Σε μια γενεαλογία της επίδρασης, της εμπνευσμένης συμπόρευσης ή της δημιουργικής πορείας συγγραφέα επηρεασμένου από την παράδοση, μπορούμε να αναφέρουμε τον Πέτερ Χάντκε που ξεκίνησε από την μαθητεία στον πρωτεϊκό Βίλχελμ Μάιστερ του Γκαίτε ή τον Μπρεχτ στο πρώιμο θεατρικό έργο του Βάαλ που ακολούθησε τα βήματα του αναρχικού, ποιητικά ανατρεπτικού Ρεμπώ- τότε δε βλέπω το λόγο να μην αναφερθούμε στον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και την αναφορά του στον Στέφαν Γκεόργκε στην ταινία του Satansbraten [1976], όπου ο πρωταγωνιστής επιχειρεί να ανακηρύξει ως πρότυπο ζωής τον Στέφαν Γκεόργκε.
Αν μετρήσουμε τα χρόνια που μεσολάβησαν από το θάνατο του Γκεόργκε, το 1933, ως το 1976 [δηλαδή 43 χρόνια] που τον θυμήθηκε ο Φασμπίντερ, θα πρέπει να επισημάνουμε ιστορικά πως η πρώτη χρονολογία σημαδεύτηκε από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και το 1976 μια εποχή διαψεύσεων, προσδοκιών και εξεγερτικών προσπαθειών που κυοφορήθηκαν μέσα στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου. Ούτε ο Χάντκε ούτε ο Φασμπίντερ ούτε ο Γκαίτε ή ο Στέφαν Γκεόργκε ήταν πολιτικά και ιδεολογικά αδρανείς. Το αντίθετο μάλιστα. Ο Στέφαν Γκεόργκε διήνυσε μια μεσοπολεμική εποχή κατορθώνοντας να αποκτήσει νεαρούς μαθητές που εξελίχθηκαν κάποιοι από αυτούςσε οπαδούς που τους καθοδήγησε ποιητικά με αποτέλεσμα να γίνει θρύλος, ένας γκουρού σε ένα πεδίο πνευματικό, ιδεολογικό και φιλοσοφικό. Δεν είναι φυσικά πολιτικός ποιητής, με τη στενή έννοια του όρου, ωστόσο στο ποίημά του ο Πόλεμος [1917] θεωρεί τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο «απότοκο της εποχής της πνευματικής αποσάθρωσης».
Ο Γκεόργκε ευαγγελίζεται για λογαριασμό του μέλλοντος επηρεασμένος από το αρχαίοελληνικό ιδεώδες που στέκεται εκεί απαράλλακτο και στατικό ανά τους αιώνες, μια νέα πνευματική μοίρα για τη Γερμανία στηριγμένη στους μεγάλους προγόνους του, ομότεχνους και συμπατριώτες, Γκαίτε και Χαίλντερλιν.
Το 1907 συμμετέχει σε διονυσιακές τελετές στο Μόναχο. Εκδίδει το Έβδομο Δαχτυλίδι που εξαιτίας μιας γνωριμίας του οδηγήθηκε στην πλατωνική αντίληψη περί έρωτος.
Ο παιδαγωγικός του ρόλος ενισχύεται από την ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο. Η συγγραφική του δραστηριότητα αραιώνει. Ο Γκεόργκε είναι υπέρμαχος ενός παιδαγωγικού έρωτα με έντονο το δωρικό στοιχείο. Ενώ υπάρχουν σ’ όλο του το έργο αναμνήσεις ενός, μεσαιωνικής προέλευσης, ερωτισμού ανάμεσα στα δύο φύλα.
Να σημειώσουμε ότι υπάρχει στο έργο του και μια ισχυρή επίδραση από τον αραβικό πολιτισμό και τη σαγήνη που άσκησαν στο δυτικό κόσμο οι Χίλιες και μία νύχτες [«έφυγα για μια Σιράζ που ονειρεύοταν μέσα στην ομίχλη των ρόδων»]. Στο Βιβλίο των κρεμαστών κήπων εντάσσονται ποιήματα που μιλούν για το εσωτερικό βίωμα της αγάπης. Σ’ αυτά καταργείται κάθε αφηγηματικό στοιχείο και προσεγγίζεται ο πυρήνας της ποίησης.
Ο Άγγελος του Γκεόργκε ήταν ένας έφηβος και έτσι απέτιε φόρο τιμής με εικαστικό τρόπο στο ίνδαλμα της νεότητας. Ο Γκεόργκε δεν ήταν θρησκευόμενος παρά την αυστηρή καθολική ανατροφή του και είχε στραφεί στον παγανισμό.
Ο Άγγελός του λειτουργεί και ως ναρκισσιστικός καθρέφτης του ποιητή.
