You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ο Λέων Τολστόι ανάμεσα στον Όμηρο και τον Σαίξπηρ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ο Λέων Τολστόι ανάμεσα στον Όμηρο και τον Σαίξπηρ

‘’Οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν όλες μεταξύ τους, κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο’’

Λ.Τ.

 

 

 

Ο ΤΟΛΣΤΟΪ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΑΝΘΕΟΝ

 

Στην εποχή του Μεσοπολέμου και μετά το 1910 – χρονολογία θανάτου του Τολστόι – ολόκληρη η Δύση συμφωνούσε πως ήταν ο μεγαλύτερος Ρώσος συγγραφέας. Κανείς άλλος Ρώσος συγγραφέας δεν είχε κυριαρχήσει στη λογοτεχνία του έθνους του από την εποχή του Γκαίτε ή του Βολταίρου. Από τότε οι προτιμήσεις του καιρών και η αλλαγή της δυτικής  νοοτροπίας κατέβασαν τον Τολστόι από το βάθρο του το οποίο κατέλαβε ο Ντοστογιέφσκι. Το πέρασμα του χρόνου έδειξε πως παρά την επιφυλακτική και αμυντική στάση της Δύσης απέναντι στην Ρωσική λογοτεχνία  ο Ντοστογιέφσκι ήταν εκείνος που επικράτησε. Σήμερα πάντως το βάθρο αυτό είναι μοιρασμένο ανάμεσα στους δύο μεγάλους συγγραφείς.

Οι Ρώσοι πάντως  θεωρούσαν σύμβολο της λογοτεχνίας τους τον Πούσκιν ενώ ουδέποτε έδωσαν τον τίτλο του συμβόλου στον Τολστόι – αν και του είχαν κάποια προτίμηση.

Το τεράστιο προσωπικό και ηθικό κύρος που κατάφερε να αποκτήσει στην τελευταία εικοσιπενταετία της ζωής του ο Τολστόι δεν επηρέασε απαραίτητα την λογοτεχνική του υπεροχή. Η διάρκεια της όμως ουδέποτε αμφισβητήθηκε και μάλλον δεν θα αμφισβητηθεί. Οι διακυμάνσεις του λογοτεχνικού του κύρους αφήνουν ανεπηρέαστο το άστρο του στο λογοτεχνικό στερέωμα.

 

Ο ΤΟΛΣΤΟΪ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΣ

 

Τα δύο μεγάλα μυθιστορήματά του ο Πόλεμος και Ειρήνη και η Άννα Καρένινα θεωρούνται επικά. Είδος το οποίο αριθμεί χιλιετίες υψηλής λογοτεχνίας και σήμερα χρησιμοποιείται περισσότερο ως επίθετο με υπερθετική σημασία.

Ο Τολστόι είχε κατά νου πως «έπος» είναι η αίσθηση της απεραντοσύνης, της σοβαρότητας, της στιβαρότητας της σύνθεσης, του χρονικού εύρους, της διαχρονικότητας, του ηρωισμού, της σοφίας και της ποιητικής ευρηματικότητας αλλά κυρίως της αφηγηματικής αμεσότητας. Το έπος στο οποίο δεν αναφερόμαστε πια ούτε εμείς ούτε οι συγγραφείς έχει κάτι από το αρχαϊκό κλέος από τα κατορθώματα των ηρώων.

Ο Τολστόι έχρισε τον συγγραφέα ισόθεο, δηλαδή δημιουργό.

Η κριτική αναγνώρισε τη σφραγίδα της επικής διάστασης στα έργα του κάτι που δεν ισχύει για εκείνα του Ντοστογιέφσκι.

 

ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Ο Τολστόι αναμετρήθηκε και με τον Σαίξπηρ τον οποίο προσπάθησε να σμικρύνει για να του επιβληθεί με την μεγαλομανία που τον διέκρινε. Μπορεί ο Τολστόι να μην έγραψε τον Ληρ ή την Τρικυμία, τον Μάκβεθ ή τον Άμλετ αλλά έγραψε το Πόλεμος και Ειρήνη, την Άννα Καρένινα, τον Ιβάν Ιλίτς ή την Ανάσταση. Αλλά δεν κατόρθωσε να κατανικήσει τον Σαίξπηρ στη μονομαχία που τον προκάλεσε, κατάφερε όμως να ξαναφέρει στην επικαιρότητα του 19ου αιώνα, του αιώνα του μυθιστορήματος, πολλά από τα χαρακτηριστικά του έπους.

