Το Ονομάζομαι της Ελένης Γούλα (εκδ. Ενύπνιο) εισέρχεται σε ένα από τα πιο εύθραυστα και ταυτόχρονα διεκδικούμενα πεδία της σύγχρονης γραφής. Εκεί όπου η ταυτότητα δεν συνιστά σταθερό πυρήνα, αλλά ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο ίχνος, διαποτισμένο από μνήμη, επιβολή και τραύμα. Από τις πρώτες σελίδες γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για μια αφήγηση κατοχύρωσης, αλλά για μια διαδικασία αμφισβήτησης, ένα πεδίο όπου το «όνομα» δεν δίνεται, αλλά κατασκευάζεται, αποδομείται και επαναδιατυπώνεται.
Η γραφή της κινείται με ευαισθησία και ρυθμική ακρίβεια, υιοθετώντας μια ποιητική οικονομία που επενδύει περισσότερο στον υπαινιγμό παρά στη δήλωση. Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο αναδύεται και η βασική ένταση του βιβλίου. Ενώ το υλικό που επιστρατεύεται —η μνήμη, το σώμα, το κοινωνικό αποτύπωμα- μοιάζει να αξιώνει ρήξεις και ευθείες εκφορές, συχνά επιλέγει την οδό της αφαίρεσης. Το τραύμα σκιαγραφείται, αλλά σπάνια αφήνεται να διαρρήξει τη μορφή. Η βία διαπερνά τη γλώσσα, χωρίς όμως να αποκτά πάντοτε τη σκληρότητα της ρητής εκφοράς.
Έτσι, το Ονομάζομαι ισορροπεί σε μια λεπτή, σχεδόν επικίνδυνη γραμμή ανάμεσα στην αποκάλυψη και την αυτοσυγκράτηση, ανάμεσα στην επιθυμία να ειπωθεί και στον φόβο της πλήρους έκθεσης. Και ίσως ακριβώς εκεί να εντοπίζεται το ουσιαστικό του διακύβευμα. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο: «Δαίμονες παραχωμένοι σε κρύπτες αλυχτάνε και σπρώχνουν. Είναι καιρός να φωνάξουμε τα ονόματα». Εδώ προτείνει μια πράξη αποκάλυψης, μια σχεδόν τελετουργική έξοδο από τη σιωπή. Ωστόσο, στο κείμενο, η «φωνή» μοιάζει να συγκρατείται. Αντίστοιχα, η εικόνα της ανακατασκευής που επίσης προτείνεται («χτίζουν πάλι οι χτίστες», «σηκώνονται νέες οικοδομές») λειτουργεί ως μεταφορά για τη διαμόρφωση της ταυτότητας σε έναν σύγχρονο, μεταβαλλόμενο κόσμο, όπου τα φύλα («Άντρες – Γυναίκες – Άλλα») δοκιμάζουν ρόλους και όρια. Κι όμως, αυτή η δυναμική παραμένει περισσότερο δηλωτική παρά βιωμένη. Η γραφή αγγίζει το πολιτικό, χωρίς να το αφήνει να διαρρήξει πλήρως τον λυρικό της πυρήνα. Το «Ονομάζομαι» διαθέτει συνοχή, ατμόσφαιρα και μια καθαρή συγγραφική φωνή που γνωρίζει τα εκφραστικά της μέσα. Όμως η συνέπεια αυτή συνοδεύεται από μια μορφή αυτοπροστασίας. Η Γούλα δείχνει να γνωρίζει με ακρίβεια μέχρι πού θέλει να φτάσει και να σταματά συνειδητά πριν από το σημείο της ρήξης. Το ερώτημα που αφήνει πίσω του το βιβλίο δεν αφορά μόνο την ταυτότητα, αλλά και την ίδια τη γραφή: πόσο μακριά μπορεί —ή θέλει— να φτάσει όταν αγγίζει αυτό που πονά;

