You are currently viewing Κώστα Ξ. Γιαννόπουλου: Ο Μπενζαμέν Περέ συναντά τον Όσκαρ Ντομίνγκεζ ή το αντίστροφο   

Κώστα Ξ. Γιαννόπουλου: Ο Μπενζαμέν Περέ συναντά τον Όσκαρ Ντομίνγκεζ ή το αντίστροφο  

Αυτοματισμός= υπαγόρευση της σκέψης χωρίς έλεγχο της συνείδησης – απουσία κριτικής σκέψης, παρέμβαση της τύχης

 Χαλκομανία= τεχνική στην οποία χρησιμοποιείται μαύρο μελάνι ή υδατόχρωμα σε κομμάτι χαρτιού που τρίβεται με άλλο κομμάτι  παράγοντας μια τυχαία εικόνα

ο άνεμος που με τυλίγει σαν έντομο

ο άνεμος π΄από μακριά με χαιρετά/Μπ. Περέ

 

Το 1934-35 ο Όσκαρ Ντομίνγκεζ λειτούργησε σαν ένας ιδιοτυπος σουρεαλιστής και συνδέθηκε με το ζεύγος  Μπρετόν και τον ποιητή Μπενζαμέν Περέ στην Τενερίφη για τη Σουρεαλιστική Διεθνή έκθεση του 1935.

Στο μεταξύ είχε προσχωρήσει στο παρισινό σουρεαλιστικό κίνημα αφού είχε έρθει σε επαφή με τον Ελυάρ, τον Τζαρά και άλλους. Αρχικά είχε μαγευτεί από τα φανταστικά οράματα και τον ιλουζιονισμό του  Νταλί. Όμως η φθίνουσα δημιουργικότητα, αλλά και η φήμη, καθώς και το διφορούμενο ενδιαφέρον του Νταλί για τον Χίτλερ τον απομάκρυναν από τη ζωγραφική του και τον προσανατόλισαν στο αναζωπυρωμένο ενδιαφέρον των σουρεαλιστών για τον αυτοματισμό.

Ο Όσκαρ Ντομίνγκεζ [1906-1958] ήταν Ισπανός σουρεαλιστής ζωγράφος και γλύπτης γεννημένος στην Τενερίφη των Καναρίων Νήσων, μόνιμα εγκατεστημένος, από το 1934 στο Παρίσι.

Ανέδειξε τη χαλκομανία σαν νέα μορφή ζωγραφικού αυτοματισμού,την οποία και επινόησε χρησιμοποιώντας έτοιμα αντικείμενα στα γλυπτά του. Η τεχνική αυτή γοήτευσε τους σουρεαλιστές – ιδιαίτερα τον Μαξ Έρνστ – για τις μοναδικές δυνατότητες αυτοματισμού που προσφέρει.

Ο Ντομίνγκεζ αυτοκτόνησε στο Παρίσι την Πρωτοχρονιά του 1958.

Ο Περέ γεννήθηκε στη Ρεζέ, μια κωμόπολη  κοντά στη Νάντη, στις 4 Ιουλίου του 1899. Οι γονείς του χώρισαν λίγο μετά τη γέννησή του και η μητέρα του τον ανέθρεψε χωρίς ιδιαίτερη τρυφερότητα. Ως μαθητής υπήρξε αμελής, τεμπέλης και απείθαρχος προς τους σχολικούς καταναγκασμούς. Συνελήφθη το 1915 για καταστροφή δημόσιας περιουσίας και προκειμένου να αποφύγει το αναμορφωτήριο επέλεξε το στρατό. Ως στρατιώτης πέρασε από τη Θεσσαλονίκη, αλλά και αρκετές πόλεις των Βαλκανίων και της Κεντρικής  Ευρώπης.

Το 1919 δημοσίευσε τρία ποιήματα συμβολιστικού ύφους.

Η μητέρα του τον γνώρισε στον Μπρετόν και του ζήτησε να τον βοηθήσει στη λογοτεχνική του κλίση.

Δημοσίευσε εγκωμιαστικό άρθρο για τον περιβόητο ανθρωποφάγο και δολοφόνο Λαντρύ.

