You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Φρίντριχ Χαίλντερλιν, Αθώος και πρωτόγονος   

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Φρίντριχ Χαίλντερλιν, Αθώος και πρωτόγονος  

«Ο μοναδικός τρόπος για μας να γίνουμε μεγάλοι [εμείς οι Γερμανοί], και μάλιστα, αν είναι δυνατόν, αμίμητοι,  είναι η μίμηση των αρχαίων», Βίνκελμαν

 

Μη λοιδορείτε το παιδί που με μαστίγιο και σπαθί/Πάνω στο ξύλινο αλογάκι του φαντάζεται πως είναι μέγα και γενναίο/Γιατί και σεις, ω Γερμανοί, είστε/ Φτωχοί στις πράξεις και γεμάτοι σκέψεις/ Ή μήπως, όπως προβάλλει η ακτίνα απ’ το σύννεφο, προβάλλει η πράξη απ’ τις σκέψεις σας; Είναι άραγε κοντά η μέρα που θα ζωντανέψουν τα βιβλία;/ Ω προσφιλείς μου, πάρτε με/ Έτσι που να πληρώσω απ’ τη βλασφημία μου[από το ποίημα Στους Γερμανούς].

Παιδί και πρωτόγονος, θαρρώ, έχουν συνάφεια. Το ίδιο και η πράξη με τη σκέψη.

Ως παιδί ο ποιητής, ζώντας μέσα στην αχλή των παιδιάτικων ονείρων του, ήταν πρωτόγονα σκληρός με το ξύλινο αλογάκι του και ταυτόχρονα ήταν χωμένος στην αμεριμνησία μιας καθημερινότητας που οι δικοί του τον «ανάτρεφαν μαζί με τα λουλούδια του κήπου».  Μεγαλώνοντας, η αθωότητα κι ο πρωτογονισμός της παιδικής ηλικίας μετατράπηκαν σε σκέψη. Κι όταν άρχισε να καλλιεργεί το στίχο του, η σκέψη ταυτίστηκε με την πράξη. Έγινε πράξη ποιητική. Όπως ο έρωτας γίνεται ερωτική πράξη. Αλλά χρειάστηκε να γεφυρώσει το ρομαντισμό, από τον οποίο γεννήθηκε, με τον κλασικισμό, τον οποίο μελέτησε ανατρέχοντας στην Ελλάδα της κλασσικής εποχής. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετρίασε το συναίσθημα και την παρορμητικότητα του ποιητικού υποκειμένου με τη φιλοσοφική σκέψη και την ποιητική των αρχαίων τραγικών. Μετέφρασε έργα του Σοφοκλή. Μπήκε βαθιά στη σκέψη των προσωκρατικών και στάθηκε έμπλεος θαυμασμού απέναντι στο αρχαίο κλέος. Σκεφτόταν πως ήταν πολύ κοντά σ’ αυτό που άρχιζαν να πλάθουν οι Γερμανοί με τη φιλοσοφική τους σκέψη. Οι Γερμανοί γεννήθηκαν μέσα από την αρχαιοελληνική και τη ρωμαϊκή παιδεία. Ο Χαίλντερλιν θεμελίωσε σχεδόν το σύνολο της ποιητικής του παραγωγής στην ελληνική αρχαιότητα, την ποίηση, τη σκέψη και το μεγαλείο της.

Δεν σκεφτόταν παρά με όρους που θα ευνοούσαν το σύνολο, τους συμπατριώτες του, αλλά και γενικά την ανθρωπότητα οδηγώντας την στο πεπρωμένο της.

Στον ετεροθαλή αδελφό του Καρλ Γκοκ γράφει στα τέλη του καλοκαιριού του 1793: «Δεν αφοσιώνομαι πια τόσο θερμά σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Αγάπη μου είναι το ανθρώπινο γένος, όχι βέβαια το χαλασμένο, το δουλικό, το νωθρό… αλλά αγαπώ τη μεγάλη ωραία προδιάθεση ακόμα και σε χαλασμένους ανθρώπους. Αγαπώ το γένος των ερχόμενων αιώνων…».