Οι χαρακτήρες στο «Ονομάζομαι» της Ελένης Γούλα δεν συγκροτούνται ως ολοκληρωμένες ρεαλιστικές προσωπικότητες, αλλά ως ρευστές μορφές συνείδησης — θραύσματα μνήμης, αντηχήσεις τραύματος και σκιές ενός εαυτού σε διαρκή μετατόπιση. Έτσι, οι μορφές λειτουργούν λιγότερο ως φορείς δράσης και περισσότερο ως ενσαρκώσεις εσωτερικών καταστάσεων, συγκροτώντας ένα ποιητικό τοπίο όπου το άρρητο δεν εξηγείται αλλά βιώνεται. Ενώ το εξώφυλλο λειτουργεί ως εύστοχη προέκταση της ποιητικής του έργου. Η εικαστική επιλογή μιας γυναικείας μορφής θραυσμένης ή αφαιρετικής, δεν προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα, αλλά αφήνει κενά. Και αυτά τα κενά είναι ουσιώδη γιατί εκεί γράφεται η απουσία, η σιωπή, ίσως και η βία της μη-αναγνώρισης. Δεν υπάρχει εξωστρέφεια αλλά ένα βλέμμα στραμμένο προς τα μέσα, σχεδόν τελετουργικό. Δεν αφηγείται αλλά υπονοεί. Και μέσα από αυτόν τον υπαινιγμό, προετοιμάζει την αναγνώστρια/τον αναγνώστη για ένα έργο που κινείται ανάμεσα στη φωνή και τη σιωπή, την εξομολόγηση και την απόσυρση. Συγχαρητήρια στις Εκδόσεις Ενύπνιο για την αισθητική επιλογή που αναδεικνύει με ευαισθησία το πνεύμα του βιβλίου. Σε μια εποχή όπου η ταυτότητα συχνά δηλώνεται, προβάλλεται και καταναλώνεται, το «Ονομάζομαι» επιχειρεί να επιστρέψει στο σημείο μηδέν. Εκεί όπου το όνομα δεν είναι βεβαιότητα αλλά ρήγμα. Ίσως, τελικά, η ουσία του να βρίσκεται όχι σε όσα λέγονται, αλλά σε εκείνα που συγκρατούνται. Και σε αυτό το όριο, ανάμεσα στην αποκάλυψη και τη σιωπή δοκιμάζεται τόσο η ταυτότητα όσο και η ίδια η γραφή. Με αφορμή την έκδοση, επιδίωξα μια κουβέντα με τη συγγραφέα για να μιλήσουμε για το νέο της βιβλίο αλλά και για πολλά άλλα.
-Το βιβλίο σας πλησιάζει σε πολύ δύσκολες εμπειρίες και τραύματα, αλλά συχνά τα λέει υπαινικτικά. Γιατί επιλέξατε να συγκρατήσετε τη φωνή εκεί που θα μπορούσε να εκραγεί;
-Άφησα τη φωνή να βγει φυσικά. Με βασάνιζε όμως μην εκθέσω θύματα. Γι αυτό επιστράτευσα τη γραφή με τα τερτίπια της. Μυθοπλασία, σύμβολα, υπαινιγμός. Μέρος για να απαγκιάσεις το γράψιμο, όπως λέω.
Νιώσατε ποτέ ότι η γραφή σας φοβάται τη σκληρότητα της αλήθειας που προσπαθεί να αγγίξει;
Όπως γράφω σε ένα σημείο, το δύσκολο είναι όχι η γραφή, αλλά η έκθεση. Πώς μπορεί δηλαδή να αντιμετωπίσει μετά, ο φυσικός άνθρωπος-συγγραφέας με το ονοματεπώνυμό του, το πρόσωπό του και όλο τον κοινωνικό του περίγυρο, τις συνέπειες αυτής της γραφής. Ο λόγος, ως γνωστόν, κόκκαλα τσακίζει.
