You are currently viewing Λεονίντ Αντρέγιεφ: O θάνατος του Γκιούλιβερ. Μτφρ. από τα ρώσικα: Λίζα Διονυσιάδου

Λεονίντ Αντρέγιεφ: O θάνατος του Γκιούλιβερ. Μτφρ. από τα ρώσικα: Λίζα Διονυσιάδου

…εν τέλει, μετά από σύντομες αλλά βασανιστικές περιπέτειες, ο Άνθρωπος -Βουνό,(όπως απέδωσε ο ίδιος ο Γκιούλιβερ την λιλιπούτια ονομασία Κουνίμπους Φλεστρίν), παρέδωσε το πνεύμα με έναν παταγώδη θόρυβο, αλλά οι φίλοι του νεκρού, επιστήμονες, αυλικοί, γιατροί και απλοί άνθρωποι του λαού, δίσταζαν να πλησιάσουν το σώμα του, καθώς δεν ήταν σίγουροι ότι πέθανε και φοβόντουσαν ότι κάποια απότομη κίνηση του χεριού η του ποδιού του, απ’ αυτές που συνοδεύουν την επιθανάτια αγωνία, μπορούν να σακατέψουν, ακόμη και να προκαλέσουν τον θάνατο σε κάποιον τολμηρό απρόσεχτο. Mόνο κάποιοι απερίσκεπτοι, περίεργοι, επέμεναν να πλησιάζουν τον νεκρό και η ενισχυμένη φρουρά κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να διατηρήσει την τάξη. Μετά την πάροδο δύο ωρών, η απόλυτη ακινησία του τεράστιου σώματος έπεισε τους παρευρισκόμενους ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, και οι γιατροί, με μια σκάλα που εμφανίσθηκε πάραυτα, ανέβηκαν στο στήθος του Γκιούλιβερ, ώστε να βεβαιώσουν τον θάνατο. Σε συνέχεια, η βεβαίωση δημοσιεύτηκε, και ιδού ποια ήταν τα αδιαμφισβήτητα σημάδια του θανάτου από τους επιστήμονες :  το στήθος του Γκιούλιβερ, που  ανάσαινε νωρίτερα τόσο δυνατά, και προκαλούσε σε πολλούς από τους Λιλιπούτιους ναυτία, τώρα κειτόταν ασάλευτο και παγωμένο, σαν το μαρμάρινο δάπεδο στον μητροπολιτικό ναό της πρωτεύουσας. Επίσης σταμάτησε και αυτός ο τρομερός θόρυβος, ο χτύποι και ο ρόγχος που συνόδευαν τον παλμό της τεράστιας  καρδιάς του, και, αν υποθέσουμε ότι ήταν δημιουργημένος με παρόμοιο τρόπο, όπως οι λιλιπούτιοι, το ιατρικό συμβούλιο δεν άκουσε τον παραμικρό ήχο και δεν αισθάνθηκε καμία ταλάντωση στο κορμί του.

Το νέο για τον θάνατο του Ανθρώπου – Βουνό βύθισε όλη τη χώρα σε βαρύ πένθος. Οι πολυάριθμοι εχθροί του και όσοι τον φθονούσαν, θεωρώντας το τεράστιο παράστημά του επιβλαβές για την χώρα, το βούλωσαν, ικανοποιημένοι : απεναντίας, όλοι θυμόντουσαν την δύναμη και την πραότητά του, θυμόντουσαν την ανδρεία του κατά την ναυμαχία με το εχθρικό νησί Μπλεφούσκα. Και ένα σωρό φίλοι, λίγοι στην αρχή, πλήθαιναν μέρα με την μέρα, ώσπου στο τέλος, όλος σχεδόν ο λαός των λιλιπούτιων, έκλαψε ειλικρινά τον Γκιούλιβερ.  Μοναδική εξαίρεση υπήρξε ο στρατηγός- ναύαρχος Σκαΐρης Μπολγκολάμ, που κράτησε την κακία του και μετά τον θάνατο του εχθρού του και προκειμένου να χλευάσει τον Γκιούλιβερ, πρότεινε να μην τον θάψουν, αλλά να τον αφήσουν στο έλεος των όρνεων. Αυτή η πρόταση ωστόσο, απορρίφθηκε από το κρατικό συμβούλιο, που δεν δυσκολεύθηκε να αποφασίσει τι έπρεπε να γίνει.