 

Φαίνεται, λοιπόν, πως ο Τζαίημς Τζόυς δεν ήταν ούτε ο μόνος ούτε ο πρώτος που αναμετρήθηκε με την ομηρική Οδύσσεια γράφοντας τον Οδυσσέα.

 

ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

 

Ο Τολστόι αναμετρήθηκε με την Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ – που είχε προλάβει να διαβάσει – και που τυχαίνει να έχει το ίδιο θέμα με τη δική του Άννα Καρένινα, μια μοιχεία, μια προδοσία κι ένα παθιασμένο έρωτα και άλλες ομοιότητες αλλά και διαφορές.

Η Καρένινα παίζει διαρκώς με το όνειρο και το θάνατο. Αρχίζει και τελειώνει με αίμα και σφραγίζεται από αυτά όπως και η Μποβαρύ. Και τα δύο  έργα τελειώνουν με την αυτοχειρία της ηρωίδας.

Ο Τολστόι είναι διαφορετικός συγγραφέας από τον εστέτ και γεμάτο επιτήδευση Φλωμπέρ.  Έχει ηδονοθηρικές καταβολές όπως και συνείδηση που στο ξύπνημά της καθοδηγεί τους ήρωές του όσο και τον ίδιο.

Έχει μια τρομερή ικανότητα να εξοικειώνει τον αναγνώστη του και να τον εντάσσει με ευκολία χρονικά, τοπικά ή ηθικά στο μυθιστόρημά του. Και αυτό χάρις στις ακριβείς και λεπτομερείς περιγραφές αλλά και χάρις στην ικανότητά του να πλησιάζει τον αναγνώστη και την νοοτροπία, τις επιθυμίες, τις προσδοκίες και τις επιδιώξεις του. Μεταμφιέζεται σε Βρόνσκυ [τον εραστή της Άννας] ή Καρένιν [τον σύζυγό της, υψηλόβαθμο στέλεχος υπουργείου με τον οποίο ζει μια μονότονη ζωή], αν και είναι κομμένος και ραμμένος Λέβιν [που συνήψε ένα χριστιανικό και συμβατικό  γάμο με την Κίττυ και κατέφυγε στα κτήματά του και αποτελεί τον αντίποδα της σχέσης Άννας – Βρόνσκυ ]. Ο ερωτύλος Βρόνσκυ που η Άννα για χάρη του εγκαταλείπει σύζυγο και παιδί ξέρει να παραμένει ψύχραιμος και να ελέγχει τα συναισθήματά του.

Αλλά μήπως ο Φλωμπέρ δεν ισχυρίστηκε: ‘η Μποβαρύ είμαι εγώ.’;

Υπάρχουν βέβαια και σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην Καρένινα και την Μποβαρύ. Μια από αυτές είναι ότι διαδραματίζονται σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα.

Η Έμα Μποβαρύ έχει παντρευτεί έναν ασήμαντο επαρχιακό γιατρό που δεν αγαπά και ζει σε μια επαρχιακή πόλη, σε μια κλειστή κοινωνία που ο καθένας ασχολείται με τα προβλήματα των άλλων και λιγότερο με τα δικά του.

Ενώ το μυθιστόρημα του Τολστόι είναι κυριολεκτικά μια τοιχογραφία της αριστοκρατία του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και διαδραματίζεται στη διάρκεια τεσσεράμισι χρόνων. Από το 1872 εως το 1876.

Η Μποβαρύ αδυνατεί να κάνει μια τόσο ριζοσπαστική κίνηση όπως η Καρένινα, να εγκαταλείψει σύζυγο και παιδί για να ζήσει τον έρωτά της.

Το μυθιστόρημα του Φλωμπέρ είναι γραμμένο με κεντρική φιγούρα την ηρωίδα του χωρίς άλλα πρόσωπα που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανέλιξη του μυθιστορήματος.

Αντίθετα στην Άννα Καρένινα που είναι βέβαια η κεντρική ηρωίδα έχουμε άλλα δύο ζευγάρια που ζουν με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι εκείνη.