-Πόσο προσωπικό είναι το βιβλίο; Κι αν όντως το τραύμα που περιγράφετε σας αγγίζει, πώς το διαχειριστήκατε ως συγγραφέας;
-Το βιβλίο αυτό είναι πολύ προσωπικό και γι’ αυτό απαραιτήτως αναγκαίο. Το τραύμα που περιγράφω βρίσκεται παντού γύρω μου. Από μικρό παιδί το βιώνω. Στο σώμα, στην ψυχή, στον λόγο, στην πράξη. Κι αν δεν είναι απαραίτητα το δικό μου σώμα που τραυματίζεται, όμως νιώθω την ανάγκη να το κάνω δικό μου. Ίσως γι’ αυτό και συμμετέχω στο δίκτυο Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ. Κάτι σαν χρέος απέναντι σε μένα πιο πολύ και σε όλες τις γυναίκες που έχουμε μέσα μας. Γιαγιάδες, μανάδες, θείες, φίλες. Θα αναφέρω μόνο την κουβέντα της προγιαγιάς μου, που την άκουσα από τη μάνα μου. “Αχ ας ζούσα, παιδί μου μια μέρα, μόνο μια μέρα μετά από κείνονε. Για να ιδώ πώς ζει ο κόσμος”. Εκείνη η γιαγιά βέβαια πέθανε πολύ πριν από τον τύραννό της, ο οποίος έζησε και τον θυμάμαι ακόμη κι εγώ.
-Αν το τραύμα και η βία ήταν πλήρως εκτεθειμένα, θα ήταν το ίδιο έργο; Ή θα άλλαζε ριζικά η αίσθηση της ταυτότητας που θέλετε να αποδώσετε;
-Όσες εμπειρίες είναι δικές μου μπορούσα να τις εκθέσω και το έκανα. Άλλες όμως που μόνο άκουσα ή παρατήρησα δεν είχα δικαίωμα να τις οικειοποιηθώ. Ούτε λογοτεχνικό νομίζω δικαίωμα. Προσπάθησα τα πολλά θύματα να γίνουν ένα.
-Το εξώφυλλο αφήνει κενά που ίσως γεμίσει ο αναγνώστης. Σκοπίμως αφήνετε τον κόσμο να «συμπληρώνει» τα κομμάτια της σιωπής;
-Στη φωτογραφία του εξωφύλλου είναι ένα κομμάτι από το δικό μου πρόσωπο και την είχε τραβήξει σε ανύποπτο χρόνο η φίλη μου Αιμιλία Τσαμουρά, που πειραματίζεται με την τέχνη της φωτογραφίας. Όταν αναζητούσα εξώφυλλο, ενστικτωδώς σταμάτησα σ’ αυτή. Όσο για τον τίτλο, ήταν κι αυτός ενστικτώδης επιλογή μου. Βέβαια η τελική σύνθεση, έτσι όπως την έκανε ο Στάθης Ιντζές περνάει τελικά το μήνυμα, που έχει μεγάλη σχέση με αυτό που λέτε. Χαίρομαι που ακούω από τους αναγνώστες ότι μπορούν να συμπληρώσουν οι γυναίκες, η κάθε μια το δικό της όνομα και φωτογραφία. Στην πραγματικότητα βέβαια πίσω από τη θολή και μισή φωτογραφία βρίσκεται μια αντινομία που την βιώσαμε πολλές – αν όχι όλες – οι γυναίκες της γενιάς μου. Ενώ γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε μια εποχή που μας ήθελε υποταγμένες, η σεξουαλική απελευθέρωση μέσα στην οποία καλούμαστε να ζήσουμε, επέβαλε να είμαστε ελεύθερες. Εκεί πάνω παίχτηκαν πολλά δράματα.
-Πότε νιώσατε για πρώτη φορά ότι η φωνή σας ως γυναίκα δεν χωρούσε στη γλώσσα που σας είχε δοθεί και πώς την ξαναφτιάξατε μέσα από τη γραφή;
-Από μικρή γράφω. Κρυφά, ενοχικά, περιστασιακά. Με κάποια σιγουριά, άρχισα να διεκδικώ αυτή την καινούρια φωνή μετά τα 35 μου.
