You are currently viewing Κώστια Κοντολέων: Ο Χρόνος αμείλικτος στις ψευδαισθήσεις

Κώστια Κοντολέων: Ο Χρόνος αμείλικτος στις ψευδαισθήσεις

Τα χέρια με τα καφετιά στίγματα, αδιάψευστη ταυτότητα προχωρημένης ηλικίας,απλώθηκαν διστακτικά ν’ αγγίξουν τα λευκά γουνάκια στο  παλτό του παιδιού.Ένιωθαν την ανάγκη να χωθούν ανάμεσα τους, να μείνουν εκεί και να νιώσουν την ζεστασιά τους όπως τότε.
Μα ο χρόνος αμείλικτος στις ψευδαισθήσεις προσγείωσε τα παραμορφωμένα από τα αρθριτικά δάχτυλα στην ψυχρότητα που εξέπεμπε το απροσπέλαστο τζάμι, ασπίδα προστασίας του παιδιού.
Τα χέρια μοιραία προέκταση του σώματος ενεργούν πάντα εξαρτημένα από τις υποδόριες εντολές του εγκεφάλου και οι άκρες των δαχτύλων τους θωπεύουν τώρα ψυχρές υφές άψυχων πραγμάτων, όπως θώπευαν άλλοτε γούνες έμψυχων υπάρξεων… και γίνονταν η αποκλειστική και αδιαμφισβήτητη εκ γενετής ταυτότητα ενός εκάστου. Το σμαραγδένιο μονόπετρο, στο μεσιανό δάχτυλο,του αριστερού χεριού φωτίζει με τη θαμπή πια λάμψη του τις βαθιές ρυτίδες που ο άχρονος χρόνος χάραζε ύπουλα αργά μα σταθερά τότε στα χρόνια της ανεμελιάς και της νεανικής οίησης.
Η μνήμη στις μεγάλες ηλικίες αρέσκεται να κάνει ενίοτε άλματα προς τα πίσω, στο μακρινό εκείνο τότε, όπου το γήρας δεν υπήρχε ούτε καν σαν μακρινή απειλή.  Υπήρχε μόνο η λαχτάρα για ζωή, έρωτα και άκρατη αισιοδοξία για το αύριο.

 

Τώρα…
Ώριμη πια εκείνη γεμίζει ανάλογα με τις εποχές τις ντουλάπες της, με ρούχα σύγχρονα και μοντέρνα, ίσως και λιγάκι εξεζητημένα για την ηλικία της, παραδέχεται σε στιγμές αυτοκριτικής.

Οι καθρέφτες στις μεγάλες ηλικίες απωθούν τα βλέμματα.  Ξέρουν κι ας μην θέλουν να το ομολογήσουν πως στην πραγματική ζωή δεν υπάρχουν οι μαγικοί καθρέφτες των παραμυθιών, υπάρχει μόνο η αμείλικτη πραγματικότητα που καθρεφτίζεται εντός τους, δεν κάνουν χάρες σε κανένα, κι έχουν μια ειλικρίνεια που σε τσακίζει.
Εκείνη απ’ όλους τους καθρέφτες του σπιτιού προτιμούσε μόνο έναν που της έστελνε την πραγματική εικόνα της όπως πίστευε.  Τον καθρέφτη της παλιάς ντουλάπας της γιαγιάς της και πάντα σ’ αυτόν κατέφευγε για να τονώσει το υπερφίαλο εγώ της, όπως απόψε.  Στέκεται τώρα μπροστά του, αποφασισμένη να δει την αλήθεια, όποια κι αν ήταν, ποιον κοροϊδεύει, την δική της ναρκισσιστική αλήθεια θέλει μόνο να της επιβεβαιώσει ο αγαπημένος της καθρέφτης.  Κριτής και δικαστής της.
Ξεκινά από το πρόσωπο της.
Γυρίζει πότε ανφάς και πότε προφίλ το κεφάλι,φροντίζοντας να απομακρύνεται λιγάκι από την εμβέλεια του καθρέφτη, ‘για να βλέπω καλύτερα’ δικαιολογείται στον εαυτό της.
Η πρεσβυωπία και η απόσταση θαμπώνουν την όραση, στις γραμμές του ποδιού της χήνας στις άκρες των ματιών, απαλύνει το βάθος τους.  Μα οι ρυτίδες έκφρασης στεφανώνουν πάντα το στόμα.
‘Κομμένα τα γέλια από σήμερα,’ μαλώνει τον εαυτό της.

