημερινό πόλεμο που σε χώρα εξωτική, πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα πεδία των μαχών, του έκανε ο εχθρός, ο μεγάλος και παντοδύναμος εχθρός, που για να του ξεφύγει είχε διασχίσει ωκεανό και χώρες ελπίζοντας να βρει στη Λατινική Αμερική λίγη ειρήνη. Ο εχθρός όμως βρισκόταν και εδώ, τον είχε μπροστά του ισχυρογνώμονα, φειδωλό, αποτελεσματικό, πειστικό, κτητικό και εδώ  για τη δική του ανθρώπινη μοίρα, για τη δική του θέση στη γη.

«Είναι το ίδιο», σκεφτόταν «με το να ήμουν εκεί. Σε τίποτα δεν με ωφέλησε που εγκατέλειψα τη χώρα μου  για να ‘ρθω στην άκρη του κόσμου και να έχω να κάνω και πάλι με τον εχθρό». Μέσα στην απελπισία του, στην εσωτερική αγωνία που τον κατείχε, σκεφτόταν πολλές φορές να μην επιστρέψει ποτέ πια στη δουλειά  και να περιπλανιέται ξανά στους δρόμους της ξένης πολιτείας. « Αλλά  γιατί; Γιατί  πάει να με καταστρέψει και σε αυτή τη μάχη για ένα κομμάτι ψωμί και για ένα κεραμίδι, όπως οι συμπατριώτες του έχουν καταστρέψει τους δικούς μου στη δική μου χώρα; Α! αυτό, όχι, αυτό δεν πρέπει να γίνει. Δεν θα αφήσω να με νικήσει. Πόσο δύσκολη όμως θα είναι αυτή η μάχη. Είναι παλιός υπάλληλος, απολαμβάνει τη συμπάθεια και είναι εδραιωμένος με πιστοποιημένες καλές υπηρεσίες για πολλά  χρόνια. Εγώ σε αντίθεση είμαι νεοφερμένος, ένας πρωτοεμφανιζόμενος. Εάν κατάφερνα να μειώσω τη ματαιοδοξία του, τη ματαιοδοξία που τον κάνει να λέει αυτά τα πράγματα που δεν αντέχω να ακούω, χωρίς να μου γίνει εμμονή η επιθυμία να του σαλτάρω στο λαιμό … Αλλά δεν σωπαίνει με τίποτα. Αγαπάει την πατρίδα του, όπως και εγώ αγαπώ τη δική μου και επιπλέον θεωρείται νικητής, συνυπεύθυνος με ογδόντα εκατομμύρια ναζί για μια δόξα καταπληκτική και τρομερή … Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, μεταμορφωμένος σε στρατιώτη, με το που θα με συναντούσε στην  Ευρώπη, θα με είχε σκοτώσει χωρίς δισταγμό και με εξαιρετική αγαλλίαση. Κάτω από την πολιτική  και ουδέτερη περιβολή του βρίσκεται ο αλαζόνας ναζί, ο διατεθειμένος στρατιώτης να εισβάλλει, να σκοτώσει, να βασανίσει, να μαστιγώσει. Η νίκη των δικών του δεν σταματάει στα σύνορα των χωρών που έχουν κατακτήσει αλλά φτάνει και σε κάθε γωνιά της γης. Να τώρα εγώ, σε μια ελεύθερη χώρα βρίσκομαι σαν αιχμάλωτος εξαιτίας της ματαιοδοξίας του, της επιρροής του, της θέσης του. Δεν μπορώ λοιπόν να θεωρηθώ περισσότερο τυχερός από τους συμπατριώτες μου αλλά τόσο άτυχος όσο εκείνοι… Τι θα μπορούσα να κάνω; Να του προσφέρω την εύκολη νίκη; Μια νίκη ακόμα! Να εγκαταλείψω τη θέση μου δίπλα του και να βρεθώ στο δρόμο με τη δυστυχία.  Αυτό θα ήταν ο θρίαμβός του, η προσωπική του νίκη πάνω στη Γαλλία  που την κατάφερε χωρίς προσπάθεια, χωρίς να ματώσει, χωρίς βία φυσική, χωρίς να χρειαστεί να διακινδυνεύσει τίποτα δικό του στην καθημερινή μάχη που διεξαγόταν ανάμεσα στους δυο μας από την πρώτη κιόλας μέρα, με το που σφίξαμε τα χέρια. Θέλει, ψάχνει, εύχεται να με δει να καταστρέφομαι από τα λόγια του, από τη στάση του, από τις γκριμάτσες της ανωτερότητάς του που δεν ανέχομαι…»