Οι αντίπαλοι του στρατηγού- ναυάρχου, εξέφρασαν την έντονη διαφωνία τους για την μη ταφή του Ανθρώπου-Βουνό. Αν τον άφηναν άθαφτο, τότε η αποσύνθεση τέτοιου τεράστιου πτώματος, θα μπορούσε να προκαλέσει πανούκλα στην πρωτεύουσα και να μολύνει όλο το βασίλειο. Από την άλλη, όλοι οι διαφωνούντες θεωρούσαν αδύνατη την μεταφορά του Γκιούλιβερ στο νεκροταφείο, καθώς όλα τα νεκροταφεία έπεφταν στενά, κατά την μεταφορά του δε, θα κατέστρεφαν ολόκληρους δρόμους και οικοδομικά τετράγωνα στην λαμπρή πρωτεύουσα των λιλιπούτιων. Όλοι άλλωστε  θυμόντουσαν πως ο Γκιούλιβερ, τον καιρό που του επιτρεπόταν να περπατάει στην πόλη, περνούσε ελεύθερα  τις πύλες, από το άνοιγμα των οποίων ίσα που περνούσε το χέρι του. Η κατάσταση έμοιαζε αδιέξοδη, όταν ο προστάτης του Γκιούλιβερ, ο Ρελντρεσέλ, πρώτος γραμματέας μυστικών υποθέσεων, πρότεινε να ανοίξουν ένα λάκκο, δίπλα στο πτώμα και με την βοήθεια μοχλού, να το ρίξουν μέσα. Η πρόταση αυτή εγκρίθηκε, και τρείς χιλιάδες Λιλιπούτιοι, εξοπλισμένοι με φτυάρια και κασμάδες, την ίδια νύχτα, υπο το φως πυρσών, ανέλαβαν την εκτέλεση αυτής της δύσκολης δουλειάς. Υπολογίσθηκε από μαθηματικούς ότι με τόσους ανθρώπους, η αναγκαία τρύπα για να θάψουν το πτώμα, ίση με τον όγκο 1724 Λιλιπούτιων, θα έχει ανοιχθεί σε ένα εικοσιτετράωρο.

Μετά από πρόταση του ίδιου του Ρελντρεσέλ, αποφασίσθηκε επίσης η ημέρα αυτή να κηρυχθεί αργία, αφιερωμένη στη μνήμη του Ανθρώπου- Βουνό. Πάνω σε αυτή την πρόταση στηρίχθηκε η συκοφαντία ότι ο αξιοσέβαστος Ρελντρεσέλ, γραμματέας σκοτεινών υποθέσεων, είχε μυστικές σχέσεις με το κόμμα των «Ψηλών τακουνιών», εχθρικά διακείμενου προς την κυβέρνηση. Εμείς, μετα χαράς μπορούμε να επιβεβαιώσουμε αυτή την συκοφαντία, καθώς οι ίδιοι ανήκουμε στο κόμμα των «Χαμηλών τακουνιών», και γνωρίζουμε από πηγές αξιόπιστες και αδιαμφισβήτητες  ότι ο Ρελντρεσέλ υπήρξε άνθρωπος με τέτοια αξιοθαύμαστη σιγουριά, που ακόμη και τα  άλογά του, τα πετάλωνε χωρίς καρφιά, πράγμα που μπορούσε να προκαλέσει απειλή εναντίον της ίδιας του, πολύτιμης ζωής. Άλλωστε η πρότασή του είχε σκοπό να  μεγαλώσει την λάμψη και την δόξα του βασιλείου του οποίου υπήκοος υπήρξε ο Άνθρωπος-Βουνό, και με αυτόν τον τρόπο να απαλλάξει τη χώρα από ανωμαλίες και ταραχές, μια και το ακατανόητο ύψος του Γκιούλιβερ είχε προκαλέσει το ανήσυχο πλήθος, που εξέφραζε την ανυπομονησία του με φωνές, ακόμα και  με άσεμνα τραγούδια.

Από το πρωί, η πρωτεύουσα στολίστηκε με μαύρες σημαίες και προς το μεσημέρι, όταν ήδη η τελετή είχε οργανωθεί, τεράστια πλήθη λιλιπούτιων, κατευθύνονταν προς τις πύλες της πόλης, που οδηγούσαν στην κατοικία του Γκιούλιβερ, (ως γνωστόν, ο Γκιούλιβερ κατοικούσε μισό μίλι από τις πύλες, σε έναν εγκαταλελειμμένο ναό). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των μαθηματικών, δίπλα στο πτώμα συγκεντρώθηκαν 121223 άνθρωποι, χωρίς να υπολογίζουμε τα παιδιά, που κουβαλούσαν οι μανάδες τους. Οι ρήτορες, που θέλησαν να εκθειάσουν τις υπηρεσίες του νεκρού, υπολογίσθηκαν από τους ίδιους μαθηματικούς, σε 15381άτομα, πράγμα που προκάλεσε σημαντικές  δυσκολίες. Αρχικά, προκειμένου να μην προσβληθούν οι ρήτορες, έπεσε η πρόταση να ρίξουν κλήρο αφήνοντας την διαλογή τους στην τύχη. Βρέθηκαν όμως σκεπτικιστές, που δεν πίστευαν στην τύχη, φοβούμενοι ότι η κλήρωση μπορεί να καταλήξει σε άσχημο αποτέλεσμα, και να διαλέξει ακόμα και κωφάλαλους ρήτορες(μια και ανάμεσα στους εγγεγραμμένους υπήρχαν και τέτοιοι). Θεώρησαν περισσότερο δίκαιο να γίνει η διαλογή, σύμφωνα με το ύψος και την δύναμη της φωνής, καταλήγοντας στο συμπέρασμα, ότι μόνο για τους επιστήμονες, ήταν πολύ δύσκολος ο προσδιορισμός του ύψους, μια και οι τελευταίοι, είχαν την συνήθεια να σκύβουν. Φωνή δε, δεν διέθεταν καθόλου, αφού, μονίμως ψιθύριζαν. Κατόπιν όλων αυτών αποφασίσθηκε: Από το πλήθος των ρητόρων διάλεξαν 500, τους πιο φωνακλάδες, σε συνέχεια από τους 500, σχημάτισαν ομάδες κατά ύψος, και οι ψηλότεροι,60, προσκλήθηκαν στο βήμα. Δυστυχώς, τους  δύο απ’ αυτούς, αναγκάσθηκαν να τους αποκλείσουν, μια και ο ένας δεν είχε αντιληφθεί περί τίνος επρόκειτο, και ο άλλος ήταν φίλος του. Ακόμη πιο θλιβερή εξέλιξη ήταν το γεγονός ότι προς το τέλος της μέρας, η σοφή σειρά χάλασε, και εμφανίσθηκαν νέοι άγνωστοι ρήτορες, που δεν τους ήξερε ούτε η μάνα τους, υμνητές του νεκρού, προκαλώντας ανακατωσούρα στο πλήθος. Αλλά δεν αξίζει τον κόπο να μιλήσουμε γι’ αυτούς.

