You are currently viewing Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη: Η Βασιλική Πιτούλη συνομιλεί με τη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη για την “Ένοχη Σχέση”

Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη: Η Βασιλική Πιτούλη συνομιλεί με τη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη για την “Ένοχη Σχέση”

 

Στις σιωπές της επιθυμίας και στο βάρος της ενοχής

Στο μυθιστόρημα Ένοχη Σχέση, από τις εκδόσεις 24γράμματα, η Βασιλική Πιτούλη δεν αφηγείται απλά μια ιστορία αλλά ανοίγει μια ρωγμή. Η Ρεγγίνα δεν στέκεται μπροστά σε ένα απλό ερωτικό δίλημμα· στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν συγχωρεί. Κάπου ανάμεσα στην επιθυμία και στο βλέμμα των άλλων, ανάμεσα σε ό,τι θέλει και σε ό,τι «οφείλει», αρχίζει να μετατοπίζεται το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Μια ανώνυμη επιστολή. Μια πρόσκληση στην Ύδρα.

Όχι γεγονότα αλλά ρήγματα. Το νησί δεν είναι σκηνικό αλλά είναι παλίρροια μνήμης. Είναι ο τόπος όπου οι σιωπές βαραίνουν περισσότερο από τις λέξεις και όπου το πάθος δεν ζητά άδεια για να υπάρξει. Εκεί, μέσα στο φως που τυφλώνει και στις σκιές που επιμένουν, η ενοχή δεν επιβάλλεται μόνο απ’ έξω· γεννιέται μέσα. Και τότε το ερώτημα δεν είναι τι συνέβη αλλά ποιος αποφασίζει τι είναι ένοχο. Η γραφή κινείται με πειθαρχημένη λιτότητα, μα κάτω από την επιφάνειά της πάλλεται μια ένταση  σχεδόν υπόγεια. Οι εσωτερικοί μονόλογοι δεν λειτουργούν ως εξομολόγηση αλλά ως αναμέτρηση. Κάθε σκέψη της Ρεγγίνας μοιάζει να δοκιμάζει τα όριά της, να σκάβει βαθύτερα στο έδαφος της ενοχής και της επιθυμίας. Τα κοινωνικά σχόλια δεν παρεμβάλλονται απλώς αλλά διαχέονται μέσα στην αφήγηση, προσδίδοντας δραματική πυκνότητα και ηθικό βάθος. Φράσεις όπως «οι καλοί άντρες είναι να ξεκουράζουν τις γυναίκες» λειτουργούν σαν μικρές ρωγμές στον λόγο της κανονικότητας. Μέσα από την απλότητά τους, αποδομούν αθόρυβα την πατριαρχική βεβαιότητα και προτείνουν μια άλλη εκδοχή δύναμης: εκείνη που ταυτίζεται με τη φροντίδα, τη συνύπαρξη, την ισοτιμία. Η γυναικεία ενοχή δεν παρουσιάζεται ως ατομικό ατόπημα αλλά ως κοινωνικό κατασκεύασμα. Η Ρεγγίνα κουβαλά βάρος δυσανάλογο της πράξης της. Ένα βάρος που γεννά η αόρατη αλλά διαρκής αφήγηση περί «τιμής», «καλής μητέρας», «σωστής γυναίκας». Η μητρότητα, μακριά από ρομαντικούς εξωραϊσμούς, προβάλλεται ως χώρος ευθύνης, αγωνίας και αυτοκριτικής. Παράλληλα, η αναφορά στην εξωσωματική γονιμοποίηση διευρύνει τον ορίζοντα του μυθιστορήματος. Το σώμα γίνεται πεδίο απόφασης και διαπραγμάτευσης, η επιθυμία για παιδί μετατρέπεται σε υπαρξιακό ερώτημα, και τα όρια της βιολογίας συναντούν τις κοινωνικές προσδοκίες. Έτσι, το προσωπικό δράμα αποκτά ευρύτερη διάσταση: δεν αφορά μόνο μια σχέση, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία ορίζει το σώμα, τη γυναίκα και το δικαίωμά της να επιλέγει.

