Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ
Η καθαρή συνείδηση είναι πάντοτε σημάδι κακής μνήμης, διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου που δεν κατάφερα ποτέ να τελειώσω, με τον σελιδοδείκτη να παραμένει στο πρώτο κεφάλαιο.
Σίγουρα κάποιοι θεοί πρέπει να κρύβονται στις ψυχές των ανθρώπων που συναντώ τελευταία ως αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Μου προκαλούν δέος έτσι όπως με προσέχουν σχολαστικά.
Τελευταία όλο νιώθω πως κάποιον περιμένω, όμως δεν θυμάμαι ποιόν. Ίσως έναν από αυτούς που ποζάρουν στις παλιές φωτογραφίες που είναι μέσα στα κάδρα εδώ κι εκεί το σαλόνι.
Δεν θυμάμαι τι μέρα είναι σήμερα. Μάλλον θα ‘ναι Σάββατο γιατί ακούω τις φωνές των μικροπωλητών από κάτω να διαφημίζουν την πραμάτεια τους στους πάγκους της λαϊκής.
Αυτόν στη φωτογραφία που με κρατάει στα γόνατα και με χαϊδεύει τον θυμάμαι, αλλά το όνομά του με δυσκολεύει. Θυμάμαι το χάδι του. Στη φωτογραφία φοράω ναυτικό καπέλο και γιακά. Ξέρω ότι είμαι εγώ μικρός γιατί στην άλλη φωτογραφία δίπλα -άντρας πια- φοράω στολή καπετάνιου κι ο μικρός αυτός μου μοιάζει, ενώ αυτός ο μεγάλος που φοράει τη στολή του καπετάνιου, είμαι πάλι φτυστός εγώ στον καθρέφτη του μπάνιου που κρέμεται πάνω απ’ το λαβομάνο. Τον αντικρίζω κάθε λίγο και λιγάκι που με πάει προς νερού μου, η γυναίκα που με προσέχει. Απ’ το σαλόνι στο μπάνιο κι απ’ το μπάνιο στο σαλόνι. Αυτή τη διαδρομή τη γνωρίζω καλά. Ξέρω που είμαι και δεν χάνομαι, αλλά δεν μπορώ να την κάνω μόνος μου. Το σαλόνι είναι πάντα συγυρισμένο. Τη γυναίκα που το συγυρίζει την λένε Μαρία, αυτό το θυμάμαι. Είναι όμορφη και έχει μια ελιά στο δεξί της μάγουλο.
Στην τηλεόραση στις ειδήσεις κάθε μέρα όλο μιλάνε για ζόρια και πολέμους. Δεν βαριέσαι, εγώ όλες τις μέρες τις βλέπω ίδιες. Ξαναζεσταμένο φαγητό. Αυτό κι αν δεν κατεβαίνει εύκολα.
Όλη μέρα κάθομαι είτε στον καναπέ, είτε στην πολυθρόνα και κοιτάω απ’ το παράθυρο λες και θα καταφέρω κάτι ν’ αλλάξω.
Η φωτογραφία με αυτή που με φιλάει στο στόμα, βρίσκεται πάνω στο γραφείο το οποίο είχε απλωμένα πολλά βιβλία -ντάνες ολόκληρες- το ένα πάνω στ’ άλλο. Απορώ πως κάποιος δουλεύει εκεί. Θυμάμαι τη μυρωδιά του βασιλικού και το απαλό της δέρμα, μ’ εκείνα τα όμορφα μάτια που δεν τα ξεχνώ ποτέ κι ας μην θυμάμαι το όνομά της.
Η άλλη φωτογραφία στην παλιά ξύλινη σερβάντα είναι έγχρωμη. Είμαι στην κουπαστή ενός ιστιοπλοϊκού. Έχει αέρα γιατί τ’ άσπρα μαλλιά μου στην φωτογραφία, ανεμίζουν προς τα πίσω. Μαλλί που ‘χω ο μπαγάσας. Αυτό μου λέει κι η Μαρία που όλο με χτενίζει και μου βουρτσίζει την πυρίτιδα απ’ το παλτό πριν από κάθε μας έξοδο. Σε κάποια φωτογραφία με κρατάει αλά μπρατσέτα. Ρε φίλε, λες να ‘χω κάνει κάτι μαζί της ο μπερμπάντης και να μην το θυμάμαι. Σε μια άλλη φωτογραφία κρατάω το πηδάλιο και από πίσω μ’ αγκαλιάζει αυτή που στην άλλη φωτογραφία με φιλάει στο στόμα. Γελάμε και οι δύο έτσι που ‘χουμε γίνει μούσκεμα από τα κύματα που σκάνε στην πλώρη και τις ριπές του μελτεμιού με την αρμύρα στα χείλη, καθώς ο Άνεμος σκίζει το πέλαγο.