Ο Λέβιν που φεύγει μακριά από την υποκριτική αριστοκρατία – μη ξεχνάμε πως ο Τολστόι είναι οπαδός του Ρουσώ – είναι από τους λίγους που ενώ υποστηρίζει τη μονογαμία  δείχνουν κατανόηση στη μοιχεία της Άννας.

Η ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ

Πάντως σε καμιά περίπτωση η Καρένινα δεν είναι απλώς μια ιστορία μοιχείας αλλά ένας βαθύς στοχασμός πάνω στη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο. Ο Ναμπόκωφ χαρακτήρισε την Άννα Καρένινα «μια από τις μεγαλύτερες ερωτικές ιστορίες στην παγκόσμια λογοτεχνία». Η Άννα Καρένινα χαρακτηρίστηκε η πνευματική αυτοβιογραφία του Τολστόι.

Αντίθετα στην επιτήδευση που διακρίνει τον Φλωμπέρ και τη Μποβαρύ του έρχεται να μονιμοποιήσει την παρουσία της η Άννα Καρένινα «δημιούργημα μιας απαίδευτης μεγαλοφυΐας και μιας άμορφης ζωτικότητας», όπως υποστηρίζει ο μεγάλος κριτικός Μάθιου Άρνολντ.

 

Το πολυσέλιδο αυτό μυθιστόρημα αποτελείται από 8 μέρη και 30 κεφάλαια και αριθμεί περί τις 1200 σελίδες. Διαδραματίζεται στη Μόσχα, την Πετρούπολη και τα κτήματα του Λέβιν.

 

Η δομή της Καρένινα είναι συμβατική. Είναι γραμμένη σε τρίτο πρόσωπο που αντιπροσωπεύει τον παντογνώστη αφηγητή. Σε ορισμένα σημεία της ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πολύ πρώιμα εσωτερικό μονόλογο, που ο  Στάινερ χαρακτηρίζει  «ασυνάρτητο».

Η Καρένινα παρόλο που της άρεσε από την αρχή ο Βρόνσκυ υφίσταται μια επίμονη δεκάμηνη πολιορκία από μέρους του.

Μέσα στη χιονοθύελλα ο Βρόνσκυ εξομολογείται στην Άννα τον έρωτά του. Η ψυχή και το μυαλό της νεαρής γυναίκας  ευφραίνονται. Τότε είναι που κάτι μεταμορφώνεται μέσα της και βλέπει έξαφνα μπροστά της τα μεγάλα αυτιά του συζύγου της κι ο γιός της σαν να έχει χάσει κάτι από τη γοητεία του.

Σκοπός του Τολστόι και κλειδί της δομής της Καρένινα, «αλλά και επίτευγμά του», υποστηρίζει ο Ναμπόκωφ «είναι το θέμα του χρόνου και φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο καταφέρνει να συγχρονίζει και να συντονίζει τη ζωή επτά διαφορετικών ανθρώπων».

The family of Russian author Leo Tolstoy, late 19th or early 20th century. Tolstoy (1828-1910) is widely regarded as one of the greatest of all novelists, particularly noted for his masterpieces War and Peace and Anna Karenina. Found in the collection of (Photo by Fine Art Images/Heritage Images/Getty Images)

