You are currently viewing Λεονίντ Αντρέγιεφ: Αληθινό γέλιο. Μτφρ. από τα ρώσικα: Λίζα Διονυσιάδου

Λεονίντ Αντρέγιεφ: Αληθινό γέλιο. Μτφρ. από τα ρώσικα: Λίζα Διονυσιάδου

 Αληθινό γέλιο

Μόνο μια φορά στη ζωή μου γέλασα τόσο πολύ. Δεν σας μιλώ για κείνο το τραβηγμένο γέλιο που ζωγραφίζεται στα χείλη μας, όταν ακούμε κρύα ανέκδοτα  από φίλους ενώ, στις ρυτίδες γύρω από τα μάτια μας, κρύβονται η αμηχανία, ακόμη και η ντροπή. Ούτε καν για  εκείνο το εκρηκτικό, βροντερό γέλιο που το ζηλεύουν οι περαστικοί και οι διπλανοί σου στο βαγόνι. Ήταν ένα γέλιο που άδραξε όχι μόνο το πρόσωπό μου, αλλά όλο μου το κορμί. Επι μισή ώρα πνιγόμουν λες και είχα κοκκίτη, έβραζε μέσα μου, με γύριζε ανάποδα, με έριχνε κάτω, στριφογύριζε τα  χέρια και τα πόδια μου και μου προκάλεσε τέτοιους  σπασμούς, που οι διπλανοί μου φοβήθηκαν για τη ζωή μου. Ένα γέλιο που έφτανε στα βάθη της ψυχής μου, εκείνο το σπάνιο ευτυχισμένο γέλιο, που αφήνει το φωτεινό του ίχνος σε όλη τη ζωή σου, και στα  βαθιά γεράματα, όταν πια τα έχεις ζήσει όλα, εκείνο, θαμμένο στη λησμονιά, αντανακλάει  ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σου.

Θέλω να σας διηγηθώ αυτή την ιστορία που έζησα πριν πολλά χρόνια. Τα χρόνια που πέρασαν, σύρθηκαν στο κεφάλι μου, πήραν μαζί τους  όλα μου τα μαλλιά , αλλά ούτε μια φορά, ούτε μια φορά δεν γέλασα έτσι- παρ’ ότι δεν υπήρξα άνθρωπος σκυθρωπός, απ’ αυτούς που από τη φύση τους δεν ανταποκρίνονται στο αστείο. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι και αυτούς, πραγματικά τους λυπάμαι.

Σίγουρα το αληθινό, καθαρό και απολαυστικό γέλιο, ακόμα και το χαρούμενο χαμόγελο, ομορφαίνουν τη ζωή, ίσως μάλιστα και να αποτελούν την μεγαλύτερη αξία της.

Όχι, εγώ, είμαι εντελώς διαφορετικός. Είμαι άνθρωπος κεφάτος. Μου αρέσουν τα χιουμοριστικά περιοδικά, οι έξυπνες γελοιογραφίες, και τα ανέκδοτα, τα αλατισμένα σαν ολλανδικές ρέγκες. Αγαπώ τις θεατρικές κωμωδίες, αλλά και στον κινηματογράφο βρίσκω κάποτε κάποια πραγματάκια με χιούμορ.

Αλλοίμονο όμως ! Μάταια ψάχνω στους ανθρώπους και στα βιβλία, εκείνο το υπέροχο, μοναδικό, αληθινό ως τα βάθη της ψυχής γέλιο που σαν ήλιος φωτίζει μέχρι τώρα τον δύσκολο δρόμο μου ανάμεσα στις παγίδες της ζωής- δεν υπάρχει. Το ίδιο άκαρπα ψάχνω τον μοναδικό εκείνο συνδυασμό των τότε συνθηκών που ενώθηκαν  σε έναν απίθανα αστείο κόμπο εκείνη την αξέχαστη  μέρα.

Γελάω βέβαια που και που, δεν θα σας πω ψέματα, αλλά δεν υπάρχει στο γέλιο μου ειλικρίνεια. Και τι είναι το γέλιο δίχως ειλικρίνεια;  Μια γκριμάτσα, μια μάσκα με γέλιο. Ένα γέλιο ψεύτικο, αυθάδικο που προσπαθεί να παραποιήσει τη ζωή και την αλήθεια. Δεν ξέρω τι άποψη έχετε εσείς, αλλά εμένα με προσβάλει εκείνο το τυποποιημένο, ξύλινο γέλιο- είναι ψέμα, δεν γελάει, δεν έχει με τι να γελάσει, δεν το δικαιολογεί η κατάσταση. Ακόμη και τα ψεύτικα δάκρυα είναι κάπως περισσότερο  ανεκτά  από τα ψεύτικα γέλια. (Εχετε προσέξει πως ακόμα και η χειρότερη ηθοποιός στην σκηνή, κλαίει κάπως ανεκτά, ενώ στην ίδια σκηνή, για το πραγματικό γέλιο απαιτείται εξαιρετικό ταλέντο;) μα πως μπορώ να γελάσω αληθινά, όταν με προειδοποιούν: γέλα βρε! Αυτό είναι ανέκδοτο! Αυτό είναι χιουμοριστικό περιοδικό! Ξεκαρδίσου!, χαμογελάω για τους τύπους. Καμιά φορά, ιδίως αν με πιέσουν μπορώ και να χασκογελάσω: χα, χα, χα! Κοιτάζω τον διπλανό μου σαν να θέλω να τον παρασύρω σε ευθυμία, αλλά στα μάτια μου καθρεφτίζεται η προσποίηση και στην ψυχή μου φωλιάζει η θλίψη. Α ! Εκείνο το πρωί, ούτε καν μου πέρασε απ’ το μυαλό να κοιτάξω γύρω μου- και μέχρι σήμερα δεν ξέρω αν και κάποιος άλλος, εκτός από μένα γέλασε.