-Πού σταματά η μνήμη και πού αρχίζει η επινόηση στο “Ονομάζομαι”;
-Δεν ξέρω αλήθεια πια τι θυμόμαστε και πόσο αυτά που θυμόμαστε έχουν όντως συμβεί έτσι όπως τα φέρνουμε στο νου μας, τα εκφράζουμε και προσπαθούμε να τα αφηγηθούμε. Και αυτό αισθάνθηκα την ανάγκη να το ξεκαθαρίσω στον αναγνώστη στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου σελ 18-9, όταν η ηρωίδα μου αμφιβάλλει ξαφνικά για όλα. Έχω πάψει πια να έχω βεβαιότητες καθώς το ίδιο πράγμα το θυμόμαστε πολύ διαφορετικά οι άνθρωποι, ενώ ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας βυθίζεται για πάντα στη λήθη.
-Πόσο πολιτική θεωρείτε τη γραφή σας;
-Αν όλα είναι πολιτική, και η γραφή μου είναι. Όμως δεν αρκεί ή δεν τη νιώθω τόσο δυνατή. Γι’ αυτό και ο ακτιβισμός του Δικτύου η ΦΩΝΗ ΤΗΣ
-Αν η αδικία «οπλίζει» το χέρι του Ρασκόλνικωφ, τι είναι αυτό που «κινεί» τους δικούς σας χαρακτήρες; Μια αόρατη βία του κόσμου ή μια σιωπηλή ρωγμή μέσα τους;
-Νομίζω πως η κοινωνική αδικία δημιουργεί τις ρωγμές. Μόνο που αυτές οι ρωγμές δεν υπακούουν στη θέλησή μας. Ανοίγουν και μας διαλύουν σε ανύποπτο χρόνο. Εκεί που νομίζουμε ότι όλα τα ελέγχουμε, εκεί πάνω ξαφνικά μπορεί όλα να ανατραπούν. Δεν πιστεύω ότι ελέγχουμε τη ζωή μας. Μπορούμε να προσπαθούμε, να αγωνιζόμαστε, να παλεύουμε αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν το ορίζουμε.
-Το δικαίωμα στο “όχι” είναι βαθιά συνδεδεμένο με το σώμα και την αυτοδιάθεση. Οι μορφές σας διεκδικούν αυτό το δικαίωμα ή έχουν μάθει να σιωπούν μέσα σε δομές εξουσίας;
-Η πατριαρχική κοινωνία απαιτεί τη γυναικεία σιωπή και συμμόρφωση. Ωστόσο τα σύγχρονα γυναικεία κινήματα διεκδικούν φωνή, ισότητα, δικαιοσύνη. Αναμενόμενη η σύγκρουση.
-Στις ιστορίες σας συναντάμε ακραίες μορφές βίας και σιωπής όπως την αυτοκτονία της Ελένης ή την κακοποίηση της Μάρας, όπου η ίδια η οικογένεια αρνείται να την προστατεύσει. Κι όμως, φέρνετε μια ανατροπή. Είναι αυτή η ανατροπή μια πράξη δικαιοσύνης, λύτρωσης ή μια μορφή αντίστασης απέναντι στη σιωπή;
-Οι ακραίες μορφές βίας συμβαδίζουν νομίζω με τις σιωπές. Θέλω να πιστεύω πως υπάρχει μια τάση εξισορρόπησης στη φύση. Όταν συσσωρεύεται η σιωπή ξεσπάει με κρότο.

Οι γυναίκες που γεννηθήκαμε τη δεκαετία του 60 και μεγαλώσαμε σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα πειθαρχίας και ντροπής για το σώμα, κουβαλούμε ακόμη αυτές τις μνήμες. Πόσο θεωρείτε ότι εκείνη η παιδαγωγική έχει επηρεάσει τις σημερινές μορφές βίας μέσα στην οικογένεια;
Νομίζω, πως ό,τι είμαστε σήμερα, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πώς ζήσαμε στην παιδική μας ηλικία. Τα δικά μας τραύματα έχουν ενσωματωθεί και μεταφερθεί έστω και έμμεσα στα παιδιά μας και αυτά, τα παιδιά μας, κάτι έχουν ήδη μεταφέρει στα δικά τους παιδιά. Η ενσωματωμένη βία είναι που εκφράζεται σήμερα με τις γυναικοκτονίες ως επί το πλείστον. Κάπου έμαθαν αυτοί οι άντρες ότι ο ρόλος τους είναι κυριαρχικός. Στις οικογένειές τους συνήθως, ή στο άμεσο περιβάλλον τους.
