You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Η Κάρσον Μακ Κάλερς και οι απροσάρμοστοι χαρακτήρες της

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Η Κάρσον Μακ Κάλερς και οι απροσάρμοστοι χαρακτήρες της

Το σκηνικό των έργων της Κάρσον Μακ Κάλερς [19 Φεβρουαρίου 1917 – 29 Σεπτεμβρίου 1967] είναι ο Νότος των Ηνωμένων Πολιτειών, μια περιοχή που αποτελεί το ‘’φτωχό συγγενή’’ του Βορρά και κυρίως ταλανίζεται από αβυσσαλέα πάθη. Η ματιά της απέναντι στο γενέθλιο τόπο που γέννησε την ίδια αλλά και το έργο της είναι αμφίσημη. «Παρ’ όλο που στα έργα της κυριαρχούν η σύγκρουση, η απογοήτευση, η θλίψη, ο πόνος, ο φόβος», σημειώνει η Γιούλη Θεοδοσιάδου «η διάθεση είναι σπάνια απαισιόδοξη ή μακάβρια», αφού οι χαρακτήρες της αν και ψυχολογικά παραμορφωμένοι, – ακόμα και συναισθηματικά ακρωτηριασμένοι -αναζητούν έστω μάταια κάποιο νόημα. Τελικός σκοπός όπως συμβαίνει πάντα η αγάπη και η τρυφερότητα που δίνουν νόημα σε μια ζωή που τη διέπουν η πλήξη και η αδιαφορία.

Οι χαρακτήρες των έργων της μοναχικοί, απροσάρμοστοι είναι γεννήματα σε μεγάλο βαθμό «του περιβάλλοντος και της εποχής», όπως θα διαπίστωνε ο Καρυωτάκης: της φτώχειας, του ρατσισμού, του συντηρητισμού, της ξενοφοβίας, της στενόμυαλης κοινωνίας που τους ρίχνει στο περιθώριο. Το περιβάλλον αυτού του καθυστερημένου Νότου στην εποχή της οικονομικής κρίσης [Depression] που γέννησε κι άλλα σπουδαία μυθιστορήματα αποτελεί το πλαίσιο του πρώτου μυθιστορήματος της Μακ Κάλερς Η καρδιά κυνηγάει μονάχη [1940] που άρχισε να το γράφει στα δεκαεννιά της χρόνια κι όταν το ολοκλήρωσε στα είκοσι τρία  εν μια νυκτί μεταβλήθηκε σε enfant terrible των αμερικανικών γραμμάτων.

 

Η καρδιά κυνηγάει μονάχη είναι η ιστορία μιας ομάδας παράταιρων ανθρώπων στην καρδιά του Αμερικάνικου Νότου. Ενός δεκατετράχρονου κοριτσιού γεμάτου μουσική, ενός νικημένου νέγρου γιατρού, ενός αποτυχημένου αλκοολικού συνδικαλιστή, ενός σιωπηλού καφετζή, ενός χοντρού, τεμπέλη ρωμιού. Κλεισμένοι στη μοναξιά τους  ενώνονται από έναν παράξενο καταλύτη, έναν κωφάλαλο χαράκτη κοσμημάτων που τους δέχεται και τους “ακούει” καθημερινά στο μοναχικό δωμάτιο μιας χρεωκοπημένης πανσιόν. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι η ιστορία της μικρής Μικ Κέλυ που προσπαθεί ν’ ανασυνθέσει στο χαρτί τις συμφωνίες του Μπετόβεν που ακούει σ’ ένα άθλιο ραδιόφωνο. Η ιστορία της αποτυχίας των απελευθερωμένων Νέγρων να συγκροτήσουν μιαν αξιοπρεπή ύπαρξη στη χώρα των “παλιών” αφεντικών τους, αλλά και η ιστορία της τελευταίας φάσης του μεσοπολεμικού αναρχοσυνδικαλιστικού κινήματος. Ακόμα οι φυλετικές εντάσεις, το γυναικείο ζήτημα, ο συνδικαλιστικός και ο πολιτικός λόγος, τα προμηνύματα του πολέμου από την Ευρώπη.