Το 1920 συμμετείχε με τον Τριστάν Τζαρά στην ομάδα του Λιτερατύρ στο Φεστιβάλ DADA.

Ο Περέ  βγήκε στη σκηνή φωνάζοντας, «Ζήτω η Γαλλία και οι τηγανιτές πατάτες!».

Αρχικά Ντανταϊστής και στη συνέχεια ιδρυτής και κεντρικό μέλος του γαλλικού σουρεαλιστικού κινήματος με τη μανιώδη χρήση του σουρεαλιστικού αυτοματισμού που καλλιέργησε. Υπήρξε  συνειδητός επαναστάτης, αντιφασίστας και μέγας χιουμορίστας.

1800 Το βερνίκωμα είναι τελείως άλλο πράγμα

1845 Χαϊδεύοντας το πηγούνι και πλένοντας τα βυζιά

1870 Χιονίζει μες στο στομάχι του διαβόλου

1900 Τα παιδιά των αναπήρων

              έχουν κόψει τα γένια τους

1914 Θα βρείτε πετρέλαιο που δεν θα είναι για εσάς

1922 Καίνε τον τηλεφωνικό κατάλογο στην πλατεία της 

                                                                                                          [ Όπερας

[απόσπασμα από το ποίημα Οι τελευταίες μου συμφορές, αφιερωμένο στον ομότεχνό του Υβ Τανγκύ].

 

όπου όμως ζει το μάτι της πολυαγαπημένης μου

με χρώμα λεμονιού και αδυσώπητης καταιγίδας

[δίστιχο από το ποίημα Δεμένος χειροπόδαρα]

Μια άλλη ονομασία που αποδόθηκε στη «χαλκομανία χωρίς προκαθορισμένο αντικείμενο» είναι η ποιητική, ιλουζιονιστική ονομασία «χαλκομανία της επιθυμίας», που ταιριάζει, ως ένα βαθμό, στην αυτοματική εικονοποιία της ποίησης του Περέ.

«Το πιο σκοτεινό δάσος που μας φέρνει πίσω  στον καιρό […] του Ζυλ ντε Ραι, που μας προσφέρει τα γιγάντια αγριάγκαθα στα ξέφωτά του, ένα ανυπέρβλητο σημείο στο βουνό, γυμνούς ώμους, αφρούς και βελόνες, οι έξαλλες κοινότητες των σπηλαίων, οι μαύρες λίμνες, οι φωσφορισμοί στα ρείκια, που μισοείδαν στα πρώτα τους ποιήματα ο Μαίτερλινγκ, ο Ζαρύ, (και ο Περέ), οι μετακινούμενοι σωροί της άμμου», όπως αναφέρει στο βιβλίο του Σουρεαλισμός ο Πάτρικ Βάλντμπεργκ, «με μέτωπο σκυμμένο αιώνια μέσα στα χέρια τους […] βαθύ και παιδιάστικο […] – κάθε τι που ανταποκρίνεται στην έκφραση απελπισία του ζωγράφου, μας δίνεται τώρα χάρις  σε μια ανακοίνωση (της εποχής εκείνης της δεκαετίας του 1930) του Όσκαρ Ντομίνγκεζ, στην οποία ο σουρεαλισμός θέλει να βλέπει μια νέα πηγή συγκινήσεων για όλους. Είναι πολύ παλιό το κόλπο των παιδιών, που ρίχνουν μελάνι σε ένα χαρτί και μετά το διπλώνουν, προσπαθώντας έτσι να πετύχουν την ψευδαίσθηση κάποιων όντων, κάποιες φιγούρες ζώων ή φυτών, αλλά η στοιχειώδης τεχνική που μπορεί να περιμένει κανείς απ’ αυτά απέχει πολύ από το να εξαντλεί τις δυνατότητες ενός τέτοιου εγχειρήματος».