Από την άλλη, το στοιχείο των προσφύγων, μέσα από τη μορφή του Ιρακινού, δεν λειτουργεί διακοσμητικά ούτε συγκυριακά. Εισάγει την εμπειρία του Άλλου ως ηθική δοκιμασία. Η παρουσία του μετατοπίζει τη συζήτηση από την ατομική ενοχή στη συλλογική ευθύνη, από το «τι έκανα» στο «πώς ζούμε μαζί». Ο ξεριζωμός του καθρεφτίζει, με διαφορετικό τρόπο, τον εσωτερικό ξεριζωμό της Ρεγγίνας. Οι κεντρικοί άξονες του βιβλίου διαπλέκονται οργανικά: η σύγκρουση πάθους και κοινωνικής ηθικής, ο γάμος και η εξωσυζυγική επιθυμία, η γυναικεία ενοχή ως κοινωνική κατασκευή, η αυτοτιμωρία ως εσωτερικευμένος έλεγχος. Παράλληλα, η μητρότητα αναδεικνύεται ως ευθύνη, τραύμα και συνειδητή επιλογή, ενώ η εξωσωματική γονιμοποίηση εγείρει βιολογικά και υπαρξιακά ερωτήματα για το σώμα, την επιθυμία και τα όρια της ανθρώπινης παρέμβασης. Το προσφυγικό ζήτημα λειτουργεί ως κοινωνικός καθρέφτης: δοκιμάζει τις αντοχές της ατομικής ηθικής μέσα σε ένα ευρύτερο, ταραγμένο πλαίσιο. Έντονη επίσης επανέρχεται η θύμηση των χρόνων του κορονοϊού που  μας κόστισε, που διέλυσε τη χώρα και ο φόβος ακόμη δεν μπορεί να φύγει, όσο και να θέλουμε.

Οι χαρακτήρες — πρωταγωνιστικοί και δευτερεύοντες — μπολιάζουν το μυθιστόρημα με αγωνία, θυμό, τρυφερότητα και σιωπή. Δεν υπηρετούν μόνο την πλοκή· ανοίγουν χώρο για διάλογο. Οδηγούν τον αναγνώστη σε μια διπλή κίνηση: βύθιση στον εαυτό και ταυτόχρονα αναμέτρηση με τους άλλους. Η Ρεγγίνα, ως κεντρική φωνή, κινείται ανάμεσα στην επιθυμία, τη μητρική ευθύνη και την ανάγκη αξιοπρέπειας. Η πορεία της αναδεικνύει τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αυτονομία και στην ενοχή — μια γραμμή που συνεχώς μετατοπίζεται. Ο Αζαριάδης, σύντροφός της, αποτελεί σύνθετη ανδρική μορφή. Δεν είναι αυταρχικός, αλλά ούτε πλήρως απελευθερωμένος από τις δομές που τον διαμόρφωσαν. Εκφράζει τη σύγχρονη ανδρική ταυτότητα που ταλαντεύεται ανάμεσα στη φροντίδα και στον έλεγχο, ανάμεσα στην αγάπη και στην ανάγκη σταθερότητας. Η σχέση του με τη Ρεγγίνα θέτει το καίριο ερώτημα: μπορεί η συντροφικότητα να υπάρξει χωρίς σκιά ιδιοκτησίας; Η Γιούλα, μητέρα της Ρεγγίνας, είναι μια σιωπηλά ισχυρή παρουσία. Δεν επιβάλλεται με φωνές αλλά με καθήκον. Ο χαρακτηρισμός που της προσδίδει η κόρη της, «Στρατός Σωτηρίας» περιγράφει μια στάση ζωής: γυναίκα–καταφύγιο, γυναίκα–θυσία. Αναπαράγει άθελά της το σύστημα που την περιόρισε. Δεν απαγορεύει αλλά υπενθυμίζει. Δεν καταδικάζει· μεταδίδει ντροπή. Ο γιατρός Βγενόπουλος, πρώην σύζυγος της Ρεγγίνας, ενσαρκώνει την εξουσία της κανονικότητας. Είναι ο φορέας της κοινωνικής τάξης και της ηθικής πίεσης, η σταθερότητα που μετατρέπεται σε έλεγχο.  Τα παιδιά της Ρεγγίνας λειτουργούν ως καθρέφτης ευθύνης και συνέχειας. Μέσα από αυτά αναδεικνύονται τα ρήγματα που αφήνει ένας χωρισμός, ενώ η μητρότητα γίνεται ταυτόχρονα καταφύγιο και πεδίο αυτοκριτικής. Η Ύδρα, τέλος, δεν αποτελεί απλώς τόπο δράσης. Γίνεται ψυχικό τοπίο, χώρος φωτός και σκιάς. Εκεί όπου οι χαρακτήρες εκτίθενται, συγκρούονται, σιωπούν. Εκεί όπου η κοινωνική πίεση και τα προσωπικά διλήμματα αποκτούν μορφή.