Δύσκολο να περιγραφεί η μεγαλοπρέπεια και η πολυτέλεια της τελετής. Το πλήθος ντυμένο με ρούχα, χοντροκομμένα, αλλά με φανταχτερά χρώματα, μετακινήθηκε σε μακρινή απόσταση, δίπλα δε στον νεκρό, στήθηκαν λιλιπούτιοι ντυμένοι με ακριβά και αυστηρά ρούχα, ιππείς, καβάλα σε περήφανα άλογα, και στρατιώτες με λαμπρές στολές, η δε φρουρά και οι ουσάροι, βημάτιζαν μπρος- πίσω με εορταστικό βήμα, καθαρίζοντας τον χώρο. Εκεί, ανάμεσα στους κοντινούς φίλους του Γκιούλιβερ  βρισκόταν και ο ξακουστός λιλιπούτιος, που λόγω του μεγάλου του αναστήματος (ήταν ψηλότερος από τους άλλους λιλιπούτιους κατά ένα ολόκληρο νύχι), το πλήθος τον τοποθέτησε στην υποδοχή. Κάτω από τα περίεργα και ζηλόφθονα βλέμματα, πηγαινοερχόταν δίπλα στον νεκρό, στα ψηλά τακούνια του, που έδιναν στο ανάστημά του μεγαλύτερη αξία, και σαν δικός του άνθρωπος, κάθισε να ξεκουραστεί στο χλωμό και παγωμένο μικρό δάχτυλο του Γκιούλιβερ. Αλλα, καθώς από την άλλη πλευρά του νεκρού δεν τον έβλεπαν, χρησιμοποιώντας την αναγνωρισμένη του δύναμη και το ανάστημά του, σκαρφάλωσε στο πτώμα και σε μια ελεύθερη πόζα, βολεύτηκε στα γόνατα. Απ’ εδώ τον έβλεπαν όλοι, ακόμη και από τις μακρινές σειρές, όσοι λιλιπούτιοι διέθεταν καλή όραση. Το βήμα για τους ρήτορες είχε στηθεί στο στήθος του Ανθρώπου – Βουνό και είχε στολισθεί με σημαίες και λουλούδια. Ένας ταλαντούχος γλύπτης είχε καταφέρει να βάλει στα χαρακτηριστικά του  προσώπου  του Γκιούλιβερ, τόση γενναιοφροσύνη, ώστε όσοι έβλεπαν το στήθος από κοντά,  βεβαίωναν την αδιαμφισβήτητη υπεροχή του από το πρωτότυπο και ψιθυριστά, μιλούσαν για κολακεία. Στα αριστερά του βήματος, στην κοιλιά του Γκιούλιβερ, είχαν τοποθετηθεί θέσεις για τους επίτιμους καλεσμένους, προστατεύοντας όσους είχαν διαστρεβλώσει τα λόγια του, κρυφοκοιτάζοντας το φλύαρο πλήθος, το οποίο, με την σειρά του, με θαυμασμό και ζήλεια, εξέταζε τα γνωστά σε όλους πρόσωπά τους. Οι λιλιπούτιοι, που έσκαψαν τον λάκκο του Γκιούλιβερ, ήταν προφυλαγμένοι από τα βλέμματα του πλήθους με ένα ψηλό φράχτη που σκαρώθηκε στα γρήγορα.  Και μόνο σε σπάνιες στιγμές ησυχίας, το θρόισμα του χώματος, και ο κρότος  του μετάλλου κασμά πάνω στην πέτρα, πρόδιδαν την μυστική και σκοτεινή δουλειά τους. Ωστόσο, από το ύψος του βήματος, φαινόταν καλά ο βαθύς λάκκος. και στην αναμονή της έναρξης της τελετής, οι επίτιμοι καλεσμένοι παρακολουθούσαν την εργασία και αντάλλασσαν βαθυστόχαστες παρατηρήσεις, δοξάζοντας την κρατική ιδιοφυία του λόρδου Ρελντρεσέλ.