 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ο κόμης Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόι γεννιέται αρχές Αυγούστου/Σεπτεμβρίου του 1828 στο κτήμα της μητέρας του στη Γιάσναγια Πολιάνα από την οποία δεν απομακρύνθηκε ποτέ για μεγάλο διάστημα. . Δύο ετών χάνει τη μητέρα του, στα δέκα  τον πατέρα του. Τον μεγαλώνουν οι δύο αδελφές του τελευταίου. Ημιτελείς σπουδές Νομικής και Ανατολικών σπουδών. Αρχίζει να κρατά ημερολόγιο [1847]. Ταξιδεύει στον Καύκασο και την Αγία Πετρούπολη. Παίρνει μέρος στον Πόλεμο της Κριμαίας (1853-56), όπου γνώρισε την ψυχή του ρώσου στρατιώτη και τη φρίκη του πολέμου. Υπήρξε φύση ανήσυχη γεμάτη σχέδια και αναμορφωτικές ιδέες, επηρεασμένος από τη Γαλλική Επανάσταση. Θέλησε να ανυψώσει τους Ρώσους χωρικούς και να μορφώσει τα παιδιά τους. Ίδρυσε, μάλιστα, και σχολείο.  Έζησε για λίγο τη μποέμικη ζωή του νέου ανθρώπου της τάξης του. Βυθίστηκε στα χρέη. Παντρεύτηκε κι έζησε σαν «πατριάρχης». Έκανε 13 παιδιά. Η συγγραφική του δραστηριότητα άρχισε με μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία γύρω στα 1851-52. Γράφει τους Κοζάκους. στο οποίο απεικόνισε τους ανθρώπους και τη φύση του Καυκάσου. Από το 1863 ως το 1869 ασχολήθηκε με τη συγγραφή του μυθιστορήματος Πόλεμος και Ειρήνη. Το έργο αυτό αποτελεί έξοχη απεικόνιση της ζωής και των συνθηκών της Ρωσίας στην περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων. Το βάθος της ψυχολογικής ανάλυσης, η αριστοτεχνική απεικόνιση ανθρώπινων μορφών και τοπίων και ο πλούτος της γλώσσας, κάνουν το Πόλεμος και Ειρήνη ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της ρεαλιστικής πεζογραφίας του 19ου αιώνα. Δημοσιεύει αρχικά σε συνέχειες την Άννα Καρένινα [1875-76] και το 1878 κυκλοφορεί σε βιβλίο. Το 1880-82 περνά μεγάλη ηθική και θρησκευτική κρίση. Εξεγείρεται ενάντια στην αδικία των κοινωνικών δομών και την καταπίεση που υφίσταται ο λαός, καθώς την εξαθλίωση της αγροτιάς. Η δύναμη του κριτικού ρεαλισμού του Τολστόι εκδηλώθηκε στις σελίδες του μυθιστορήματός του Ανάσταση (1889). Έγραψε και θεατρικά έργα όπως Το κράτος του ζόφου, Το ζωντανό πτώμα. Άλλα έργα του στα οποία εκφράζεται η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του είναι Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς (1884), Αφέντης και δούλος (1895), η Σονάτα του Κρόυτσερ [1887-89], όπου καταδικάζεται ο γάμος και ο σαρκικός έρωτας, ο Χατζή Μουράτ [1903] που αναφέρεται στην αντίσταση των ορεσίβιων του Καυκάσου στους Ρώσους κατακτητές του και η περίφημη πραγματεία του Τι είναι τέχνη. Με τα θρησκευτικά κείμενά του ήρθε, όμως, σε αντιδικία με την Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901. Υπήρξε πολυγραφότατος. Τα άπαντά του αριθμούν 90 τόμους.Τον Οκτώβρη του 1905 ξεσπά η πρώτη επανάσταση, η οποία σύντομα καταστέλλεται ανελέητα. Παρότι εχθρός της απολυταρχίας και απόστολος της απόλυτης ανανέωσης ανθρώπων και θεσμών, ο Τολστόι δεν παύει να εναντιώνεται στην επανάσταση. Δεν αποδέχεται ούτε τα βίαια μέσα της ούτε την προτίμησή της για το προλεταριάτο των εργοστασίων. Συνιστά να μοιραστεί η γη στους αγρότες χωρίς να τους δοθούν «εκμαυλιστικές πολιτικές ελευθερίες». Καταπιάνεται με τα Απομνημονεύματά του. Καταδικάζει με σφοδρότητα τις μαζικές εκτελέσεις. Τα τελευταία του χρόνια  στέκεται αρνητικά απέναντι στον τρόπο ζωής του και αισθάνεται την ανάγκη να εναρμονίσει τις ιδέες με τη ζωή του, αλλά δεν θα προλάβει. Άλλωστε η ζωή για τον Τολστόι ήταν «ο μεγάλος αισθητικός και ηθικός κανόνας».

 

Ο ΤΟΛΣΤΟΪ, Ο ΟΜΗΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΑΙΞΠΗΡ

 

Υποστηρίζεται πως στην γνωστή πολεμική του εναντίον του Σαίξπηρ, ο Τολστόι μιλά, χωρίς υποκριτική μετριοπάθεια, για την αναμέτρησή του με τον Όμηρο και τα έπη του και ομολογεί την αμαρτία του πως κατά ένα περίεργο τρόπο βρίσκεται κοντά με τον ποιητή των επών. Και τους χωρίζουν αιώνες, ενώ περιγελά τον Σαίξπηρ, που δε μιλά καθόλου ούτε στην ψυχή ούτε πνεύμα του κι ας τους χωρίζουν μόλις τρεις αιώνες.