Τα λόγια του αυτά αποκαλύπτουν ξεκάθαρα την πολιτική του θέση: «…Τα εγγόνια μας θα ναι καλύτερα από μας, η ελευθερία δεν μπορεί παρά να ‘ρθει μια μέρα, και η αρετή θα ακμάσει καλύτερα μέσα στο ιερό φως της ελευθερίας, που ζεσταίνει, παρά στη ζώνη του δεσποτισμού, που είναι κρύα σαν πάγος… Ο άγιος στόχος των πόθων και ενεργειών μου είναι ακριβώς να κάμω να ξυπνήσουν στη δική μας εποχή οι σπόροι, που θα ωριμάσουν σε μια μελλοντική εποχή».

Μην ξεχνάμε πως ο Χαίλντερλιν έζησε την ‘Εποχή των Επαναστάσεων’, όπως θα έλεγε ο Χομπσμπάουμ. Πρώτα απ’ όλες τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά έστω και μικρός θα άκουσε για την Αμερικανική Επανάσταση και βέβαια την Ελληνική αργότερα που τον ενθουσίασε. Πρόλαβε και τους Ναπολεόντειους χρόνους.

«Γεμάτος μόχθο, κι όμως ποιητικά, ο άνθρωπος κατοικεί τούτη τη γη. Ωστόσο, αν θα μπορούσα έτσι να το πω, δεν είναι καθαρότερη η σκιά της νύχτας με τ’ αστέρια απ’ ότι ο άνθρωπος, που εικόνα της θεότητας αποκαλείται». Την πρώτη φράση θαύμαζε ο Χάιντεγκερ και την έβαλε ως τίτλο σε δοκίμιό του.

Δεν ήταν αυτοαναφορικός αλλά ευφορικός ποιητής ο Χαίλντερλιν.

Ωστόσο ο ρομαντισμός του τον οδηγούσε στην αμφιβολία για το αν η ποίηση σε καιρούς «μικρόψυχους» και δίσεχτους είναι ανάγκη να υπάρχει. Ιδού λοιπόν πώς διατυπώνει αυτήν την αμφιβολία στο ποίημα Άρτος και Οίνος:

 

Όμως συχνά μου φαίνεται

Πως είναι καλύτερα να κοιμηθείς, παρά να μένεις έτσι δίχως

                                                                                              σύντροφο,

Και να προσμένεις τόσο, και τι να κάνεις τότε, τι να πεις,

Δεν ξέρω, προς τι άραγε να είσαι ποιητής σε χρόνους

                                                                                 στερημένους;

 

 

 

Ο Φρίντριχ Χαίλντερλιν υπήρξε κορυφαίος λυρικός ποιητής του ευρωπαϊκού ρομαντισμού. Γεννήθηκε το 1770στο Λάουφεν της Σουαβίας. Το ανήσυχο πνεύμα του σημαδεύτηκε από την τραγική μοίρα της συσκότισης του μυαλού του όταν ακόμα ήταν μόλις τριάντα χρονών. Αλλά, αντίθετα από τον Νίτσε που δεν ξανάγραψε τίποτα αφότου τρελάθηκε, μια καλή μοίρα τον βοήθησε να έχει μια μεγάλη ποιητική ανθοφορία μέσα στην πρώτη πενταετία του 19ου αιώνα [1800-1805].

«Τι είναι ο άνθρωπος… πώς συμβαίνει να υπάρχει στον κόσμο ένα τέτοιο πράγμα που κοχλάζει σαν χάος ή μουχλιάζει σαν σάπιο δέντρο, και δε φτάνει ποτέ σε ωριμότητα; Πώς ανέχεται η φύση αυτή την αγουρίδα πλάι στα γλυκά σταφύλια της;».

 

Το 1793 πιστεύει πως αν βρει μια θέση οικοδιδασκάλου θα έχει την ελευθερία να γράφει και να γίνει γνωστός.