Εν τέλει, δόθηκε  το σήμα να αρχίσουν οι ομιλίες. Πρώτα έδωσαν τον λόγο στους επιστήμονες. Αυτοί ξεκίνησαν όλοι μαζί και τα είπαν όλα αμέσως. Έλεγαν όλοι τα ίδια και μιλούσαν ψιθυριστά, επειδή ούτως η άλλως δεν τους άκουγαν. Αυτό όμως  δεν είχε σημασία, μια και οι λόγοι τους, μετά από επεξεργασία θα δημοσιεύονταν στην ετήσια έκδοση της λιλιπούτιας  ακαδημίας επιστημών, όπου θα τους διάβαζαν τα υπόλοιπα μέλη του επιστημονικού σωματείου. Εν τω μεταξύ, ενώ μιλούσαν, προγευμάτιζαν, επειδή η ώρα ήταν περασμένη και πολλοί είχαν κουρασθεί από την αναμονή. Με την άδεια του διοργανωτή της τελετής, ενώ προγευμάτιζαν, ακουγόταν  ορχηστρική μουσική, η οποία, λόγω της πένθιμης  περίστασης , ήταν μελαγχολική.

Το περιεχόμενο των ομιλιών, όπως φάνηκε από την δημοσίευση τους, κατέληγε στα ακόλουθα. O Άνθρωπος-Βουνό υπήρξε αξιοθαύμαστος λόγω του ύψους του και της αντίστοιχης δύναμης του, -εδώ, οι επιστήμονες παρουσίασαν μετρήσεις για το ύψος τον όγκο και το βάρος του. Παρ’ όλα αυτά παρέμενε αδιευκρίνιστο σε τι οφειλόταν αυτό το ύψος, και  μάλλον θα παραμένει για πάντα. Επίσης άγνωστος παραμένει ο λόγος για τον οποίο η φύση δημιούργησε ένα τέτοιο θαυμαστό φαινόμενο. Όσο αφορά στην δύναμη, εδώ οι απόψεις των επιστημόνων διχάζονταν: άλλοι υποστήριζαν,  ότι η δύναμη είναι απλώς δύναμη και άλλοι έψαχναν να βρούν την αιτία της, στα βάρη και την πίεση με τα οποία είχε επιφορτιστεί ο Γκιούλιβερ. Όλοι πάντως συμφώνησαν ότι η δύναμη ήταν ανεξήγητη και, σαν τέτοια, εχθρική και βλαβερή για την ανθρωπότητα. Όσο για την επιστήμη, δεν τον αναγνωρίζει και έχει βάσιμες αμφιβολίες για την ίδια του την ύπαρξη. Υπήρξε ομόφωνη συμφωνία στο συμπέρασμα ότι ο Γκιούλιβερ δεν  υπήρξε τίποτε άλλο από μύθος ή θρύλος δημιουργημένος από τον απλό λαό, που είναι πάντα επιρρεπής, στα θαυμαστά και παράξενα. Ο Γκιούλιβερ δεν υπήρξε στην πραγματικότητα και όποιος υποστηρίζει το αντίθετο στερείται του επιστημονικού του τίτλου, αποβάλλεται από την ακαδημία και αφήνεται στα αναθέματα των δημοσιεύσεων.

Προς το τέλος των ομιλιών, μέσα σε δυνατά χειροκροτήματα, και αφού οι επιστήμονες κατέβηκαν από το σώμα του Γκιούλιβερ στη γη, έλαβε χώρα άλλος ένας καυγάς, μεταξύ δύο αντιπροσώπων του σωματείου,  που προέκυψε όπως αποδείχθηκε από την ριζική διαφωνία τους σχετικά με τον Γκιούλιβερ: Τι είναι ο Γκιούλιβερ; Μύθος ή θρύλος; Εν τω μεταξύ, άλλοι επιστήμονες παραπονιόντουσαν ότι παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί, τα ζεστά ρούχα και παπούτσια, φοβόντουσαν το κρυολόγημα, καθώς από το τεράστιο πτώμα ερχόταν κρύο, ικανό όχι μόνο να κρυώσει αλλά και να παγώσει και τον πιο φλογερό ρήτορα.  Την ιδέα δε να στήσουν το βήμα των ομιλητών πάνω στο σώμα του νεκρού την θεώρησαν χλεύη κατά της επιστήμης: δύσκολα θα μπορούσε το πλήθος να εκτιμήσει την θεωρία περί του θρύλου του Γκιούλιβερ, αν μπροστά τους έβλεπαν ένα πτώμα. Άλλωστε, με σήμα του διοργανωτή, η ταραχή των επιστημόνων κόπασε, και αυτοί οι δύο που συνέχιζαν να δέρνονται, οδηγήθηκαν σε μια σκοτεινή, δίχως παράθυρα, άμαξα και γύρισαν πίσω στην ακαδημία.