Μα όταν ο Μπεζούχωφ, ήρωας του Πόλεμος και Ειρήνη σε μια κρίσιμη στιγμή «είχε την αίσθηση ότι είχαν ξεριζώσει από την ψυχή του το ελατήριο που συγκρατούσε τα πάντα, που ζωντάνευε τα πάντα, και τα πάντα κατέρρευσαν κι έγιναν ένας σωρός από ανούσια σκουπίδια», τότε αυτόματα έρχεται στο νου του Λεφ Σεστώφ η απελπισμένη κραυγή του Άμλετ όταν μαθαίνει πως ο θείος και η μάνα του σκότωσαν τον πατέρα του για να του πάρουν το βασίλειο “The time is out of joint!” [και στη μετάφραση του Β. Ρώτα «ο καιρός εξαρθρώθη»].

Ωστόσο ο Τολστόι προτιμά τον αρχαϊκό, πρωτόγονο και αρχέγονο κόσμο του Ομήρου κι ας είναι γεμάτος προδοσίες, εκδίκηση και αίμα, όσο και αυτός του Σαίξπηρ. Στον ομηρικό κόσμο που προτιμά ο Τολστόι κυριαρχεί η Ύβρις και η Νέμεσις, όπως και στα δικά του μυθιστορήματα. Αλλά και οι νόμοι, η ισορροπία, το μέτρο και οι Θεοί.  Όπως και στον Όμηρο έτσι και στον Τολστόι πρυτανεύει ο παγανισμός. Υπάρχει ακόμη και η χαρά που «ακτινοβολεί στην αρχαία ματιά των σοφών». Ακόμα και στους δύο κυριαρχεί η Μοίρα, το παντοδύναμο πεπρωμένο, «φυγείν αδύνατον», αν ζεις σύμφωνα με τις αρχές που η ισορροπία φέρνει την ικανοποίηση πως σωστά βάδισες στο δρόμο της ζωής ώσπου να κλείσει τα μάτια σου ο θάνατος.

Αλλά όταν τα πράγματα βρίσκονται κάτω από το φως δε χρειάζεται η εξιδανίκευση, η επιτήδευση και οι διπλές οπτικές γωνίες. Η ευθεία οδός δεν είναι μόνο συντομότερη από κάθε τεθλασμένη, αλλά και διαυγής χωρίς ανάγκη  συγκάλυψης.

Όπως και ο Όμηρος έτσι και ο Τολστόι αντιστρατεύονται τη σαιξπηρική ρήση πως «είμαστε φτιαγμένοι απ’ των ονείρων την ουσία».

Αν και ο Τολστόι θεωρείται πρόδρομος, κατά ένα τρόπο, του Φρόυντ, καθότι ξέρει τέλεια να κουρντίζει την ψυχολογία των ηρώων του, δεν υποστηρίζει πως είμαστε αχνός ή κοσμική σκόνη, αλλά ζούμε και πορευόμαστε στον κόσμο με το σώμα μας.

Ίσως φανεί υπερβολικό αλλά ο Τζώρτζ Στάινερ ισχυρίζεται πως ο Τολστόι κρατά τον Όμηρο επάνω του σα φυλαχτό.

Με αλαζονεία και μια ισχυρή αίσθηση μεγαλοσύνης, ο μεγαλομανής Τολστόι δε διστάζει, να υποστηρίζει πως τα μυθιστορήματα του έχουν στη λογοτεχνία τη θέση που έχει ο Σαίξπηρ στην ιστορία του δράματος και ο Όμηρος σ’ αυτήν του έπους. Κι ας έχει κατακεραυνώσει τον Σαίξπηρ χαρακτηρίζοντάς τον μη ορθολογιστή και συγγραφέα αφύσικων διαλόγων και τον κατηγορούσε πως ο τρόπος που συνέθετε τα δράματά του δεν είχε σχέση με την εποχή που τα τοποθετούσε.

Ο Όργουελ δε μπορούσε παρά να πάρει το μέρος του Σαίξπηρ, δηλαδή του θύματος, στην έξαλλη επίθεση που εξαπέλυσε εναντίον του ο Τολστόι και να τον χαρακτηρίσει καθόλου ικανό λιβελογράφο.