Τρία χρόνια αργότερα αναλαμβάνει μια θέση οικοδιδασκάλου στον τραπεζίτη Γκόνταρντ στην Φρανφούρτη όπου γνωρίζει τη σύζυγό του Σουζέττε, η οποία μέλει να γίνει ο μεγάλος και αξεπέραστος έρωτάς του. Η Διοτίμα του. Το αίσθημα είναι αμοιβαίο. Πρώτος καρπός από αυτή τη συνάντηση ο ΄Υμνος στη Διοτίμα. Ξεσπάει σκάνδαλο στην οικογένεια Γκόνταρντ και η αγαπημένη του του ζητά να φύγει, αλλά μετανιώνει αμέσως. Λίγο μετά η Διοτίμα του γράφει: «Τώρα, θά ‘ρθεις! – όλος ο τόπος είναι βουβός κι άδειος χωρίς εσένα!.. Κι όταν έρθεις! Είναι επίσης δύσκολο να κρατήσω την ισορροπία μου και να μη νιώθω πολύ ζωηρή!..Στο τέλος θα πρέπει να ξαναγίνουμε ήρεμοι, γι αυτό ας ξαναπάρουμε, με πεποίθηση το δρόμο μας…».

 

Ο Στέφαν Τσβάιχ σχολιάζει με ένα εύγλωττο τρόπο την άτακτη φυγή του ποιητή από τη Διοτίμα: «Η ψυχή του Χαίλντερλιν έμεινε, από την ώρα εκείνη, βαριά πληγωμένη, κουρελιασμένη… και δεν αντιστάθηκε, δεν ξεσηκώθηκε αντρίκια. Σαν κλέφτης, που πιάνεται επ’ αυτοφώρω αφήνει να τον διώξουν απ’ το σπίτι, και πλησιάζει μόνο κρυφά, από το Χόμπουργκ, σε συμφωνημένες μέρες, την αγαπημένη, που του έμεινε πιστή. Αγορίστικα αδύνατη, σχεδόν θηλυκή είναι η στάση του Χαίλντερλιν στην αποφασιστική εκείνη ώρα… κι το ότι δεν αμύνθηκε, θα ‘ταν κανείς αναγκασμένος να το χαρακτηρίσει σαν δείγμα δειλίας και αδυναμίας, αν πίσω από την ταπεινοφροσύνη αυτή δεν υπήρχε μεγάλη υπερηφάνεια και σιωπηλή δύναμη. Αυτός ο πιο εύθραυστος των ανθρώπων νιώθει βαθιά μέσα του το άθραυστο, μια σφαίρα, που μένει ανέγγιχτη και αμόλυντη από το γύρω κόσμο … πίσω από την αδυναμία του ασθενικού, εύθραυστου, νευρασθενικού κορμιού του βασιλεύει μια ύψιστη ασφάλεια της ψυχής, το άβατο ενός Θεού».

Ο Παύλος Φλώρος στην εισαγωγή του στη μετάφραση του Θανάτου του Εμπεδοκλή βάζει ακόμα μια ψηφίδα στο χαρακτηρολογικό πορτραίτο του ποιητή: «Όσο ορμητικός κι αν ήταν ο ποιητής του Ζαρατούστρα, τραχύς, βίαιος, αδιάλλακτος – και σ’ αυτό ξεχώριζε από τον πράο, υπομονετικό, μετρημένο Χαίλντερλιν, – ωστόσο, οι βαθύτερες λαχτάρες και των δύο συγκλίνουν σ’ ένα αίτημα, το αίτημα μιας καθολικής διαμόρφωσης της ζωής στηριγμένης σε μια σύνθεση φύσης και πνεύματος. Κάτω από τη σκληρή, βίαιη φλούδα του Υπερανθρώπου κρύβεται η ίδια έφεση για σεβασμό, η ίδια ‘ευσέβεια’, η ίδια συνείδηση ευθύνης, όπως και στον Χαίλντερλιν».