Η δεύτερη ουρά σχηματίσθηκε από πολυάριθμους φίλους του Γκιούλιβερ, οι οποίοι, ανάμεσα σε δάκρυα και αναστεναγμούς, εξιστορούσαν τις αναμνήσεις τους από τον πεθαμένο. Ο πρώτος από τους ομιλητές, το όνομα του οποίου δυστυχώς δεν μπορέσαμε να μάθουμε, ήταν ο στενότερος φίλος του Ανθρώπου Βουνό, είχε βροντερή φωνή, αντάξια των προσόντων του νεκρού. Με τρεμάμενη φωνή από την συγκίνηση, διηγήθηκε πως, κάποια φορά, ο Γκιούλιβερ τον ξέχασε μέσα στην τσέπη του, για δύο ολόκληρες μέρες. Με εξαιρετική ευφράδεια, μετέφερε στους ακροατές, τα βάσανά του από την πείνα, την δίψα και το σκοτάδι, και τέλος, την χαρά του Γκιούλιβερ, όταν, την τρίτη ημέρα, βάζοντας το χέρι του στην τσέπη για την ταμπακιέρα του, βρήκε εκεί, τον καλύτερό του φίλο. Σύμφωνα με την σεμνή του διήγηση, ο Γκιούλιβερ ήταν προικισμένος με δύναμη και ευγένεια ψυχής.

Ο δεύτερος ομιλητής, που είχε ασυνήθιστα γλυκιά φωνή, συστήθηκε σαν το ίδιο στενός φίλος του Γκιούλιβερ. Αλλα, σαν φίλος, ήταν υποχρεωμένος, από σεβασμό και αγάπη στον νεκρό, να είναι ειλικρινής και να αναφέρει και ορισμένες κακές πλευρές του χαρακτήρα του. Έτσι, παραδέχτηκε ότι ο Γκιούλιβερ υπήρξε ζηλόφθονος, συμφεροντολόγος, και κακός, με τάση προς την λεπτομέρεια να επιλέγει φίλους διάσημους, ικανούς να  προσφέρουν και στον ίδιο διασημότητα. Όντας ο ίδιος μηδαμινός, ο Γκιούλιβερ, μεγάλωνε τα μεγέθη του τεχνητά, βάζοντας στις μπότες του χοντρές σόλες. Ακριβώς λίγο πριν πεθάνει, ετοίμαζε  μια μεγάλη απάτη κατά του κράτους των λιλιπούτιων, που του είχε δώσει άσυλο, πράμα που είχε εκμυστηρευθεί στον ομιλητή δακρυσμένος.  Σύμφωνα με τον θλιμμένο ομιλητή, ο λαός, θα έπρεπε να είναι ευγνώμων, που ο Γκιούλιβερ δεν τον πάτησε με τις μπότες του. Δεν είχε την δύναμη να περιγράψει τον φθόνο και την σκοτεινή κακία που έτρεφε ο Γκιούλιβερ για τους αληθινούς φίλους του, αναγνωρίζοντας τους, μόνο κολακείες…

Eδώ, δυστυχώς, ο ομιλητής έπαθε κάποια κρίση, εξ αιτίας κάποιας άγνωστης ασθένειας, που προκλήθηκε από την στεναχώρια του.  Άφρισε το στόμα του, και η ομιλία του μετατράπηκε σε άναρθρες κραυγές.  Μετά από σήμα του διοργανωτή, η κρίση σταμάτησε και μέσα σε χειροκροτήματα, ο ομιλητής έπεσε κατά γης. Αλλά, τις μεγαλύτερες επευφημίες τις εισέπραξε ο τρίτος ομιλητής, επίσης στενός φίλος του Γκιούλιβερ, που κατάφερε με τον περίτεχνο λόγο του να ανάψει στους λιλιπούτιους την φλόγα του πατριωτισμού. Απέδειξε, ότι ο Γκιούλιβερ, δεν θα μπορούσε μόνος του να σημαίνει τίποτε, αν δεν υπήρχαν χιλιάδες λιλιπούτια πρόβατα, που κατάπινε κάθε χρόνο. «Πρόβατα, τα δικά μας λιλιπούτια πρόβατα, -αναφώνησε ο ομιλητής-που μεταβλήθηκαν σε κρέας, αίμα και μυαλά, αποτέλεσαν την δύναμη του Ανθρώπου Βουνό. Ποιος νίκησε το εχθρικό νησί Μπλεφούσκα; Ο Άνθρωπος Βουνό;  Όχι. Το νησί Μπλεφούσκα το νίκησαν τα δικά μας λιλιπούτια πρόβατα, αφού ο Άνθρωπος Βουνό δεν είναι τίποτε άλλο, παρά σύνολο προβάτων!»