Το δοκίμιο του Τολστόι έχει τίτλο Ο Σαίξπηρ και το θέατρο [1903]: «ο Σαίξπηρ προκαλούσε σε όλη μου τη ζωή μια ακατανίκητη αποστροφή και ανία». Και έβρισκε την εξέλιξη του Βασιλιά Ληρ «ηλίθια, στομφώδη, αφύσικη, ακατάληπτη, φλύαρη, χυδαία, βαρετή και γεμάτη από γεγονότα χωρίς την παραμικρή αληθοφάνεια, έξαλλα παραληρήματα, άνοστα αστεία, αναχρονισμούς, ασχετοσύνες, αισχρότητες, πεπαλαιωμένες θεατρικές συμβάσεις που προσβάλλουν ταυτόχρονα την αισθητική και την ηθική».

Ίσως κιόλας αυτή η σφοδρή επίθεση στον Σαίξπηρ μέσω του Ληρ να μην έχει να κάνει με το έργο καθεαυτό και τα μειονεκτήματά του  αλλά με το ότι βλέπει τον ογδοντάρη εαυτό του, ο μέγας συγγραφέας, μέσα στον καθρέφτη που η ζωή στήνει ορισμένες στιγμές μπρος στον καθένα μας, να βλέπει τη φιγούρα του παρηκμασμένου γέρου, που πρόκειται να πεθάνει σύντομα κι ας μη δέχεται σαν δίκαιο κάτι τέτοιο.

Έπειτα αυτή η ολομέτωπη, μανιασμένη, βίαιη επίθεση του γίγαντα της Γιάσναγια Πολιάνα στο μεγαλύτερο ελισαβετιανό δραματικό ποιητή των αιώνων υποκρύπτει κάποια προσωπικού χαρακτήρα υστεροβουλία, όχι καλλιτεχνικού. Ο Τολστόι βρίσκεται στην ένατη δεκαετία της ζωής του και ο Σαίξπηρ νεκρός τρείς αιώνες πριν και τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τον κατεβάσει από το βάθρο μιας υστεροφημίας που παραμένει ανέπαφη και διαρκής. Ο νεκρός Σαίξπηρ είναι άνισος αντίπαλος για  τον Τολστόι που είναι ακόμα ζωντανός.

Από τη στιγμή που έχει αμφισβητηθεί η ύπαρξη του Μεγάλου Δημιουργού με την τελεσίδικη φράση του Νίτσε «ο Θεός έχει πεθάνει» δε βλέπω το λόγο να μη μπορεί να αμφισβητηθεί και ένας ογκόλιθος της λογοτεχνίας, όπως ο Σαίξπηρ από τον Τολστόι. Αρκεί να υπάρχουν στέρεα και πειστικά επιχειρήματα και τέτοια δεν υπάρχουν στο εν λόγω λιβελογράφημα  του Τολστόι.

Ο Τολστόι φεύγει κρυφά στις 28 Οκτωβρίου/ 10 Νοεμβρίου του 1910 από τη Γιασνάγια Πολιάνα προς άγνωστη κατεύθυνση, αλλά αρρωσταίνει στο σιδηροδρομικό σταθμό του Αστάποδο και πεθαίνει στις 7/20 Νοεμβρίου και κηδεύεται πολιτικά στη Γιασνάγια Πολιάνα στις 9/22 Νοεμβρίου. Πλήθος κόσμου ακολουθεί την κηδεία του.

 

 

Σημείωση: χρησιμοποίησα τα βιβλία: Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ, Μαθήματα για τη ρωσική λογοτεχνία, μτφρ. Ανδρέας Παππάς, Πατάκης, 2020, Μίρσκυ, Ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας,  Ερμής, 1977, Τζωρτζ Στάινερ, Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι, μτφρ. Κώστας Σπαθαράκης, Αντίποδες, 2015, Σεστώφ, Λέων Τολστόι, μτφρ. Νάγια Παπασπύρου, Ροές, 2010, Όργουελ, ο Τολστόι, ο βασιλιάς Ληρ & ο τρελός, Νίνα Μπάρτη, Γνώση, 1983.

 

 

 

Κώστας Γιαννόπουλος

 

 

 

 

 

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.