Αν, τουλάχιστον, αυτoί που θέλουν να σε χλευάσουν μπορούσαν και να κρύψουν τους σκοπούς τους. Αλλά, όχι! Σαν γελωτοποιοί της αυλής του παλιού καλού καιρού, σε προειδοποιούν από μακριά με τα  κουδουνάκια  τους, και εγώ αρχίζω ήδη να χαμογελώ- και τι σημαίνει να χαμογελάς πριν καν ακούσεις η δεις το αστείο; Είναι σαν να πεθαίνεις πριν την ώρα σου, σαν να τρελαίνεσαι εκ των προτέρων- πώς είναι δυνατόν! Ας στρογγύλευαν τουλάχιστον τα αστεία τους: Αν έφερναν για παράδειγμα ένα  φέρετρο, ή κάτι τέτοιο, και, μόλις σε τρόμαζαν, εμφανιζόταν μέσα στο φέρετρο κάτι αστείο, ας πούμε ένα ζωντανό γουρουνάκι ή κάτι παρόμοιο- τότε τουλάχιστον θα γελούσα!  Μα έτσι όπως το κάνουν, όχι,δεν μπορώ!

Ενώ, το περιστατικό αυτό για το οποίο σας μιλώ,  που μόνο που το  θυμάμαι μου προκαλεί ακράτητο χαχανητό, δεν αποτελεί από μόνο του κάτι το εξαιρετικό. Αλλά δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο. Κάθε τι εξαιρετικό πηγαίνει κατ’ ευθείαν στο μυαλό, και από το μυαλό βγαίνει γέλιο κρύο και όχι εντελώς αληθινό μια και το μυαλό είναι πάντα διπρόσωπο. Για το αληθινό γέλιο χρειάζεται κάτι εντελώς απλό, ξεκάθαρο, σαν το φως της μέρας, απονήρευτο σαν δάχτυλο, αλλά δάχτυλο τοποθετημένο σε αστείες συνθήκες.

Ούτε στοιχεία κρύας σάτιρας, ούτε λεκτικά παιχνίδια, που στοχεύουν σε σπινθηροβόλο πνεύμα, ούτε  διδακτισμός – και, αυτό είναι το σπουδαιότερο! Δεν θα βρείτε τέτοιο στο «δικό μου περιστατικό», και μόνο επειδή «το περιστατικό μου» είναι τόσο απίστευτα αστείο που δίνει εξουσία στο αληθινό γέλιο. Και άλλη μια σπουδαία ιδιαιτερότητα του αστείου περιστατικού μου: μπορείς να το διηγηθείς με λίγες λέξεις, αλλά μπορείς να το φαντάζεσαι πάντα, και κάθε φορά, η φαντασία σου θα είναι φωτεινότερη και το γέλιο ακράτητο και πιο γεμάτο.

Ξέρω ότι κάποιοι, που στην αρχή δεν χαμογέλασαν καν με τη διήγησή μου, στο τέλος απόκαμαν και υπέκυψαν στο γέλιο. Δεν χάρηκαν όταν το άκουσαν, αλλά αδύνατον να το ξεχάσουν. Υπάρχει κάτι μοναδικά ενοχλητικό σε αυτό το αστείο περιστατικό- παραπονέθηκαν ότι : κάθισε στο κεφάλι τους, αποτυπώθηκε στη μνήμη τους, σαν ενοχλητική μύγα που δεν φεύγει από τη μύτη σου, που σε γαργαλάει στο λαιμό και σου φέρνει σάλια, εσύ, προσπαθείς να απαλλαχθείς, το διηγείσαι σε κάποιον γνωστό σου, αλλά όσο το διηγείσαι τόσο περισσότερο το αποζητάς. Τρομερό!

Βλέπω ωστόσο ότι ο πρόλογος πλατείασε περισσότερο από όσο είναι πρέπον και περνάω αμέσως στη διήγηση.

Εξ άλλου, υπάρχει άλλη μια επιφύλαξη: αποφεύγω τη φλυαρία, μια και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και μια περιττή ή και άστοχη λέξη, είναι ικανή να αποδυναμώσει την εντύπωση του χιούμορ και να δώσει στην αφήγηση χαρακτήρα δυσάρεστης σκοπιμότητας.