Εδώ, ο ομιλητής, με συγκινητικά, ζωντανά χρώματα, έδωσε την εικόνα του λιλιπούτιου προβάτου, πράου, υπάκουου, έτοιμου σε όλη τη ζωή του να θυσιασθεί για τα υψηλά ιδανικά του βασιλείου, αυτού του αφανούς ήρωα, το μαλλί του οποίου δίνει λάμψη, και το κρέας- δύναμη στο βασίλειο των λιλιπούτιων. Ρισκάροντας να κόψει τον συνδετικό κρίκο των λόγων, ο ομιλητής, τραγούδησε αυτοσχεδιάζοντας  συνθετική ωδή προς τιμήν του λιλιπούτιου προβάτου.

Ο θαυμασμός των ακροατών, είχε φθάσει στα άκρα, όταν, μετά από σήμα του διοργανωτή, το τραγούδι σταμάτησε αιφνιδίως. Το ζήτημα είναι ότι κάθε τραγούδι, ακόμη και το πιο πατριωτικό, θεωρείται επικίνδυνο, μια και το πλήθος, που δύσκολα καταλαβαίνει την γλώσσα των ανωτέρων τάξεων, το επαινούσε με προθυμία, αλλά, χρησιμοποιούσε εντελώς άλλες, ακατάλληλες λέξεις. Με την ευκαιρία, ο διοργανωτής υπέδειξε εκείνα  τα σημεία τα οποία δεν έπρεπε να θίγουν οι ομιλητές: απαγορευόταν να μιλούν για το νέο νομισματικό σύστημα, απαγορευόταν να σχολιάζουν το ζήτημα του καναλιού στην νοτιοανατολική Λιλιπουτία, απαγορευόταν να θίγουν την γαμψή μύτη του στρατηγού ναυάρχου (πράγμα που είχε υπάρξει συχνά αντικείμενο ειρωνικών σχολίων από τους δημαγωγούς),απαγορευόταν να θυμίζουν εκείνον τον απρεπή τρόπο με τον οποίο ο Γκιούλιβερ έσβησε κάποτε μια  φωτιά, και άλλα, και άλλα. Η ανάγνωση των απαγορεύσεων διήρκεσε περίπου μια ώρα, χρόνο, που η φρουρά και οι ουσάροι, εκμεταλλεύτηκαν και τρεις φορές, με εορταστικό βήμα, παρέλασαν μπροστά από το πτώμα.

Ο νέος ομιλητής, δυστυχώς, αποδείχθηκε άνθρωπος πικρόχολος και απρεπής, τέτοιος που σπάνια εύρισκες ανάμεσα στους λιλιπούτιους. Διασκεδάζοντας το πλήθος, απέδειξε, ότι οι τρείς πρώτοι καλύτεροι φίλοι του Ανθρώπου Βουνό, όχι μόνο δεν υπήρξαν φίλοι του, αλλά δεν είχαν καν την τιμή να είναι γνωστοί του. Και εκείνος που πέρασε δύο μέρες στην τσέπη του, είχε βρεθεί εκεί, εντελώς τυχαία, και ότι ο Γκιούλιβερ, όχι μόνο δεν χάρηκε όταν τον βρήκε στην τσέπη του, αλλά τουναντίον, τον τιμώρησε σκληρά και άκοσμα. Ο ίδιος δε ο ομιλητής, δεν επιθυμεί καν να συμπεριλαμβάνεται στους φίλους του Ανθρώπου Βουνό, και προτιμάει να είναι παραχαράκτης, από το να …

Σίγουρα, αυτόν τον ομιλητή, θα τον χτυπούσαν οι παρευρισκόμενοι, αν ένα κάποιο αστείο περιστατικό δεν έδινε στην ομιλία του ένα πιο σκοτεινό τέλος. Συνέβη ότι ο ψηλός λιλιπούτιος, που θεωρούσαν σύντροφο του Γκιούλιβερ, και εξακολουθούσε να στέκει γονατιστός, αλλάζοντας πόζες, μπερδεύτηκε σε κάποιο ψηλό τακούνι, και έπεσε κάτω με το κεφάλι, και το μόνο που τον έσωσε από βέβαιο θάνατο, ήταν το γεγονός ότι έπεσε πάνω σε μια ψηλή, ασυνήθιστα παχιά, λιλιπούτια κυρία. Η στριγγλιά της τρομαγμένης κυρίας, τα άγρια χαχανητά του πλήθους, τα ακαριαία σφυρίγματα, χάλασαν την ομαλή ροή της τελετής, αλλά, με σήμα του διοργανωτή, η φασαρία σταμάτησε πάραυτα, και στο βήμα ανέβηκαν άλλοι ομιλητές. Δεν είναι εύκολο να αναμεταδοθούν όλες οι ομιλίες , ένας λόγος παραπάνω, επειδή οι περισσότερες απ’ αυτές δεν ακουγόντουσαν, λόγω του ύψους του πτώματος, πάνω στο οποίο είχαν πάρει θέση οι ομιλητές. Όλοι όμως οι παρευρισκόμενοι στην τελετή, και όχι αβάσιμα, υποστήριξαν, ότι τέτοια υψηλά αισθήματα, τέτοια λάμψη και ομορφιά λέξεων στις εκφράσεις, δεν είχαν ξανασυναντήσει. Πολλοί από τους ακροατές, συγκινημένοι μέχρι δακρύων, οι πορτοφολάδες, βγάζοντας μαντήλια από τις τσέπες τους παραπονιόντουσαν ο ένας στον άλλον ότι τα μαντήλια ήταν υγρά, δεν ήταν καθαρά, ακατάλληλα έως επικίνδυνα για χρήση, από πλευράς υγιεινής.

