You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ο Ροζέ Βιτράκ και η γεύση της αποτυχίας

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ο Ροζέ Βιτράκ και η γεύση της αποτυχίας

Ο Βιτράκ είχε την τύχη αρκετών ανατρεπτικών συγγραφέων, όπως ο Λωτρεαμόν, ο Μπωντλαίρ ή ο Αρτύρ Αντάμωφ για παράδειγμα, που ανακαλύφθηκαν – ή καλύτερα – ξαναανακαλύφθηκαν και αναγνωρίστηκαν μετά θάνατον. Η αποτυχία αναγνώρισης ακόμη και του πιο ανατρεπτικού θεατρικού έργου Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία, [1928] που φέρνει στο νου τους Μαστούς του Τειρεσία του Απολιναίρ, αλλά κυρίως του Βασιλιά Υμπύ του Αλφρέ Ζαρύ, δεν είχε τις αντιδράσεις που ο συγγραφέας του επιδίωκε. Οι αστοί που στην πρώτη άνθιση του σουρεαλισμού έβλεπαν τον εαυτό τους να διασύρεται στη σκηνή με μαζοχιστική …αγαλλίαση δεν αντέδρασαν. Το πρώτο ανέβασμα πραγματοποιήθηκε στο θέατρο που είχε το όνομα του τερατικού προγόνου, του Αλφρέ Ζαρύ που είχε ιδρύσει ο Αρτώ μαζί με τον Βιτράκ δεν υποστηρίχθηκε ούτε από τους συντρόφους σουρεαλιστές που με επικεφαλής τον Μπρετόν το πολέμησαν πραγματοποιώντας κατά τη διάρκεια της παράστασης τα γνωστά τους σκάνδαλα. Μέχρι αμπούλες με υδρόθειο αμόλησαν στην αίθουσα κάνοντας τους θεατές να πιστέψουν πως υπεύθυνος ήταν ο σκηνοθέτης, δηλαδή  ο Αρτώ.

Ο Βιτράκ γεννήθηκε το 1899 στην κωμόπολη Πενσάκ, από γονείς μεγαλοκτηματίες όπου πέρασε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά το οικογενειακό κλίμα διαταράχθηκε και διχάστηκε εξαιτίας των εξωσυζυγικών περιπετειών του επιπόλαιου δονζουανίσκου πατέρα του. Έτσι η εφηβεία του ευαίσθητου νεαρού Ροζέ αποδείχθηκε τραυματική και μαζί με την αποτυχία καλλιτεχνικής αναγνώρισης αργότερα αποδείχτηκαν καθοριστικές για τον έτσι κι αλλιώς σύντομο βίο του. Ο Βιτράκ πέθανε σε ηλικία 53 ετών, το 1952  στα χέρια της γυναίκας του και του Ζαν Ανούιγ που ήταν ισόβιος φίλος και υποστηρικτής του. Κύρια αιτία του θανάτου του ήταν το αλκοόλ στο οποίο είχε καταφύγει σχεδόν δέκα χρόνια μετά την αποτυχία του Βικτώρ και είχε σαν αποτέλεσμα και την αναστολή της καλλιτεχνικής του παραγωγής.

Επιπλέον: ο πρώτος του γάμος το 1920 κράτησε μόλις ένα εξάμηνο και το πρώτο του θεατρικό έργο χάθηκε.

Το 1921 μπαίνει στο ντανταϊστικό κίνημα, γίνεται φίλος με τον Αραγκόν και συμμετέχει στο λογοτεχνικό περιοδικό «Περιπέτεια». Το 1923 δουλεύει στην «Εφημερίδα του Λαού», παίρνει συνεντεύξεις από τον Μπρετόν και τον Τζαρά, γράφει άρθρα για τον Ζαρύ, επηρεάζεται από τον Απολιναίρ. Το 1924 είναι κιόλας βασικό στέλεχος της Ομάδας των Υπερρεαλιστών. Όμως το 1925 η υπογραφή του δεν φαίνεται πια στα έντυπα της Ομάδας. Ο Μπρετόν τον κατηγορεί για αριβισμό και τον διαγράφει, καθώς και τον Αρτώ.

Στα επόμενα χρόνια, ο Βιτράκ συνεργάζεται σαν τεχνοκριτικός σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το 1935 γράφει διαλόγους για κινηματογραφικά σενάρια. Μια δουλειά που, παράλληλα με το ραδιόφωνο και μέχρι το θάνατό του, θα του εξασφαλίσει τον επιούσιο, αλλά και θα του κλέβει ώρες και έμπνευση από την καθαυτό δημιουργική εργασία του.

Από το 1932 ως τα 1938, χάρη στη γενναιοδωρία του φίλου του Ηρακλή Ιωαννίδη, διευθυντή του πρακτορείου «Ταξίδι στην Ελλάδα», ο Βιτράκ γνωρίζεται με τη Μεσόγειο και τον ελληνικό χώρο. Καρπός αυτών των ταξιδιών του είναι το έργο Les Demoiselles du large.