Ο Τζόυς και ο Στέφαν Γκεόργκε έχουν επιφέρει», υποστηρίζει ο Μπόρχες , «βαθειές αλλαγές στο όργανο της τέχνης τους».
Ο Γκεόργκε ακολουθεί την παράδοση του Βίνκελμαν – ένθερμου θιασώτη της τέχνης του γλύπτη Λύσιππου. Οι περιγραφές αρχαίων γλυπτών του γερμανού τεχνοκρίτη δε διαφέρουν πολύ από εκείνες του Αρκάδιου. Ο Γκεόργκε αντιτάσσει στα άψυχα έργα της πλαστικής τα δικά ποιητικά αγάλματα [έτσι ονοματίζει και μια έξοχη σειρά ποιημάτων του]. Τα αγάλματα του Γκεόργκε δεν είναι στατικά αλλά δυναμικά: κινούνται, ζουν και πάλλονται από πάθος.
Ο Γκεόργκε αντιτάσσει στο γαλάζιο ρόδο του Νοβάλις και των ρομαντικών που έζησε άλλωστε την παρακμή τους, «ένα λουλούδι σκοτεινό μεγάλο μαύρο».
Οι κήποι μου δεν θέλουν ζέστη μήτε αέρα
οι κήποι που έφτιαξα για μένα μοναχά
κι όλα τα σμήνη των νεκρών πουλιών τους
δεν είδαν άνοιξη καμιά
Είναι από κάρβουνο οι κορμοί και τα κλαδιά
και σκοτεινοί αγροί σε σκοτεινές πλαγιές
κι αυτοί οι καρποί που δεν τους μάζεψε κανείς
σα λάβα λάμπουν στους πευκώνες.
Μια γκρίζα λάμψη από κρυφές σπηλιές
δεν λέει πότε έρχεται η νύχτα, πότε η μέρα
και τριγυρίζει η σκόνη απ’ τις αμυγδαλιές
μεσ’ στα σπαρτά και τα χωράφια πέρα.
Πότε όμως τρόπο να βλαστήσεις θα ‘βρω
αναρωτήθηκα καθώς τον περπατούσα
σε μύριες έγνοιες σαν σε δύχτια τυλιγμένος
λουλούδι σκοτεινό μεγάλο μαύρο;
[μτφρ. Γιώργος Βαρθαλίτης]
Ενδέχεται ο Στέφαν Γκεόργκε να υπήρξε ένας «μωροφιλόδοξος», ένας «καιροσκόπος» και «φίλαυτος» ποιητής, όχι όμως οπαδός της ναζιστικής ρατσιστικής θεωρίας, όπως ισχυρίζεται ο ο Δημήτριος Καπετανάκης, μαθητής του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ο τελευταίος δημοσίευσε στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Γράμματα μεταφράσεις ποιημάτων του Γκεόργκε, τα οποία ο πιο πρόσφατος μεταφραστής Γιώργος Βαρθαλίτης μιας ανθολογίας Ποιημάτων και Πεζών παραθέτει στην έκδοση του Gutenberg που περιέχει αναλυτικό χρονολόγιο της ζωής και του έργου του Γκεόργκε, και μια εισαγωγή για τον ποιητή και την ποιητική του.
Στην Εισαγωγή του, ο Γιώργος Βαρθαλίτης, καθώς αναφέρεται στο σύντομο δραματικό ποίημά του Η Πυρπόληση του Ναού» από τη συλλογή το Νέο Βασίλειο, αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν ο Γκεόργκε ήταν, όπως ειπώθηκε, ένας από τους προάγγελους του ναζισμού , σημειώνοντας: «Η διαλογική μορφή του ποιήματος επιτρέπει στον Γκεόργκε να κρατήσει τις αποστάσεις του. Σε αντίθεση με τον Έρνστ Γιούνγκερ, πού, μεσούντος του φασισμού, θα καταδικάσει τη βαρβαρότητα, ο Γκεόργκε δεν συνασπίζεται με τον Ίλι μήτε με τους ιερείς. Αντίθετα από τον Πάουντ και τον Ντ’ Ανούντσιο, κράτησε τα χαρτιά του ερμητικά κλειστά. Ίσως δεν μάθουμε ποτέ με βεβαιότητα αν θα επιδοκίμαζε την επέλαση των βαρβάρων». Ενώ στην αρχή της τρίτης ενότητας της εισαγωγής του ο Γιώργος Βαρθαλίτης αρνούμενος την κρίση του Καπετανάκη σημειώνει: «Ο Γκεόργκε κατηγορήθηκε από πολλούς ως πρόδρομος του εθνικοσοσιαλισμού, γιατί δεν στρατεύθηκε ποτέ στο φασιστικό κίνημα, δεν ήταν αντισημίτης (στον κύκλο του ανήκαν και Εβραίοι), μήτε έδειξε την παραμικρή συμπάθεια για τους Ναζί. Αξίζει να αναφέρουμε πώς ο επίδοξος τυραννοκτόνος στην περίφημη συνωμοσία εναντίον Χίτλερ Κλάους φον Στάουφενμπεργκ υπήρξε μαθητής του. Ωστόσο στο έργο του υπάρχουν στοιχεία που εν μέρει προοιωνίζουν τα τυραννικά καθεστώτα του 20ου αιώνα. Η έννοια λ.χ. του ηγεμόνα-οδηγητή (Fuhrer) προϋπήρχε στον Γκεόργκε. Και κανένας ποιητής δεν εξύμνησε τόσο το απολυταρχικό ιδεώδες όσο εκείνος. Από την άλλη μεριά οι απολυταρχίες του 20ου αιώνα ενσωμάτωναν οχλοκρατικές τάσεις, τις οποίες ασφαλώς ένας άνθρωπος με την αριστοκρατική ιδιοσυγκρασία του Γκεόργκε αποστρεφόταν με βδελυγμία».