Το όνομα του ιστιοπλοϊκού δεν υπάρχει στη φωτογραφία όμως το θυμάμαι, γιατί ήταν πιο γρήγορο απ’ τον άνεμο κι όσο για την αρμύρα, αυτή κι αν είναι που δεν την ξεχνάς ποτέ.
Κτυπάει το κουδούνι. «Καλώς τον Γιώργο!» του λέει η Μαρία καθώς ανοίγει την πόρτα. Ευτυχώς που είπε το όνομά του γιατί εγώ, ενώ τον γνωρίζω, δεν το θυμάμαι. Έχει μαζί του κι ένα σκύλο. «Τι γίνεσαι ρε παλιοσειρά;» μου λέει και κάθεται δίπλα μου στον καναπέ. «Από την τελευταία φορά που έχω να σε δω, σε βλέπω καλύτερα», συνέχισε, καθώς ο σκύλος του μου γλύφει το χέρι που κρέμεται έξω από τον καναπέ. Δείχνει να με ξέρει καλά. Με γλύφει, κουνά την ουρά του κι ύστερα κάθεται μπροστά στα πόδια μου. Τσοπανόσκυλο είναι. Θεριό ολόκληρο. Σκύλαρος! Αυτός που κάθισε δίπλα μου, του δίνει ένα κουλουράκι από αυτά που είναι στο βάζο πάνω στο χαμηλό ξύλινο τραπέζι μπροστά από την τηλεόραση. Ο σκύλος το παίρνει απαλά απ’ το χέρι του και το χλαπακιάζει. «Μπράβο Πέτρο!» του λέει χαϊδεύοντας τον. Ακούς εκεί όνομα για σκύλο! Ο σκύλος κοιτάζει στα μάτια μια εμένα και μία αυτόν.
Λοιπόν αυτός, μαζί με τη Μαρία με κουβαλάνε στον γιατρό κάθε τόσο. Ο γιατρός μου κάνει πάντα κάτι γελοίες ερωτήσεις. Αν έφαγα το πρωί, που μένω κι άλλες σαχλαμάρες. Καμιά φορά με ρωτάει και πόσο χρόνων είμαι. Αυτό το θυμάμαι εύκολα γιατί το γράφει ο φάκελός μου με τις εξετάσεις που κρατά στα χέρια του με το όνομά μου. Φίλιππος Χατζηαργύρης, ετών ογδόντα. Ενίοτε με βρίσκει καλά ο γιατρός. Περίεργο, τότε γιατί με πάνε κάθε τρεις και λίγο για να μ’ εξετάσει. Η Μαρία, με πιάνει από τ’ αριστερά και αυτός που κάθεται δίπλα μου, από τα δεξιά. Είναι γερό παιδί. Πάντα μου λέει κάτι ιστορίες της πλώρης που δεν τις θυμάμαι, αλλά απ’ ότι καταλαβαίνω θα έπρεπε να θυμάμαι. Το χνότο του μυρίζει τσίπουρο. Τσίπουρο και κολόνια. Είναι καλο-ξυρισμένος και πολύ κομψά ντυμένος. Εδώ πάντως όποτε έρχεται πίνει μόνο καφέ γιατί εγώ δεν κάνει να πίνω, αλλά δεν θυμάμαι τι δεν πρέπει να πίνω και γιατί δεν κάνει να πίνω.
Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία στο ράφι της σερβάντας είμαι εγώ με στολή καπετάνιου πάνω στη γέφυρα σε κάποιο ποστάλι. Δεν αναγνωρίζω που είναι τραβηγμένη. Πίσω φαίνεται ένα λιμάνι και κάτι φοίνικες. Αυτός δίπλα μου, όλο γελάει και μου διηγείται για τότε που γυρίσαμε σκνίπα στο πλοίο απ’ τα κακόφημα μπαρ της Λισαβόνας. Τα ζει σε αντίθεση με μένα που τ’ ακούω όλα πανευτυχής για πρώτη φορά. Γελάω γιατί γελάει κι αυτός, κι όχι με την ιστορία, γιατί μέχρι να τελειώσει η διήγηση έχω ξεχάσει την αρχή της. Πάντως γελάω. Μετά από λίγο, αφού τελειώσει τον καφέ του, με φιλάει και φεύγει. Ο σκύλος μου γλύφει το χέρι και τον ακολουθεί. Κανονικά θα έπρεπε να σηκωθώ να τον αποχαιρετίσω όπως πρέπει, αλλά μου είναι δύσκολο χωρίς βοήθεια και η Μαρία μαγειρεύει πάλι κάτι ωραίο στην κουζίνα.