Τις μέρες που ακολούθησαν συσσωρεύτηκε στην ψυχή του Γάλλου αργά και σταθερά ένα συναίσθημα πλήρους ηττοπάθειας. Η βεβαιότητα με την οποία κινούταν ο Γερμανός στο χώρο των επιχειρήσεων, η εκπληκτική του ικανότητα να γίνεται απαραίτητος εκεί ακριβώς που χρειαζόταν και η απόλυτη εξουσία με την οποία ρύθμιζε από  καιρό πριν  όλα όσα αφορούσαν στην ψυχολογία των ντόπιων κατοίκων της χώρας, του εξασφάλιζαν θέση ισχύος ώστε να δείχνει  όλη την ανασφάλεια, την έλλειψη προσαρμογής του γάλλου σε πλήθος από αντίξοες περιστάσεις για εκείνον μέχρι τώρα και ίσως για πολύ καιρό ακόμα.

«Είναι το ίδιο με το να βρίσκομαι σε κατεχόμενο έδαφος» , η εφιαλτική ιδέα του Γάλλου. Η ανάμνηση της γυναίκας του, των παιδιών του, των φίλων του, της χώρας του  τού γινόταν εμμονή με δραματική ένταση, ακριβώς γιατί η παρουσία του Γερμανού αποσυνέδεε την φαντασία του από το παρελθόν, το παρελθόν που δεν είχε μπορέσει να σβήσει με την απόσταση ούτε όταν έβαζε ανάμεσα σ’ αυτό και τη σημερινή δύστυχη ζωή του τόσα και τόσα τοπία, ήχους, ονόματα και πράγματα καινούργια, ασύνδετα, σπάνια και παράξενα όπως αυτά που τον περιέβαλλαν τώρα. Η ιδέα ότι ο εχθρός, που του είχαν δείξει σαν συνάδελφο στην εργασία του, θα είχε γίνει κάτω από άλλους ουρανούς ο δικός του δήμιος και ο δήμιος του δικού του λαού, δεν τον εγκατέλειπε. «Έχω εδώ σε δυο βήματα απόσταση έναν εχθρό της πατρίδας μου. Δεν μας χωρίζει παρά όσο πιάνει ένα τραπέζι. Αν αντί να συναντηθούμε εδώ βρισκόμασταν σε άλλο μέρος, οπωσδήποτε εγώ θα τον είχα σκοτώσει, χωρίς να σκεφτώ ποιος ήταν, ούτε πώς λεγόταν, ούτε τι είδους συναισθηματικοί δεσμοί τον έδεναν με τον έρωτα, τη ζωή, την πατρίδα. Θα μου έφτανε να ξέρω ότι ήταν εχθρός, ένας εισβολέας ικανός να βασανίσει τα παιδιά μου και να διαλέξει ως όμηρο, για μια κατοπινή σφαγή τη δική μου γυναίκα. Και ωστόσο βρίσκομαι εδώ χαμογελώ, συζητώ με τον εχθρό, εξαρτώμαι από αυτόν. Θα μπορούσα να φύγω και να του αφήσω τη δική μου απουσία σαν τρόπαιο της νίκης του, την ανάμνηση ενός ακόμα γάλλου ηττημένου και ταπεινωμένου…»

Ήταν μόνοι τους στη μεγάλη αίθουσα. Από τα φαρδιά παράθυρα που έβλεπαν στο δρόμο φαίνονταν οι πρώτες σκιές του απογεύματος. Η μέρα ήταν φωτεινή και καθαρή. Το επιβλητικό κτήριο  είχε ερημώσει, άδειο από ανθρώπους. Ο θυρωρός είχε κλίσει τα ηλεκτρικά φώτα στους άλλους ορόφους. Μια απόλυτη σιωπή άρχιζε να κυριαρχεί  στα, λίγες στιγμές πριν, θορυβώδη  γραφεία από όπου ακούγονταν φωνές, βήματα, πλήκτρα από γραφομηχανές, ήχοι ηλεκτρικών  κουδουνιών και στο βάθος συνεχής και ισόχρονη η παλίρροια των ασανσέρ, όταν ανέβαιναν και κατέβαιναν με ανθρώπινο φορτίο από δακτυλογράφους,  διευθυντές, επισκέπτες και προσωπικό υπηρεσίας.