Ενώ ο Νίκος Βουτυρόπουλος, μεταφραστής της έτερης μεταφραστικής εργασίας με ποίηση του Γκεόργκε με τίτλο: Το Βιβλίο των Κρεμαστών κήπων γράφει στην εισαγωγή του: «Θα αποδειχθεί πως η ζωή για τον ίδιο το δημιουργό και ποιητή, ήταν ένα κύμα που γλιστρά πάνω κάτω. Ενώ είχε αποκηρύξει κάθε εμπλοκή με πολιτικές ιδεολογίες και αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία μετά την άνοδο του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία, εντούτοις έγινε ο αγαπημένος ποιητής των Γερμανών διανοουμένων εκείνης της μακάβριας εποχής. Ίσως τελικά αυτό που έχει να καταθέσει, εκτός των άλλων, η ποίηση του σε τέτοιες σκοτεινές περιόδους, να είναι κυρίως η πίστη στην ανθρώπινη ευθύνη και στις αναπότρεπτες όσο και απρόβλεπτες συνέπειες των προσωπικών επιλογών. Ο ήρωας των Κρεμαστών Κήπων κουβαλά στο ακέραιο το βάρος των πράξεών του, και παρά τις αστοχίες του ούτε στιγμή δε χάνει την ικανότητα του αναστοχασμού και της ανάληψης ευθυνών. Με άλλα λόγια, ο Γκεόργκε φαίνεται να προτάσσει εδώ ένα ανθρωπιστικό ιδανικό, δηλαδή τη συνέπεια λόγων και έργων απέναντι στην αιώνια διαπάλη Καλού και Κακού, κάτι που όσο εύκολα προβάλλεται άλλο τόσο εύκολα παραβλέπεται και αναιρείται».
«Ώε ένας από τους επιγόνους του Μποντλέρ, ο Γκεόργκε», συνεχίζει ο Βουτυρόπουλος, «ο τελευταίος των συμβολιστών, προβάλλει τον αισθησιασμό ως ύστατο καταφύγιο του ατόμου απέναντι στον παραλογισμό μιας κοινωνίας, η οποία πάσχει θανάσιμα από την έλλειψη ουσιαστικής επαφής με τη φύση, από την απουσία ηθικών προταγμάτων και την αλλοτρίωση. Και εφόσον η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο ο Γκεόργκε απαντά φορώντας τον ιερατικό του μανδύα, όπως το συνήθιζε, και απαγγέλλοντας μπροστά στο κοινό του Κύκλου του στίχους από τις λυρικές ιστορίες του».
Αν δεν αγγίξω σήμερα το κορμί σου
Της ψυχής μου θα σπάσει η κλωστή
Σα να ‘ταν τεντωμένη χορδή.
Ας φορέσω πένθος για σημάδι αγάπης
Αφού σου ανήκω κι υποφέρω.
Κρίνε αν τέτοιο βάσανο μου αξίζει
Ράντισέ με δροσιά γιατί καίω στον πυρετό
Κι έξω σκύβω και παραπατώ.[Νίκος Βουτυρόπουλος]
Άσε με τώρα να το κράξω επάνω από τα χιόνια
του κάμπου, οπούθε φεύγοντας ανοίγεις τα φτερά,
πώς ήσουν η οδηγήτρα μου άθελα μεσ’ στα χρόνια,
πρώτα παιχνίδι κι ύστερα, στερνά, παρηγοριά!
Ήρθες σαν έλαμπε η ζωή βαριά λουλουδιασμένη,
στο πρώτο χρυσοθέρισμα σ’ αντίκρυσα ξανά,
κι όταν σιγοψιθύριζαν οι κάμποι καρπισμένοι,
μ’ έφερνε πάντα ο δρόμος μου στο σπίτι σου μπροστά,
Στις μαραμένες φυλλωσιές ο λόγος σου αντηχούσε
τόσο πιστός, που ολάκερη σου άνοιξε την καρδιά’
κι όταν απομακρύνθηκες, ανήσυχα φυσούσε
μυριόφωνο παράπονο στην έρμη λαγκαδιά.