Στις φωτογραφίες φαίνονται πόλεις που ανυπομονούσα κάποτε να τις εξερευνήσω με την περιέργεια ενός παιδιού. Σήμερα είναι πάλι κάπως έτσι τα πράγματα με πολλά ερωτήματα, σαν να μην υπήρξαν ποτέ αυτά τα ταξίδια, κι εγώ σαν ξένος που κάποτε πήγε σε μία ξεχασμένη άγνωστη πόλη. Κάποιες φωτογραφίες δείχνουν οικισμούς με το σπίτια να είναι φτιαγμένα από καλαμιές και τενεκέδες, διαφορετικά από τα δικά μας. Βλέπω τις πόλεις αυτές και λαχταράω να τις επισκεφτώ, με την ίδια επιθυμία που ίσως κάποτε τις επισκέφτηκα, χωρίς να θυμάμαι πια τίποτε, παρά μόνον εκείνη την επιθυμία και τη λαχτάρα. Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες απεικονίζονται κι άλλα περίεργα ζωντανά. Γυρίζεις από τέτοια μέρη με τις βαλίτσες σου γεμάτες αναμνήσεις και σήμερα -με το βλέμμα κολλημένο στον ουρανό- ανακαλύπτεις πως αυτές είναι άδειες. Μου έχουν μείνει όμως τα ενθύμια. Τέσσερα χρυσά γαλόνια και το πηλίκιο. Αυτά τα θυμάμαι γιατί τα βλέπω στο πρώτο ράφι της βιβλιοθήκης και στις φωτογραφίες.
Το βιβλίο είναι δυσνόητο, η Μαρία μαγειρεύει και η τηλεόραση μουρμουράει τα δικά της. Κάθομαι άπραγος και βλέπω απ’ το παράθυρο τα σύννεφα να περνούν.
Μέρες ζωής λησμονημένες. Λες και κάποιος με καταράστηκε πως αν μιλήσω για αυτές, θα ξεχάσω τα πάντα για αυτές. Δε βαριέσαι, μάταιο να ψάχνεις που έχεις στοιβάξει τα ξεχασμένα όνειρα.
Κάθε βράδι στον ύπνο μου βλέπω μια θάλασσα. Ασκεί μια γοητεία πάνω μου όπως το φως στα κουνούπια, αλλά φαίνεται πως την έκατσα την βάρκα πριν από καιρό. Το πεπρωμένο όμως σπανίως το αποφασίζεις. Όποτε κλείνω τα μάτια, οι σκιές είναι βασανιστικές και τα δίχτυα ασήκωτα στον υγρό τάφο.
Μέρα με τη μέρα πληθαίνουν οι απόντες, αλλά κι αυτούς δεν τους θυμάμαι πια, ενώ οι επισκέψεις έχουν αραιώσει. Οι άνθρωποι γύρω μου θέλουν γερό λυσάρι για να με καταλάβουν, σαν να μιλώ μια άλλη γλώσσα, όπως η θάλασσα που το φιλί της τρελαίνει. Ένας παραλογισμός που πάει κόντρα στον θάνατο.
Θα έπρεπε να ‘μαι πανευτυχής που δεν θυμάμαι πια τίποτε, όμως μια άναρθρη κραυγή είναι πνιγμένη στα σωθικά. Γίνομαι παπόρι που δεν μπορώ να κάνω τα κουμάντα μου, παρακολουθώντας με αμηχανία μια όπερα μείζονος φάλτσου να εξελίσσεται μπροστά μου. Το μετέωρο βλέμμα κοιτάζει μέσα από τεθλασμένες γραμμές έναν συμπαθητικό καθρέφτη κι αυτό που βλέπει είναι ένα χέρσο χωράφι. Ύστερα με πιάνει να φυτέψω εκεί μια θάλασσα κι ύστερα να πλεύσω αργά σαν γέρικο σκαρί προς άγνωστα πελάγη και τόπους, μήπως και συναντήσω κάποιους που ίσως να με θυμούνται ακόμα.
Το ρολόι τοίχου έχει σταματήσει εδώ και χρόνια, με τον κούκο σιωπηλό να με κοιτά απ’ το πορτάκι. Δυνατό φως στο παράθυρο του μπάνιου σημαίνει πρωί και στο μπαλκόνι του σαλονιού, απόγευμα. Βραδιάζει! Σε λίγο μια μαύρη τρύπα θα με ρουφήξει πάλι στο σκοτάδι της. Αύριο ξημερώνει άλλη μια μέρα. Ποιος ξέρει, ίσως στην τούρλα του Σαββάτου, εδώ, πάνω από την λαϊκή και τις φωνές της, κάτι να θυμηθώ πάλι.
Κωνσταντίνος Τσεκλένης