Όσο για τους καθημαγμένους ήρωές του, όπως εύστοχα σημειώνει η σπουδαία ομότεχνή της Τζόις Κάρολ Όουτς, αυτοί κινούνται στη σφαίρα του αλλόκοτου.

Στο αμέσως επόμενο μυθιστόρημά της Ανταύγειες σε χρυσά μάτια [1941] η Κάρσον Μακ Κάλερς αφηγείται την ιστορία του λοχαγού Πέντερτον που δυσκολεύεται να επιβληθεί στην εγωκεντρική και αναιδή σύζυγό του, αδιαφορώντας ταυτόχρονα για την ερωτική της σχέση με έναν γείτονα αξιωματικό, ο γάμος του οποίου είναι επίσης κλονισμένος. Η εμφάνιση ενός ηδονοβλεψία στρατιώτη θα φέρει στην επιφάνεια τα σεξουαλικά απωθημένα των δύο ζευγαριών.

«Σχεδιασμένο με άψογο τρόπο. Διακρίνεται για την επιγραμματική ακρίβειά του. Επιπλέον, πιστεύω πως καταφέρνει άψογα να επιβάλει την πραγματικότητά του, να δημιουργήσει έναν κόσμο δικό του, κι αυτό είναι το στοιχείο που ξεχωρίζει κυρίως το έργο ενός μεγάλου καλλιτέχνη από εκείνο ενός επαγγελματία συγγραφέα», διατείνεται ο Τένεσσή Ουίλιαμς που έχει εγκωμιάσει και με άλλες ευκαιρίες τη συγγραφέα.

Το βιβλίο έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο από τον Τζον Χιούστον (1967), με πρωταγωνιστές την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Μάρλον Μπράντο.

Στη Μπαλάντα του λυπημένου Καφενείου [1951] παρακολουθούμε την ιστορία της Δεσποινίδας Αμέλια, με τα σταχτιά, αλλήθωρα μάτια, σε μια επαρχιακή πόλη του αμερικανικού Νότου. Το πώς ερωτεύθηκε τον Εξάδελφο Λάιμον, έναν καμπούρη νάνο, και πως ο καμπούρης αυτός μετέτρεψε το εμπορικό της σε πολύβουο καφενείο. Αυτά μέχρι την επανεμφάνιση του πρώην άντρα της, του εγκληματικά όμορφου Μάρβιν Μέισυ. Μια εξωφρενική όσο και σπαραχτική ιστορία στη στιλπνή και ποιητική πρόζα της Κάρσον ΜακΚάλλερς, για την οποία ο Τεννεσσή Ουίλλιαμς έγραψε ότι «τόση ένταση και ευγένεια πνεύματος έχει να φανεί από τον καιρό του Χέρμαν Μέλβιλ».

Μ’ αυτή την ολιγοσέλιδη νουβέλα γνώρισε το ελληνικό κοινό για πρώτη φορά τη Μακ Κάλερς χάρις στον Μένη Κουμανταρέα που τη μετέφρασε και τις εκδόσεις Κέδρος που την εξέδωσαν.

Στην Παράνυμφο [1946] η Φράνκυ περνάει τις μέρες της μέσα στην πλήξη και την ακινησία ενός καυτού καλοκαιριού ώσπου η είδηση πως ο αδελφός της θα παντρευτεί την προσεχή Κυριακή θα πέσει σαν κεραυνός εν αιθρία και θα της δημιουργήσει όνειρα και προσδοκίες μέχρι να διαψευστούν οικτρά από την πραγματικότητα.

 

Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1917 στην Τζόρτζια, ως Λούκα Κάρσον Σμιθ. Γι΄αυτό και στα περισσότερα μυθιστορήματά της συχνά αποτυπώνει μικρές πόλεις του αμερικάνικου Νότου και πραγματεύεται θέματα όπως η μοναξιά, οι φυλετικές διακρίσεις, η θέση της γυναίκας και η πνευματική απελευθέρωση.