Ο Χαίλντερλιν καταφεύγει στο φίλο του Σίνκλαιρ και μένει σ’ ένα δωμάτιο στο Χόμπουργκ: «…έξω, κατά το χωράφι … Κήποι μπροστά στο παράθυρό μου κι ένας λόφος με βελανιδιές κι ούτε δύο βήματα από έναν όμορφο λειβαδότοπο».

  1. «Μου στοίχισε πικρά δάκρυα … ν’ αφήσω, τώρα για πάντα, ίσως, την πατρίδα μου. Τι πιο αγαπητό έχω στον κόσμο; Γερμανός θέλω και πρέπει να μείνω, άλλωστε, ακόμα κι αν η ανάγκη της καρδιάς και της τροφής μ’ οδηγήσει και στην Αϊτή».

Όλα αυτά τα εξαιρετικά δραματικά τα λέει γιατί πηγαίνει να αναλάβει μια θέση, όχι βέβαια στη μακρινή Αϊτή, αλλά στο Μπορντώ της Γαλλίας περπατώντας για 600 χιλιόμετρα. Αλλά αιφνίδια εγκαταλείπει τη θέση του για άγνωστο λόγο.

 

Παρουσιάζεται στο φίλο του Μάθισον στη Στουτγάρδη εξαντλημένος, ταραγμένος, χλωμός σαν πτώμα, με μάτια βαθουλωμένα στις κόγχες τους, με μακριά μαλλιά και γένια, ντυμένος σαν ζητιάνος.

Στη Στουτγάρδη συνέρχεται λίγο. Από τον Σίνκλαιρ μαθαίνει το θάνατο της Διοτίμας, ταράζεται βαθιά και ζητά καταφύγιο στο σπίτι του όπου ο γιατρός του προσπαθεί να προλάβει κάποια σοβαρή μανιακή κρίση.

Μένει μετά από πρόσκληση του Σίνκλαιρ στο σπίτι του, ο όποιος βεβαιώνει ότι ποτέ δεν είχε δει σ’ αυτόν υψηλότερο πνεύμα και μεγαλύτερη ψυχική δύναμη. Ο ποιητής ζει για κάμποσο καιρό σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Αρχίζει να εργάζεται πάνω στο ποίημα Πάτμος. [‘Μα ο Χριστός του είναι/ του οράματος της Πάτμου/ ή του Άρτος και Οίνος/ ο Εσταυρωμένος Διόνυσος/σε κόσμο ερήμωσης και οδύνης’]

Είναι κοντά/Και δύσκολος να τον συλλάβεις ο Θεός./Όμως εκεί που είναι ο κίνδυνος,/Εκεί και το σωτήριον φύεται./Στα σκότη κατοικούν/ Οι αετοί και άφοβα βαδίζουν/Οι γιοί των Άλπεων πάνω απ’ την άβυσσο/Πατώντας σ’ ελαφρά χτισμένες γέφυρες./Δια τούτο, μια και υψώνονται τριγύρω/Οι κορυφές του χρόνου και οι προσφιλέστατοι/Πλησίον κατοικούν και αποκάμνουν/Πάνω σε όρη απολύτως αφιστάμενα,/Δωσ’ μας λοιπόν αθώο νερό,/ω δώσε μας φτερά, με νου πιστό/ Πέρα μακριά να πάμε και πάλι να επιστρέψουμε.

Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1803 οδηγημένος από το ένστικτό του πάει περπατώντας μέσα από τα χωράφια στο Μούρχαντ, όπου ο Σέλλινγκ με τη Καρολίνα βρίσκεται σε επίσκεψη στους γονείς του. Ύστερα από μιάμιση μέρα οδυνηρός αποχαιρετισμός τους στη δημοσιά. Ο Σέλλινγκ, μετά από σαράντα χρόνια θυμάται: «Πείστηκα γρήγορα, πως αυτό το τρυφερά ευαίσθητο όργανο είχε καταστραφεί για πάντα… Μα έμαθα απ’ αυτόν πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της έμφυτης, πρωτογενούς χάρης». Ενώ σε γράμμα του 1803 προς τον Χέγκελ αναφέρει: «Παραμελεί την εξωτερική του εμφάνιση ως το αηδιαστικό, καθώς τα λόγια του υποδηλώνουν λιγότερο τη φρενοβλάβειά του, πέρα για πέρα τους [ανάλογους] εξωτερικούς τρόπους».