Πάντως, η πλέον συγκινητική στιγμή της τελετής, ήταν αυτή κατά την οποία, πάνω στο πτώμα εμφανίσθηκαν ορχήστρα και πολυάριθμη χορωδία, και χαμηλόφωνα, ώστε να μην προκαλέσουν το πλήθος, εκτέλεσαν υπέροχη καντάτα, σύνθεση γνωστού βραβευμένου  συνθέτη. Οι δυνατοί ήχοι που τους απάλυνε η επιθυμία των εκτελεστών να μην ακούγονται, έφερναν στο νου την υπέροχη εικόνα του Ανθρώπου-Βουνό, και ανέβαζαν την διάθεση όλο και ψηλότερα, όταν ένα θλιβερό περιστατικό, διέκοψε την μουσική και τα τραγούδια, και όλα τα βλέμματα στράφηκαν στις μακρινές  σειρές του πλήθους. Όπως φάνηκε, εκεί δεν είχαν αντιληφθεί την δυνατή μουσική,αλλα,για κάθε ενδεχόμενο, ακούστηκε ένας νέος, παράξενος και δυνατός ήχος, που δεν έμοιαζε με κανέναν προηγούμενο. Οι απεσταλμένοι από τον διοργανωτή, που ανέλαβαν να μάθουν τι τρέχει, τον ενημέρωσαν, ότι κλαίει ένα μωρό των πληβείων, δήθεν από την λύπη του για τον Άνθρωπο-Βουνό. Και, ενώ ο διοργανωτής προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει, στο κλάμα του ενός μωρού, όπως συχνά συμβαίνει με τα παιδιά, ενώθηκαν τα παράξενα και δυνατά  κλάματα και άλλων μωρών των πληβείων. Καθώς δε, δεν χειροκροτούσαν οι παρευρισκόμενοι, το κλάμα συνεχώς δυνάμωνε, με καθαρή απρέπεια απέναντι στο τεράστιο,  κρύο και αυστηρό πτώμα. Μόνο η απομάκρυνση των παιδιών, των μανάδων και πατεράδων τους, και όλων των συγγενών τους , κατάφερε να φέρει σχετική ησυχία, αλλά η τάξη που χάλασε μια φορά, δεν κατάφερε να αποκατασταθεί. Κάποιοι θρασύτατοι, άγνωστοι σε όλους ομιλητές, κατάφεραν να ανεβούν στο βήμα, και, αδιαφορώντας τελείως για τον Γκιούλιβερ, άρχισαν να τσιρίζουν, σχετικά με δικές τους επιθυμίες, ακόμη και απαιτήσεις. Κάποιος- κάποιον χτύπησε, κάποιοι αυτόπτες μάρτυρες ισχυρίζονται ότι έδειραν τους αργοπορημένους ομιλητές, άλλοι αυτόπτες μάρτυρες λένε ότι  ταχτοποίησαν τους φίλους του Γκιούλιβερ, τρίτοι δε, απέδειξαν ότι χτύπησαν τους ίδιους τους ομιλητές.

Άγνωστο πως τέλειωσε η τελετή, επειδή, υπήρχε μεγάλη θολούρα στον τόπο αυτόν, τόσο στην φύση, όσο  στις τότε δημοσιεύσεις. Υποθέτουμε όμως, ότι, μετά από σήμα του διοργανωτή, η τάξη αποκαταστάθηκε, εφ’ όσον σε καμία ιστορική διήγηση περι της τότε εποχής, δεν υπάρχει κανένας υπαινιγμός για κάτι ασυνήθιστο και ανησυχητικό. Απεναντίας, τα ορειχάλκινα μετάλλια, που είχαν ετοιμασθεί για την γιορτή, με τις φιγούρες των  λιλιπούτιων, να στεφανώνουν με δάφνινο στεφάνι, το κεφάλι του Ανθρώπου-Βουνό, μαρτυρούν την ευγνωμοσύνη τους απέναντί του και την υπέροχη διάθεση των παρευρισκόμενων.