Η πρεμιέρα του όμως τον βρίσκει σύμφωνα με τον ίδιο σε σωματική και ηθική πτώση.

Ωστόσο το κοινό γελάει με το έργο, οι κριτικοί επισημαίνουν πως είναι «όλα λουσμένα σε ένα απειλητικό φως» και το γέλιο μεταβάλλεται σε κραυγή. Ο συγγραφέας επιμένει να βλέπει επικίνδυνα καθαρά, αλλά εισάγεται σε κλινική αποτοξίνωσης  και η πρεμιέρα μετατίθεται για το 1940, δηλαδή τουλάχιστον έξι χρόνια αργότερα – και η καθιέρωση δεν έρχεται ούτε αυτή τη φορά για τον Βιτράκ που η τύχη τον έχει πια εγκαταλείψει εντελώς. Την παράσταση κλέβει το σκηνικό του Γιώργου Βακαλό.

Το έργο κατεβαίνει σε είκοσι μέρες. Ο κόσμος σε ολόκληρη τη Γαλλία ζει τις πιο σκοτεινές ώρες του με τη γερμανική κατοχή.

Ένα επόμενο έργο το Camelot δεν πείθει την κριτική. Έχει προβλήματα δομής και δεν έχει «ηθικό δίδαγμα». Το μαύρο χιούμορ και το στυλιζάρισμα στην υποκριτική των ηθοποιών που κινούνται σαν μαριονέτες δεν στέκονται ικανά να το σώσουν. Τα επόμενα δύο θεατρικά του μένουν άπαιχτα.

Ο πόλεμος τον εξαναγκάζει σε συνεχή μετακίνηση για να κερδίσει τη ζωή του. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στο Παρίσι. Από το 1940 δεν έχει γράψει τίποτα. Η υγεία του έχει χειροτερέψει. Το αλκοόλ έχει σακατέψει την όρασή του. Γράφει διάφορα κομμάτια και τα παρατάει. Κι ενώ το κουράγιο του βρίσκεται στο ναδίρ ο Γκαλιμάρ εκδίδει το 1946-1948 δύο τόμους με τα έργα του, το 1950 του απονέμεται το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής για το σύνολο της θεατρικής του παραγωγής, ο γάμος του αναπτερώνει το ηθικό του, τελειώνει το κύκνειο άσμα του με τίτλο Η σπάθα του πατέρα μου.

Αλλά όλα ανατρέπονται από μια ξαφνική ημιπληγία. Αλλά και το έργο, εν πολλοίς αυτοβιογραφικό, θεωρείται ασήμαντο από την κριτική – «ο Βιτράκ γέρασε», λένε. Αναζητούν τη σουρεαλιστική γραφή που τους είχε προκαλέσει αμηχανία ωστόσο στον Βικτώρ. Με όλες τις προσωπικές ατυχίες και απουσίες ο Βιτράκ είναι εκτός του ρεύματος.

Ο Ανούιγ, ο ισόβιος φίλος βγαίνει και τον υπερασπίζεται ευθαρσώς απέναντι στην πικρόχολη και άδικη κρίση της κριτικής. Αλλά είναι αργά πια. Ο θάνατος πλησιάζει. Ο κόσμος μετά το θάνατό του θα μάθει από την κωμωδία Καταδικασμένος πώς αντιμετωπίζει το ζήτημα του θανάτου. Εκεί ανάμεσα σε λογοπαίγνια και μπόλικη ειρωνεία  λέει πως αντίθετα από τα ζώα ο άνθρωπος «πληροφορείται  πολύ νωρίς ότι είναι θνητός και πως κάθε στιγμή της ζωής του αποτελεί ταυτόχρονα και μια απειλή θανάτου».

Σήμερα που τουλάχιστον ο Βικτώρ, το αριστούργημά του παίζεται αδιάλειπτα στις σκηνές του κόσμου, και γράφονται δοκίμια ή εκπονούνται διδακτορικά  μοιάζει περίεργο και άδικο που στον καιρό του αγνοήθηκε.

Ο Βικτώρ έπειτα από μια αμφίβολη επιτυχία το 1946 σε σκηνοθεσία Μισέλ ντε Ρε με τη συμμετοχή της Ζυλιέτ Γκρεκό στη διανομή κερδίζει πια άπαξ δια παντός τη θριαμβευτική επιτυχία το 1963 – δέκα χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα του – σε σκηνοθεσία του Ζαν Ανούιγ που ανοίγει το δρόμο της παγκόσμιας καριέρας ενώ τα άπαντα του μεταφράζονται στα ιταλικά, γερμανικά, αγγλικά, ολλανδικά.