Πάνω στο γραφείο του Γάλλου έλαμπαν σαν καινούργια όλα τα πράγματα. Το κρυστάλλινο μελανοδοχείο, με τα δυο δοχεία, κόκκινο και μαύρο , το σταχτοδοχείο από χαλκό, ο λεπτός και αιχμηρός χαρτοκόπτης, η λάμπα. Μπροστά του εργαζόταν ο γερμανός. Έβλεπε το μεγάλο και ξανθό του κεφάλι σκυμμένο πάνω στα χαρτιά του. «Εδώ βρίσκομαι με τον εχθρό, στα δυο βήματα» σκεφτόταν ο Γάλλος. «Και τι απόλυτη ησυχία, τι πλήρης  ευδαιμονία μας περιβάλλει. Εάν κάποιος μας έβλεπε αυτή τη στιγμή δεν θα έπαυε να σκέφτεται την αδελφοσύνη των λαών, την ειρήνη στη γη, τους καλοπροαίρετους ανθρώπους».

Πήρε στα χέρια του τον χαρτοκόπτη για να διώξει τις σκέψεις του παίζοντας. «Είναι όμως εχθρός μου. Εγώ ξέρω καλά ότι θα με είχε σκοτώσει  και τώρα είναι έτοιμος να με καταρρακώσει σε μια φυλετική μάχη σε ξένη χώρα. Θα φύγω… ούτε λόγος. Είναι κυρίαρχος σε αυτόν το νέο τόπο που έφτασα υποθέτοντας ότι ο εχθρός δεν θα με είχε προλάβει… Μια νίκη ακόμα κατά ενός γάλλου…» Ο Γερμανός εξακολουθούσε απαθής να ξεφυλλίζει ένα χοντρό κατάλογο. Ο Γάλλος σηκώθηκε από τη θέση του έχοντας το λεπτό και κομψό χαρτοκόπτη στα χέρια του. «Φυσικά και θα με είχε σκοτώσει, θα είχε βασανίσει τα παιδιά μου…». Του φάνηκε πως ο Γερμανός τον καλούσε δείχνοντάς του κάτι σε ένα βιβλίο. Προχώρησε μηχανικά. Βρισκόταν τώρα δίπλα στον εχθρό, τον ακουμπούσε, ένιωθε στη μύτη του την απαλή και διακριτική μυρωδιά της καλής μάρκας λοσιόν που ανέδινε ανεπαίσθητα το χοντρό κεφάλι. Στεκόταν όρθιος καρφώνοντας  με τα μάτια του αυτό το κεφάλι και το χοντρό, άσπρο σβέρκο όπου έκανε την εμφάνισή της μια μικροσκοπική βλάστηση από χρυσαφένιες τρίχες. «Είναι ο εχθρός μου! Είναι ο εχθρός μου!», επαναλάμβανε μέσα του ενώ ο άλλος του εξηγούσε κάτι πάνω στις τιμές των προς πώληση εμπορευμάτων.

Από το δρόμο, μέσα από τα παράθυρα ερχόταν εξασθενημένος και  μακρινός ο αόριστος ψίθυρος που άφηναν στην άσφαλτο της λεωφόρου οι εξατμίσεις των αυτοκινήτων. «Χωρίς αμφιβολία θα με είχε σκοτώσει και θα είχε βασανίσει τα παιδιά μου…» Πλησίασε λίγο ακόμα και για ένα δευτερόλεπτο έχασε την επίγνωση του τι έκανε. Ήταν σαν η ζωή να είχε μαζέψει στο χέρι του όλο της το σφρίγος, όλον το θυελλώδη παλμό των αρτηριών του.

Η φρικιαστική κραυγή του Γερμανού χάθηκε στις αίθουσες του τεράστιου κτηρίου.

-Φώναξε κάποιος; Ρώτησε η γυναίκα του θυρωρού.

-Όχι, δεν νομίζω.

Ο χαρτοκόπτης έπεσε πάνω στο γραφείο αφήνοντας ένα ίχνος από αίμα στις λεπτές κόλλες χαρτιού που ήταν εκεί στοιβαγμένες.

 

Χολαργός,  02 /3 /2021

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.