Όχι, τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Με λίγα λόγια έτσι έγιναν τα πράγματα…

Η γιαγιά μου, ενώ περπατούσε στον κήπο, μπερδεύτηκε σε ένα τεντωμένο σχοινί και έπεσε με τα μούτρα στο χώμα.  Και το ζήτημα είναι, ότι το σχοινί το τέντωσα εγώ !

Ναι. Είναι λίγο το γέλιο στη ζωή μας και τόσο σπάνια πέφτεις πάνω σε κάποιο περιστατικό που σου προκαλεί αληθινό γέλιο!

 

 

Σχόλιο της μεταφράστριας του κειμένου Λ.Δ.
Το παραπάνω κείμενο, αυτού του μεγάλου λησμονημένου της ρώσικης λογοτεχνίας, του Λεονίντ Αντρέγιεφ, έχει καταταχθεί (όχι τυχαία), από τους επιμελητές της έκδοσης των απάντων του, στα δοκίμια. Είναι γραμμένο το 1910, την εποχή που ο Αντρέγιεφ έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και η κριτική τον εκθείαζε, θεωρώντας τον ανώτερο, ακόμη και από τον Τσέχοφ. Με τα χρόνια, ο Αντρέγιεφ θεωρήθηκε ως ο εκπρόσωπος του ρώσικου εξπρεσιονισμού. Στη συνέχεια, παρά τον ενθουσιασμό του για την πρώτη επανάσταση του 1905, καταλήφθηκε από απαισιοδοξία, θεωρώντας πως η επανάσταση μπορεί μόνο να οδηγήσει σε μεγάλες οδύνες. Αυτή του η στάση, όπως ήταν αναμενόμενο, τον οδήγησε στην αφάνεια, μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων, το 1917.
Είναι γνωστό πως σε εποχές επαναστατικής αισιοδοξίας, δεν χωρούν παραφωνίες.
Προσωπικά, γοητεύτηκα από την ματιά του πάνω στο πηγαίο, αυθόρμητο  γέλιο καθώς και από την πρωτοτυπία του να μας διηγηθεί ένα περιστατικό από τα παιδικά του χρόνια, όπου το κυρίως αφήγημα, συμπυκνώνεται κυριολεκτικά σε τρείς γραμμές, ανατρέποντας την κλασική ανάπτυξη του δοκιμίου και προκαλώντας στον αναγνώστη αληθινή ψυχική ευφορία !
Κάποια στιγμή, κατά την ανάγνωση ήρθε στο νου μου ο τίτλος του βιβλίου του δικού μας Χρόνη Μίσσιου, «Χαμογέλα ρε! Τι σου ζητάνε;» (Γέλιο κατά παραγγελία ώστε να αντέξεις τα όσα σου σερβίρουν).
Αλλού πάλι, το ασυγκράτητο ξέσπασμα σε γέλια μιας συμφοιτήτριάς μου, κατά την διάρκεια διάλεξης περί  πολιτικής οικονομίας στην Μόσχα και το νοσοκομειακό που ήρθε και την παρέλαβε στη συνέχεια.(Γέλιο ξέσπασμα και υγιής αντίδραση στην παράνοια που όμως σε οδηγεί στην τρέλα).
Έφερε και μια τρίτη ξεχασμένη ανάμνηση μου στην επιφάνεια. Ένα τρελό γέλιο που μας κατέλαβε(εμένα και μια γειτονοπούλα μου στην διάρκεια μιας κηδείας, όταν τα δυο κορίτσια, βρεθήκαμε στον γυναικωνίτη   της εκκλησίας της γειτονιάς μας, η εκκλησία γέμισε ασφυκτικά από κόσμο, η μοναδική έξοδος διαφυγής ήταν φρακαρισμένη, ο παγωμένος νεκρός, ανάμεσα σε όλο αυτό το πλήθος, άγνωστο γιατί, μας προκάλεσε γέλιο, που δυνάμωνε ανεξέλεγκτα, ενώ  η ντροπή μας για αυτό που συνέβαινε, ένα σωστό μαρτύριο. (Γέλιο ανεξήγητο που και εδώ γεννήθηκε από κάποιο συνδυασμό συνθηκών, αλλά την ίδια ώρα μαρτυρικό.)
Σε κάθε περίπτωση, το πλούσιο, αληθινό γέλιο, αυτό το τόσο απαραίτητο στην δύσκολη ζωή μας μπορεί να μας απογειώσει προσφέροντας μας ευεξία ή να μας καταποντίσει σε σκοτεινό βάραθρο.

Λίζα Διονυσιάδου

Η Λίζα Διονυσιάδου γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα και την Αίγινα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Σοβιετική Μόσχα και εργάσθηκε σε Αθήνα και Πειραιά. Ασχολείται με την λογοτεχνική γραφή τα τελευταία είκοσι χρόνια. Έχει εκδώσει ποιήματα (ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ), μικρές ιστορίες (ΡΟΕΣ) και μυθιστορίες (ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ).

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.