Κι ύστερα σειρά έχει ο ρυτιδιασμένος λαιμός και η πλαδαρότητα των μαστών.

‘Αυτό διορθώνεται με κατάλληλους στηθόδεσμους,’ μονολογεί.
Ακολουθεί η χαλαρή κοιλιά.
‘Τέρμα το μπικίνι,’ αποφασίζει πριν η εξερεύνηση καταλήξει στην κυτταρίτιδα των ποδιών της.
Φεύγει ικανοποιημένη.
Νύχτα πια στο μπάνιο της ξανά στέκεται μπροστά στα βαζάκια με τις πανάκριβες κρέμες της, ημέρας και νύχτας και τις αντιρυτιδικές μάσκες, λίγο πριν αρχίσει την βραδινή ιεροτελεστία του μασάζ και του βουρτσίσματος των ταλαιπωρημένων από τις απανωτές βαφές μαλλιών της.
Ικανοποιημένη ξανά αποσύρεται στην κρεβατοκάμαρά της με ένα ποτήρι νερό στο ένα χέρι και το συνηθισμένο υπνωτικό χαπάκι της στο άλλο.
Κοιμάται ύπνο βαθύ έμπλεο ονείρων μιας άλλης εποχής.  Τότε που τα νιάτα θεωρούνταν δικαίωμα μιας παντοτινής μονιμότητας.
Ξυπνάει αργά το άλλο πρωί.
Αποφεύγει το μπάνιο και τους κάθε λογής καθρέφτες.  Αναμαλλιασμένη και ξυπόλυτη, με το φλιτζάνι του καφέ στο ένα χέρι και το κοντρόλ της τηλεόρασης στο άλλο μπαίνει στη σάλα.
Το μόνιμο πια τρέμουλο στα χέρια της στέλνει το φλυτζάνι στο πάτωμα.  Η σπασμένη πορσελάνη και το καφετί υγρό καθώς κυλάει στο πάτωμα πιτσιλά τα γυμνά της πόδια,τα γεμάτα κάλους δάχτυλα των ποδιών της βάφονται καφετιά από το ζωογόνο υγρό που δεν πρόλαβε να πιει.
Τα υγρά πέλματα της, αφήνουν νοτισμένα ίχνη στο ξύλινο πάτωμα που σβήνουν μετά από λίγο καθώς εκείνη συνεχίζει την νοτισμένη πορεία της προς το μπάνιο…
Αφρόλουτρο και καυτό νερό την καλούν σε μια υποψία χαλάρωσης, το τσαλακωμένο πια νυχτικό παρασυρμένο από την βαρύτητα εγκαταλείπει το γερασμένο σώμα…
Αποφεύγει να κοιτάξει τον ολόσωμο καθρέφτη στην πόρτα του μπάνιου.  Βλέπει μόνο τους ιριδίζοντες αφρούς να την καλούν εντός τους.
Βυθίζεται μέσα τους.
Βαραίνουν τα μάτια και το κορμί παραδίνεται στη χαύνωση της ζέστης και στην ομίχλη των υδρατμών.  Είναι στο τώρα και στο τότε.  Πρόσωπα αναδύονται στιγμιαία από τους αφρούς, πρόσωπα θαρρείς μιας άυλης πομπής, περνούν και χάνονται λες κι αφήνουν τα διαπιστευτήρια τους, σ’ εκείνη που μουλιάζει στο αρχέγονο στοιχείο του υγρού μιας μήτρας  που τώρα την καλεί ορθάνοιχτη να εισέλθει ξανά στο σκοτάδι της ώσπου να γεννηθεί ξανά.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.