 

Με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει,έλεγα πως τον Περέ – δυό συλλαβές όλες κι όλες, αδελφέ – δεν τον είχα διαβάσει. Ωστόσο είχα άδικο ως συνήθως, αν κι έξω απ΄τη συνήθεια – εκείνη τη δύστροπη κυρία με το μονόκλ και το αντρικό ριγέ κοστούμι που έχει ξεκούμπωτο το πρώτο ή και το δεύτερο κουμπί του παντελονιού της, μια σάρκα ροδαλή και κλείνει το μάτι σ’ όποιον έχει μουστάκι. Ο Περέ δεν είχε, αλλά έγραφε για μουστάκια και άλλα τέτοια αξεσουάρ.

Ο Περέ, λοιπόν, που μ΄έχει εξουθενώσει, έφαγε μια πολύ συγκινητική σπανακόπιτα και κόντεψε να γράψει ένα ποίημα, αλλά δεν του βγήκε. Ξέρετε πώς είναι αυτά. Και να μην ξέρω γαλλικά… Μα πού πας χωρίς ένα douleur στην τσέπη, χωρίς έναν Μπωντλαίρ στ΄αυτί, σαν γαρύφαλλο –φερ’ ειπείν – που θα ‘λεγε κι ο μπαμπάς. Αγαπημένη έκφραση, αν και το θυμητικό μου δεν πάει και τόσο καλά τελευταία και το μικρό – εκείνος ο Νταλί με το στενό μουστάκι, πολύ νεαρός ακόμα- μου ‘βγαλε γλώσσα. Ορίστε μας.

1926 ή 2000 το ίδιο κάνει άραγε;

«Τώρα που οι υπουργοί καταργούν τις νεκροφόρες» που πλημμυρίζουν τις θάλασσες  το σι μοιάζει σαν μισό νησί – μια Αμοργός, χωρίς σίγμα τελικό.

 

όμως  τα σύννεφά σας δεν θα περάσουν

Έχω ένα μέσα στην τσέπη μου

που θα υψωθεί μέχρι το στόμα μου

τότε θα χαμογελάσω στα αστέρια σου

[από το ποίημα του Περέ Πορτρέτο του Πωλ Ελυάρ]

 

Για ν΄ανοίγετε κατά βούληση το παράθυρό σας

στα ωραιότερα τοπία του κόσμου και του αλλού,

 

όπως θα λεγε ένας ακραιφνής σουρεαλιστής της εποχής.

Η έκθεση στο Πομπιντού το 2024-25 στο Παρίσι με θέμα το σουρεαλισμό ήταν  διαρθρωμένη έτσι ώστε να μοιάζει με λαβύρινθο, το χώρο δηλαδή του Μινώταυρου, που ήταν «το χωνευτήρι όπου η ζωή και ο θάνατος, το πραγματικό και το φανταστικό, το παρελθόν και το μέλλον, αυτό που μπορεί να ειπωθεί και το ανείπωτο, παύουν να είναι αντίθετες έννοιες».

Σ΄αυτήν την μνημειώδη έκθεση υπήρχε και ένα συλλογικό σχέδιο (1940-41) φιλοτεχνημένο μεταξύ άλλων από τους  Αντρέ Μπρετόν, Οσκαρ Ντομίνγκεζ, Βίκτορ Μπράουνερ.

Ο Ντομίνγκεζ πέρασε μετά την πρώιμη επήρεια του Νταλί σ΄εκείνην του Υβ Τανγκύ αλλά κυρίως του Πικάσο και επηρέασε εκτός από τον Max Ernst και τουςHans Bellmer, Remedios Varo μεταξύ άλλων.

Ο Περέ ήταν από τους ελάχιστους σουρεαλιστές που δεν αποκεφάλισε ο αυταρχικός άρχων του σουρεαλισμού Αντρέ Μπρετόν, αλλά ούτε κι αυτός αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να διαφοροποιηθεί ή να αποχωρήσει.