Στα 1804 οι γιατροί δεν ελπίζουν πολύ, στην ανάρρωσή του, μα η παραφορά που τον έπιανε τόσο συχνά έχει σχεδόν χαθεί.

Το 1806 ο Σλέγκελ επισκέπτεται το Χόμπουργκ. Σύμφωνα με τον Σίνκλαιρ οι Σλέγκελ, Τηκ και Μπρεντάνο, είναι οι μεγαλύτεροι θαυμαστές του Χαίλντερλιν και τον θεωρούν το μεγαλύτερο και το ανώτερο λυρικό πνεύμα της Γερμανίας.

11 Σεπτεμβρίου: ο ποιητής μεταφέρεται σε φρενολογική κλινική της Τυβίγγης.

  1. Τον ποιητή που ο γιατρός του δίνει το πολύ τρία χρόνια ζωής, εμπιστεύεται στον τριανταπεντάχρονο ξυλουργό Έρνστ Τσίμερ και τη γυναίκα του που ένιωθαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θαυμασμό γι αυτόν. Ο Τσίμερ είχε καλή μόρφωση και μεγάλη καρδιά και αποδείχτηκε ο καλός Σαμαρείτης που φρόντισε τον ποιητή ως το θάνατό του αντίθετα με την ακηδία που επέδειξαν ο Χέγκελ και ο Σίλλερ με τον οποίο τον έδενε πολύ στενή φιλία και ο Χαίλντερλιν τον θαύμαζε απεριόριστα.

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στην Ιστορία του Ευρωπαϊκού πνεύματος ισχυρίζεται: «Ο Χαίλντερλιν ήταν – και έπρεπε να μείνει, πράγμα που δεν μπόρεσε  ή δεν θέλησε να καταλάβει ο μέγας Γκαίτε – πολύ μοναδικός, όσο πιο πολύ μπορεί να είναι μοναδικός ένας άνθρωπος μέσα στην Ιστορία, ένας κρίκος σε μιαν αλυσίδα».

Το  1808 ο ποιητής ξανακάθεται σε ένα πιάνο, που του προμήθευσε ο Τσίμμερ και αυτοσχεδιάζει, παίζει χωρίς νότες. Συχνά τραγουδά ταυτόχρονα ή παίζει το φλάουτό του. Η μουσική γίνεται η κύρια απασχόλησή του. Παράλληλα στο ημερολόγιό του γράφει και ποιήματα. Ο Τσίμερ γράφει στη μητέρα του ποιητή πως είναι ολοένα πιο εύθυμος. Ζούσε ευχαριστημένος και δεν είχε πια άγριες κρίσεις.

Ο αδελφός του τον επισκέπτεται τον βρίσκει με καλή όψη, ανάλογα με την ηλικία του, πολύ φιλικό και ήρεμο και σε τέτοια πνευματική κατάσταση που δεν τον αναγνωρίζει πια.

Στις 21 Μαρτίου του 1821 ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση κατά της τουρκικής δουλείας. Οι φίλοι του εκδίδουν ξανά το μυθιστόρημά του Υπερίων που γίνεται πάλι επίκαιρος λόγω του γεγονότος. Όταν τον ρωτούν αργότερα αν είναι ευχαριστημένος με την τροπή που έχει πάρει η ελληνική υπόθεση ο άρρωστος απαντά με ένα χείμαρρο ακατάληπτων λόγων.