Ο εννιάχρονος Βικτώρ, ένας μικρομέγαλος με πρόωρη ανάπτυξη στο πάρτι που οργανώνουν οι γονείς του για τη μέρα των γενεθλίων του, αποφασίζει να αποτινάξει την ταυτότητα του υποδειγματικού γιου και να ξεσκεπάσει όλα τα καλώς κρυμμένα και κακώς κείμενα της οικογένειάς του. Η αφορμή δίνεται όταν ανακαλύπτει πως ο πατέρας του είναι εδώ και χρόνια εραστής της μητέρας της φίλης του Εσθήρ, η οποία τυγχάνει και αδελφή του… Τραβώντας αργά και επιδέξια τον μανδύα της αστικής υποκρισίας, κατευθύνει τα πράγματα μέχρι το τέλος του έργου σε αποκαλύψεις που οδηγούν στη διατάραξη της οικογενειακής γαλήνης, του πατριωτικού εφησυχασμού, της κοινωνικής σύμβασης.

 

Ο Βικτώρ, με την ειλικρίνεια, την αφέλεια, την αθωότητα αλλά και την πονηράδα ενός παιδιού, επιτίθεται σε όσα δεν μπορεί να κατανοήσει και να αποδεχτεί ως προϋποθέσεις μιας ασφαλούς και ήσυχης κοινωνικής ζωής. Τη μέρα των γενεθλίων του αυτός ο λαμπρός γόνος της αστικής τάξης βάζει μπουρλότο στο καθωσπρέπει σπιτικό του. Δεν αφήνει τίποτα όρθιο, βέβαιος πως όλο αυτό που κινείται γύρω του είναι μόνο για τα σκουπίδια. Θα οδηγήσει μέχρι και τους γονείς του στην αυτοκτονία.

Ο Βιτράκ συνθέτει ένα πρωτότυπο έργο με όπλα του το χιούμορ, τον λυρισμό και την πρόκληση. Στρέφει τα βέλη του ενάντια στην αστική οικογένεια, τοποθετώντας το θεατή στο ασφαλές πεδίο μιας κωμωδίας με… «τραγικόν τέλος».

«Ο Βιτράκ απολύτως εσκεμμένα», υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης Μηνάς Τίγκιλης που σκηνοθέτησε το έργο πρόσφατα  «πιστός στις αρχές του σουρεαλισμού, δε γράφει ένα δράμα, κι ας μεταχειρίζεται απολύτως δραματικά γεγονότα, κι ας κλείνει τη διαδρομή από την άγνοια στη γνώση με έναν θάνατο και μια αυτοκτονία. Κάνοντας χρήση βασικών εικονοκλαστικών εργαλείων από αυτά που χαρακτηρίζουν το σουρεαλιστικό κίνημα, τουτέστιν την αποσύνδεση της γλώσσας από τα νοήματά της, την υπερβολική χρήση λεκτικών κλισέ και αυτοσχεδιασμών, την ακατάσχετη αθυροστομία και σκατολογία, τη διαρκή υπονόμευση του λόγου και της λογικής, το σχεδιασμό τυποποιημένων χαρακτήρων, την κατάλυση της δομημένης πλοκής, ο Βιτράκ έχει συνθέσει ένα αναρχικό σκηνικό ποίημα που ακροβατεί μεταξύ καγχασμού, ειρωνείας και γκροτέσκ υπερβολής».

Ιδού ένας μικρός μονόλογος του Βικτώρ λίγο πριν πέσει η αυλαία:

«Μα άκου λοιπόν! Ο Ηρακλής από την κούνια του έπνιγε φίδια. Εμένα το μπόι μου δε μου επιτρέπει τέτοια παιδιαρίσματα. Ο Πασκάλ με κύκλους και μπαστούνια ανακάλυψε τις βασικές αναλογίες της ευκλείδειας γεωμετρίας. Ο μικρός Μότσαρτ με το βιολάκι του θα θαμπώνει πάντα τους επισκέπτες στο μουσείο του Λουξεμβούργου. Ο μικρός Φρειδερίκος έπαιζε σκάκι, είκοσι παρτίδες μαζί, και τις κέρδιζε όλες. Και τέλος ο μικρός Ιησούς Χριστός τους ξεπέρασε όλους με την πρώτη: μόλις γεννήθηκε, εδήλωσε υιός Θεού…

  • Τέτοια κατορθώματα κάνουν σκόνη το γιο του Καρόλου και της Αιμιλίας  Πομέλ, γι αυτό και πρέπει να πεθάνει εννέα χρόνων!».

 

Ο Παύλος Μάτεσις γνώστης του σουρεαλιστικού θεάτρου, του Θεάτρου της Σκληρότητας του Αρτώ, θαυμαστής του Βιτράκ και μεταφραστής του, αλλά και σουρεαλιστής θεατρικός συγγραφέας ο ίδιος πριν περάσει στην πεζογραφία ισχυρίζεται:

«[Ο Βικτώρ είναι με τέλειο θεατρικό τρόπο, η φωνή της υγείας και της αλήθειας που ντροπιάσαμε κατά την συναλλαγή μας με τον κόσμο. Ο Βικτώρ δεν ανήκει σε καμιά σχολή, γιατί είναι έργο που φέρνει τη σφραγίδα της δωρεάς».

 

-ΡΟΖΕ ΒΙΤΡΑΚ, Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, Δωδώνη/βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας, 2010

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.