Ήρθε όμως η νύχτα. Και, μαζί με την νύχτα, στο έρημο χωράφι, όπου, εν αναμονή της ταφής, αναπαυόταν το τεράστιο, αυστηρό και σημαντικό πτώμα, έπεσε ελαφριά και τρομαχτική ησυχία. Πάνω από την πόλη αντανακλούσαν τα νυχτερινά φώτα. Εκεί, ακόμη συνεχίζονταν οι συγκεντρώσεις προς τιμήν του Ανθρώπου -Βουνό. Και ο αέρας έφερνε ένα συγκεχυμένο βουητό από φωνές. Επικρατούσε σκοτάδι και ησυχία. Και όταν αναδύθηκε από τα σύννεφα το μικρό φεγγάρι, ένα χλωμό φως χρωμάτισε το πελώριο σώμα, σαν αλυσίδα, από χιονισμένες κορυφογραμμές. Παρ’ όλα αυτά, στην πελώρια σκιά, από την μια μεριά του σώματος, σιγόκαιγαν αδύναμες φωτίτσες: τρείς χιλιάδες λιλιπούτιοι, τελείωναν βιαστικά το σκάψιμο του τάφου του γίγαντα. Tα φτυάρια έτριζαν, οι κασμάδες έπαιρναν φωτιά χτυπώντας τις πέτρες, και η σκοτεινή μάζα των μικρών υπάρξεων, που μόλις φωτίζονταν από το αδύναμο φως των πυρσών, κουνιόταν στον πάτο της μαύρης αβύσσου. Κάποιος βιαζόταν να τελειώσουν. Οι διαταγές έφθαναν αδύναμα στον πάτο, και ο τρόμος είχε καταλάβει τους βιαστικούς νεκροθάφτες.

Από την άλλη πλευρά του , σε μια περιοχή φωτισμένη από το φεγγάρι, μαύριζαν αμυδρά κάποιες ακαθόριστες, σχεδόν ακίνητες, όπως και ο νεκρός,  αλλά ζωντανές κηλίδες.  Λιλιπούτιοι, προσεύχονταν σιωπηλά, γονατιστοί, κάποιοι απ’ αυτούς, βασανισμένοι από θλίψη και αηδία  είχαν φύγει από τον θόρυβο και τις φωνές  της πόλης. Οι κηλίδες απλώνονταν, μια στένευαν, μια φάρδαιναν, αλλά δεν τάραζαν με ήχους την σιωπή, αυτή τη μεγάλη νύχτα, την τελευταία του Γκιούλιβερ στη γη. Το φως, όλο και μεγάλωνε, ανέβαινε, το φεγγάρι, και στον ορίζοντα κατέβαινε καταχνιά και μια μεγάλη δύναμη ανεξιχνίαστων θεϊκών μυστικών φυσούσε από τον νεκρό. Η νύχτα πέρασε.

Αλλά και στην πόλη βρέθηκαν ντροπαλοί και καλοί λιλιπούτιοι, που δεν βγήκαν στον δρόμο, ούτε στις θορυβώδεις πλατείες, ούτε σε κατάφωτες αίθουσες, παρά κάθονταν στα μικρά τους κουκλόσπιτα, και αφουγκράζονταν τρομαγμένοι την σιωπή που ερχόταν στον κόσμο. Η τεράστια ανθρώπινη καρδιά, που έστεκε τόσο ψηλά, και με τον χτύπο της  γέμιζε τις μέρες και τις σκοτεινές νύχτες των λιλιπούτιων, είχε φύγει από τον κόσμο για πάντα. Παλιότερα, συνέβαινε ένας λιλιπούτιος να ξυπνήσει μέσα στη νύχτα, τρομαγμένος από κάποιο όνειρο, να ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του γίγαντα και να ξανακοιμηθεί ήρεμος. Σαν πιστός φρουρός, απέκρουε τα χτυπήματα, έστελνε στη γη καλοσύνη και ειρήνη, έδιωχνε τους εφιάλτες, που ήταν πολλοί τις σκοτεινές νύχτες των λιλιπούτιων.

 

Έφυγε από τον κόσμο μια τεράστια ανθρώπινη καρδιά. Όλα ησύχασαν. Και με φρίκη την αφουγκραζόταν, και έκλαιγε πικρά, ο ορφανεμένος και ανυπεράσπιστος λιλιπούτιος.

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
«Ο θάνατος του Γκιούλιβερ» πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ρωσικό πρωινό», το 1911. Τον Νοέμβριο του 1910, ο Αντρέγιεφ ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Γερμανία, την Γαλλία και την Ιταλία. Στην Γερμανία ολοκλήρωσε το κείμενο. Αυτό ήταν η δική του ματιά πάνω στο θάνατο του Λ.Ν. Τολστόι και ένα σκωπτικό σχόλιο για τους επονομαζόμενους «φανατικούς θαυμαστές» του. Σύμφωνα με ένα άρθρο εφημερίδας του Μονάχου, «Ο θάνατος του Γκιούλιβερ», ήταν κάτι σαν συμπληρωματικό κεφάλαιο στα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ».

Λίζα Διονυσιάδου

Η Λίζα Διονυσιάδου γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα και την Αίγινα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Σοβιετική Μόσχα και εργάσθηκε σε Αθήνα και Πειραιά. Ασχολείται με την λογοτεχνική γραφή τα τελευταία είκοσι χρόνια. Έχει εκδώσει ποιήματα (ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ), μικρές ιστορίες (ΡΟΕΣ) και μυθιστορίες (ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ).

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.