Μια Άνοιξη πάλι, αυτή του 1823 μια προσωρινή βελτίωση του σκοτισμένου του νου κάνει τον Τσίμερ να πιστέψει πως «όλα ήταν ένα μακρύ όνειρο» και πως όπου να ‘ναι θα ‘ξυπνήσει’ και θ’ αναρρώσει πλήρως.

Παρακολουθεί με ενθουσιασμό τις νίκες των Ελλήνων, την απελευθέρωση της Πελοποννήσου, διαβάζει Έλληνες ποιητές από μετάφραση, χαίρεται τη θαυμάσια θέα της Τυβίγγης και την ανοιξιάτικη εποχή στον ποταμό Νέκαρ, απολαμβάνει το κάπνισμα της πίπας του, αλλά σ’ όλες τις ερωτήσεις δίνει ακατανόητες ή δίχως νόημα απαντήσεις.

Ο φίλος του Βάιμπλενγκερ γράφει τη μελέτη η Ζωή του Χαίλντερλιν και η φρενοβλάβειά του.

Πεθαίνει η μητέρα του κι οL. von Arnim δημοσιεύει μια εξαιρετική μελέτη για τον ποιητή στην Εφημερίδα των Συζητήσεων. Ο Μέρικε ισχυρίζεται πως αρκετά από τα ποιήματα του άρρωστου Χαίλντερλιν που έλαβε είναι θολά και δεν αντέχουν σε κριτική.

Τέλη του 1838 πεθαίνει ο ευεργέτης του, ο Τσίμερ, στα εξήντα οκτώ του χρόνια. Τον αναλαμβάνει η κόρη του που ο ποιητής αποκαλεί «η αγία παρθένα Λότε».

Βάζει διάφορες υπογραφές στα γράμματά του, πότε Σκανταρέλι, πότε οπαδός του Ροβεσπιέρου ή Μπουοναρότι, ακόμα επαναστάτης από την Τοσκάνη. Είναι φανερό πως όταν αποκτά κάποιες στιγμές συνείδηση του εαυτού του δεν θέλει να είναι ο Χαίλντερλιν.

  1. Κρυολογημένος ο άρρωστος ποιητής γράφει το τελευταίο του ποίημα. Στις 7 Ιουνίου, έντεκα η ώρα τη νύχτα πεθαίνει.

Τρεις μέρες αργότερα κηδεύεται.

«Κι ύστερα ο νους μου συγκεντρώνεται πάλι στον Hοelderlin και στην ώρα που τον πρόσθεταν στο πλήθος των προηγηθέντων νεκρών. Η αδελφή του έλειπε, ο ετεροθαλής αδελφός του έλειπε, μόνο ένας ανεψιός του και δυο-τρεις μακρινοί συγγενείς τον συνόδεψαν, για τελευταία φορά, οι υπόλοιποι ήσαν ξένοι: κάμποσοι θαυμαστές και καμιά εκατοστή φοιτητές, με την ανεπιτήδευτη αγνότητά τους. Θυμήθηκα τα λόγια του Gustav Schwab στον γιο του, που εξεφώνησε και τον επικήδειο του ποιητή, μόλις -μια μέρα πριν από την κηδεία- πληροφορήθηκε τον θάνατό του: “Μαζί του έφυγε ένας ποιητής από κείνους (και συμπληρώνει ελληνικά από την προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, II, 38): “ων ουκ ην άξιος ο κόσμος”. Ναι, πραγματικά, ο κόσμος, όπως τον κατάντησαν οι πολλοί, δεν ήταν άξιος ενός ποιητή σαν τον Hoelderlin!».

 

Σημείωση: Υλικό για το κείμενο άντλησα από τα: Πάτμος κ.ά. ποιήματα, μτφρ. Άρης Δικταίος, Αιγόκερως 1994,Ελεγείες & Ύμνοι, και άλλα ποιήματα, μτφρ. Στέλλα Νικολούδη, Άγρα, 1996 & Παναγιώτη Κανελλόπουλου Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, τόμος 17, Το Βήμα, βιβλιοθήκη.-

 

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.