Παντρεύτηκε τον Ριβς Μακ Κάλερς το 1937. Το ζευγάρι χώρισε το 1941 και ξαναπαντρεύτηκε το 1945. Το 1948 επιχείρησε να αυτοκτονήσει λόγω κατάθλιψης. Τελικά πέθανε το 1967 από αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Συνολικά έγραψε οκτώ μυθιστορήματα. Τα πιο γνωστά είναι: Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου, Η καρδιά κυνηγάει μοναχή και Ανταύγειες σε χρυσά μάτια. Το 1945 τιμήθηκε με το Βραβείο της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων, της οποίας αργότερα έγινε μέλος, και το 1950 με το Βραβείο Κριτικών της Νέας Υόρκης. Η Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου διασκευάστηκε για το θέατρο από τον Έντουαρντ Άλμπι.

 

«Υπάρχει μια βαθύτερη αιτία για το πόσο πολύτιμο ήταν το καφενείο στην πόλη. Και τούτη η βαθύτερη αιτία έχει να κάνει με μια περηφάνια που δεν ήταν ως τα τότε πράγμα συνηθισμένο στα μέρη εκείνα. Για να νιώσεις την περηφάνια αυτή, φτάνει να ΄χεις στο νου σου πόσο φτηνά κοστίζει ο άνθρωπος. Βρίσκει κανείς πάντα πολλούς ανθρώπους συναγμένους σ’ ένα κλωστήριο – μα πράγμα σπάνιο κάθε οικογένεια να ΄χει το φαγί της, τα ρούχα της, και να τα φέρνει βόλτα. Για να αποκτήσεις τα πράγματα που χρειάζονται και σε κρατούν ζωντανό, η ζωή καταντά ένας μακρύς, αβέβαιος αγώνας. Μα η ανθρώπινη ζωή δεν είναι κοστολογημένη. Σου δίνεται τζάμπα και παίρνεται πίσω δίχως να πληρώσεις. Σαν τι ν’ αξίζει άραγες; Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις γύρω σου, φορές-φορές η αξία μοιάζει μηδαμινή ή καμιά. Συχνά, σαν αφού ιδροκόπησες, μόχθησες κι είδες τα πράγματα να μην καλυτερεύουν, έρχεται τότε να σταλάξει μέσα σου η πεποίθηση πως δεν αξίζει φράγκο.

 

Ο Γκράχαμ Γκρήν είχε πει γι΄ αυτήν: «Η κυρία Μακ Κάλερς και ίσως ο κύριος Φώκνερ είναι οι μόνοι συγγραφείς απ’ τον θάνατο του Ντ.Χ.Λώρενς που διαθέτουν αυθεντική ποιητική ευαισθησία. Προτιμώ την κυρία Μακ Κάλερς από τον κύριο Φώκνερ γιατί γράφει πιο καθαρά. Την προτιμώ και από τον Ντ.Χ.Λώρενς επειδή δεν μεταφέρει κάποιο μήνυμα».

 

Το τζιν, τα τσιγάρα και η απόγνωση ήταν τα τρία συστατικά στα οποία η Κάρσον Μακ Κάλερς απέδιδε τη συγγραφική της επιτυχία. Μπορούσε να ζήσει μόνο με αυτά για ολόκληρες βδομάδες. Στα βιβλία έβρισκε τα πάντα: «Τα βιβλία είναι νανούρισμα για κάθε αποκαμωμένο, βάλσαμο για κάθε πληγή, προστατευτική πανοπλία για όποιον φοβάται, καταφύγιο για όσους αναζητούν ένα σπίτι». Πρώτο, όμως, ερχόταν το οινόπνευμα. Μια μπύρα το πρωί, λίγο σέρι στο τσάι της το απόγευμα, και ουίσκι για να ζεσταθεί, από τη στιγμή που έπεφτε το σκοτάδι.

Στο ποίημα που έγραψε γι αυτήν ο Μπουκόφσκι, η Μακ Κάλερς πεθαίνει από αλκοόλ, ενώ ταξιδεύει στον ωκεανό με ένα ατμόπλοιο, ξαπλωμένη στη σεζ-λονγκ της και τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Όλα της τα βιβλία μιλούσαν για τον τρόμο της μοναξιάς και τον πόνο που προκαλεί η αγάπη όταν δεν βρίσκει ανταπόκριση.

 

-περιοδικό Διαβάζω, τχ.237, 18.4.90

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.