-Γνωρίζοντας ότι το Δίκτυο “Η Φωνή της” έχει εκδώσει δύο συλλογικούς τόμους από τις εκδόσεις Καστανιώτη, προσφέροντας τα έσοδα υπέρ των κακοποιημένων γυναικών, πόσο δρόμο πιστεύετε ότι έχουμε ακόμη να διανύσουμε ως Δίκτυο, ώστε να δικαιωθεί πλήρως ο ρόλος για τον οποίο δημιουργήθηκε;
-Το Δίκτυο γυναικών συγγραφέων Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ, δημιουργήθηκε για να δώσει φωνή στις γυναίκες που κακοποιούνται, να αγωνιστεί εναντίον της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών. Δεν θέλω να είμαι απαισιόδοξη αλλά ο αγώνας νομίζω ότι μόλις άρχισε. Το στοίχημα είναι να μην κουραστούμε, να μην απογοητευτούμε. Να συνεχίσουμε να παλεύουμε ώσπου να μη χρειάζεται καμία γυναίκα να φωνάξει για να ακουστεί η φωνή της. Ώσπου όλοι οι άνθρωποι να μιλούν και να ακούγονται εξίσου.
-Μπροστά στη σιωπή που περιβάλλει την κακοποίηση, πιστεύετε ότι η συγγραφική πένα μπορεί να προκαλέσει ρήξη, να ανατρέψει στερεότυπα ή ακόμα και να δημιουργήσει αλλαγή στην κοινωνία; Και αν ναι, ποιο είναι το όριο ή το καθήκον μας ως δημιουργοί απέναντι σε αυτή την αλήθεια;
-Η γραφή οπωσδήποτε, όπως και οι άλλες τέχνες βοηθούν στη δημιουργία των αφηγήσεων και καμιά κοινωνία δεν ζει χωρίς αφηγήσεις. Φτιάχνουμε εικόνες του κόσμου και ζωντανεύουμε ήρωες που συγκρούονται με τα στερεότυπα. Όταν βρει η γραφή ανταπόκριση στις καρδιές των αναγνωστών, ναι πιστεύω ότι μπορεί να δημιουργήσει ρωγμές. Αν έχουμε ένα καθήκον – μεγάλη κουβέντα αυτή βέβαια – είναι να υπηρετούμε όσο πιο και πιστά και ειλικρινά μπορούμε την τέχνη μας.
]Μέσα στο πεζογράφημα αναφέρεστε στο παράδειγμα της Ισλανδίας. Πόσο δρόμο θεωρείτε ότι έχουμε ακόμη να διανύσουμε για να φτάσουμε σε ένα αντίστοιχο επίπεδο προστασίας και ευαισθητοποίησης;
]Να φτάσουμε σε ένα επίπεδο σαν της Ισλανδίας δεν το θεωρώ ρεαλιστικό. Η Ισλανδία δεν έχει ούτε ένα εκατομμύριο κατοίκους και η ευαισθητοποίηση έχει γίνει οριζόντια και σε βάθος. Η Δημοτική αρχή, η αστυνομία, η εκπαίδευση, τα πανεπιστήμια, ολόκληρη η κοινωνία εκπαιδεύονται συστηματικά και συνεχώς επεμβαίνουν διορθωτικά στις μεθόδους και τους τρόπους που χρησιμοποιούν. Ωστόσο μπορούμε να βελτιωθούμε. Το πιστεύω. Γι αυτό και ο αγώνας μας.
Η συνομιλία με την Ελένη Γούλα δεν έρχεται να εξηγήσει το «Ονομάζομαι», αλλά να αναδείξει την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην αποκάλυψη και τη συγκράτηση. Αυτό που αφήνει, ωστόσο, είναι ένα επίμονο ίχνος, δηλαδή την αίσθηση ότι το πιο κρίσιμο δεν είναι το όνομα που προφέρεται, αλλά εκείνο που μένει ακόμη ανείπωτο. Και εκεί, στη σκιά του λόγου, συνεχίζει να γράφεται η πιο δύσκολη εκδοχή του εαυτού. Καλοτάξιδο να είναι!