Έτσι των δυό σου των ματιών το δίφωτο λουλούδι
σε κάθε πόρευση σκοπός για μένα είχε σταθή’
το πράο τραγούδι σου έγινε του χρόνου το τραγούδι,
κι όλα συντελεσθήκανε ως διώρισες εσύ. [μτφρ. Κων/ος Τσάτσος]
Ο Γκεόργκε γεννήθηκε στο χωριό Μπύντεσαϊμ (Büdesheim) του τότε Μεγάλου Δουκάτου της Έσσης [σήμερα στη Ρηνανία-Παλατινάτο]
Πατέρας του ήταν ο (επίσης) Στέφαν Γκεόργκε, πανδοχέας και έμπορος κρασιών, και μητέρα του η Εύα Σμιτ.
Τελείωσε το σχολείο το 1888 και μετά πέρασε κάποιο καιρό στο Λονδίνο και στο Παρίσι, όπου συγκαταλεγόταν στους συγγραφείς και καλλιτέχνες που παρακολουθούσαν κάθε Τρίτη τις απογευματινές συναντήσεις του ποιητή Στεφάν Μαλαρμέ. Πήγε επίσης στη Βιέννη, όπου το 1891 πρωτοσυνάντησε τον Ούγκο φον Χόφμανσταλ.
Ο Γκεόργκε γνώριζε ιταλικά, νορβηγικά, λατινικά, λίγα αρχαία ελληνικά, δανικά, ολλανδικά, ισπανικά, αγγλικά και πολωνικά. Έκανε πολλές μεταφράσεις από αυτές τις γλώσσες.
Περιπλανάται στην Ευρώπη [Ιταλία, Ελβετία, Αγγλία]. Δεν ταξίδεψε ποτέ στην Ελλάδα όπως ακριβώς έπραξαν ο Γκαίτε και ο Χαίλντερλιν παρά το γεγονός της ελληνομανίας τους.
Είμαι μονάχος κι είμαι δύο
Είμαι κι η μήτρα κι ο σπορέας
Είμαι η έννοια κι είμαι το σημείο
Είμαι το θύμα κι ο σφαγέας
Είμαι και ξίφος και θηκάρι
Είμαι η θέα και η ματιά
Είμαι κι αλήθεια και σκοτάδι
Είμαι το ξύλο κι η φωτιά
Είμαι κι ο πλούσιος κι ο γυμνός
Είμαι κι ο στόχος και το βέλος
Είμαι ο ικέτης κι ο βωμός
Είμαι μια αρχή κι ένα τέλος
Ο Γκεόργκε άρχισε να δημοσιεύει ποίηση τη δεκαετία του 1890. Επιπλέον, ίδρυσε και συνέτασσε ένα σημαντικό λογοτεχνικό περιοδικό υπό τον τίτλο Blätter für die Kunst (= «Φύλλα για την Τέχνη»). Βρισκόταν στο κέντρο ενός επιδραστικού λογοτεχνικού και ακαδημαϊκού κύκλου γνωστού ως George-Kreis, που περιελάμβανε πολλούς από τους επιφανέστερους νεαρούς συγγραφείς της εποχής (π.χ. τους Φρήντριχ Γκούντολφ και Λούντβιχ Κλάγκες). Εκτός από την ανταλλαγή λογοτεχνικών απόψεων, ο κύκλος συζητούσε και μυστικιστικά και πολιτικά θέματα. Ο Γκεόργκε γνώριζε και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τη «Μποέμ Κόμισσα» του Σβάμπινχ, Φάνυ του Ρέβεντλοβ, η οποία κάποτε σατίριζε τον κύκλο για τις μελοδραματικές δράσεις και απόψεις του.
Με την άνοδο του ναζιστικού κόμματος το 1933 στην εξουσία, ο Γιόζεφ Γκαίμπελς τού προσέφερε την προεδρία μιας νέας Ακαδημίας για τις Τέχνες, αλλά ο Γκεόργκε αρνήθηκε. Επίσης, δεν συμμετέσχε σε εορτασμούς που είχαν διοργανωθεί για τα 65α γενέθλιά του. Αντί για αυτό, ταξίδεψε στην Ελβετία, όπου και πέθανε, στην κωμόπολη Μινούζιο, κοντά στο Λοκάρνο. Μετά τον θάνατό του το σώμα του θάφτηκε εσπευσμένα, προτού φθάσει μια αντιπροσωπεία της ναζιστικής κυβέρνησης για να παραστεί στην κηδεία του.
Κώστας Γιαννόπουλος