 

Μίλα μου

 

Το μαύρο του καπνού το μαύρο ζώο το μαύρο μαύρο

έδωσαν ραντεβού ανάμεσα σε δύο μαυσωλεία

που μπορούν να περάσουνε γι’ αυτιά δικά μου

ή της φωνής σου ο αντίλαλος φάντασμα από θαλασσινό

μαρκάσι

λέει και ξαναλέει αορίστως τ’ όνομά σου

που μοιάζει τόσο μα τόσο στο αντίθετο μιας έκλειψης

ηλίου

 

που πιστεύω πως είμ’ εγώ σαν με κοιτάς

πόδι κορυδαλλού σε παγωνιέρα που θα της άνοιγες την

πόρτα

με την ελπίδα πως θα δεις να το σκάει κάποιο χελιδόνι

ξαναμμένου πετρελαίου

αλλά το κορυδαλλίσιο σου το πόδι θα κάνει ν’ αναβλύσει

πετρελαιοπηγή φλεγόμενη

αν το θες εσύ

όπως και το χελιδόνι

θέλει την ώρα του θέρους να παίξει των ξαφνικών

νεροποντών τη μουσική

και τη φάμπρικα σαν να ‘ταν μύγα

που ονειρεύεται ιστούς αράχνης ζαχαρένιους

μέσα στα νεροπότηρα των οφθαλμών

ενίοτε γαλάζιους σαν αστέρι τρεχούμενο αντανακλώμενο

από ‘να αυγό

και ενίοτε πράσινους λες και είναι πηγή που όλο στάζει

σα ρολόι

 

[ποίημα του Περέ μεταφρασμένο από τον Γιώργο Κεντρωτή στο diastixo.gr]

Παρατηρώντας τους μυστηριώδεις, φτιαγμένους με την παρέμβαση της τύχης και με αποκοιμισμένο το συνειδητό – πάντως σε παθητική κατάσταση ή και ύπνωση, εγρήγορση ωστόσο –οι πίνακες του Ντομίνγκεζ μοιάζουν κάπως απωθητικοί. Αντικρίζοντάς τους θαρρείς – χωρίς μάλιστα να ενεργοποιήσεις τη φαντασία σου – πως βλέπεις  τα εντόσθια της σύνθεσης και όχι το σώμα της με  το εξωτερικό της περίβλημα.

Μια σύνθεση του Ντομίνγκεζ, όπως και του Αντρέ Μασόν άλλωστε, νομίζεις πως ξεκινούν να ζωγραφίζονται από μέσα προς τα έξω και ίσως χωρίς ένα στοιχειώδες σχέδιο. Παρά την αντιστροφή οι συνθέσεις αυτές σου επιβάλλονται  χωρίς να σε απασχολεί αυτό που συνάντησε το βλέμμα σου ακόμα κι αν το είχες αποστρέψει ενοχλημένος. Έπειτα ο θεατής ενός τέτοιου έργου δεν μπαίνει στον κόπο να το αναλύσει κομματιάζοντάς το και βέβαια δεν ακολουθεί τον τρόπο που δούλεψε τη σύνθεσή του ο καλλιτέχνης.

Ο Ντομίνγκεζ βρίσκεται, λόγω κυρίως της χαλκομανίας σε όλα τα ευρετήρια των λεξικών και των βιβλίων τέχνης.

Ο Περέ στάθηκε λιγότερο τυχερός. Άγνωστος παντελώς στα ελληνικά, με εξαίρεση ένα μακροσκελές ποίημα – ωδή στον Πικάσο – μεταφρασμένο από τον Νικόλα Κάλα σε μια παλιά έκδοση του Γκοβόστη, έπρεπε να περιμένει το 2007 και τις εκδόσεις Ύψιλον που περιέχουν μεγάλο μέρος του ποιητικού του έργου με τον τίτλο Απαγορεύεται η Αφισσοκόλησις που μετέφρασαν επιτυχημένα οι Σωτήρης Λιόντος και Νίκος Σταμπάκης.

 

 

 

Σημείωση:παραθέματα για τον Όσκαρ Ντομίνγκεζ άντλησα από τα: Μάθιου Γκαίηλ, Νταντά& Υπερρεαλισμός, μτφρ. Γ. Ίκαρος Μπαμπασάκης, Καστανιώτης,1999 και Πάτρικ Βάλντμπεργκ, Σουρρεαλισμός, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, Υποδομή, 1982-

 

 

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος

 

 

 

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.