Συνοπτικά “Η Ένοχη Σχέση” δεν είναι μόνο ερωτικό ή ψυχολογικό μυθιστόρημα. Είναι ένα έργο για τη δομή της ενοχής. Για το πώς η κοινωνία κατασκευάζει το «παράπτωμα» και πώς η γυναίκα συχνά το εσωτερικεύει ως αυτοτιμωρία. Η λογοτεχνία εδώ λειτουργεί διττά: ως καθρέφτης κοινωνικής πίεσης και ως υπόγεια φωνή αντίστασης. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Βασιλική Πιτούλη μιλά για την έμπνευση πίσω από το έργο, για τη σχέση της με την έννοια της «ένοχης» επιθυμίας, για τη γυναικεία αυτονομία και για τη λογοτεχνία ως χώρο αντίστασης και αυτογνωσίας.

Τι σας ενέπνευσε για να γράψετε το μυθιστόρημα «Ένοχη Σχέση»; Υπήρξε κάποιο προσωπικό ή κοινωνικό γεγονός που πυροδότησε την ιστορία;

Για να γράψω το συγκεκριμένο μυθιστόρημα με ενέπνευσαν τα βιώματά μου. Έχω βάλει μέσα πολλά γεγονότα που συνέβησαν στην προσωπική μου ζωή και βέβαια μπόλικη φαντασία.

Οι χαρακτήρες όπως ο Μάρκος, η Βενέτα και η Φερενίκη έχουν έντονα ψυχολογικά και συμβολικά στοιχεία. Πώς τους δημιουργήσατε και πόσο εμπλέκεστε συναισθηματικά μαζί τους κατά τη συγγραφή;

Για να δημιουργήσω τους συγκεκριμένους χαρακτήρες «πάτησα» σε υπαρκτά πρόσωπα που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Αυτά τα συγκεκριμένα πρόσωπα μου έδωσαν τον βασικό καμβά, το υφάδι όπου στη συνέχεια άφησα ελεύθερο τον εαυτό μου να κεντήσει.

Μιλώντας για την «κατρακύλα» που πολλοί νιώθουν να τους ρουφάει αργά το τραπεζικό σύστημα, θα θέλαμε να μάθουμε πώς πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να φωτίσει τις αόρατες δυνάμεις που κρατούν τους ανθρώπους δεμένους — σαν να τους ρουφάει ένα αόρατο καλαμάκι — και να δώσει φωνή στην καθημερινή τους αντίσταση;

Για μένα η λογοτεχνία καλύπτει υπαρξιακές ανάγκες του ανθρώπου, είναι τροφή και καταφύγιο. Εκ του γεγονότος αυτού προκύπτει η δυναμική της. Χρειαζόμαστε περισσότερους αναγνώστες στη λογοτεχνία, δυστυχώς η αναγνωσιμότητα και η φιλαναγνωσία δεν είναι τόσο ψηλά όσο θα έπρεπε στη χώρα μας. Η καθημερινότητα είναι μεγάλη ρουφήχτρα, και οι Έλληνες, θύματα μιας γενικότερης φτωχοποίησης, δεν προφταίνουν να αφιερώσουν στη λογοτεχνία το χρόνο που είναι αναγκαίος. Η λογοτεχνία δεν είναι φαστ φουντ, απαιτεί χρόνο να της αφιερώσεις.

Στο απόσπασμα «Και να σταματήσεις αμέσως το νυχτερινό σχολείο. Γιατί να είσαι ένα βασάνι και να μη φορτώνεις σε ένα άντρα τις ευθύνες σου;», η γυναίκα παρουσιάζεται να περιορίζεται, να εμποδίζεται να μορφωθεί και να αυτονομηθεί, ενώ της επιβάλλεται η εξάρτηση. Πώς αντιμετωπίζετε στη λογοτεχνία σας την αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική πίεση και την προσωπική ελευθερία της γυναίκας; Πώς μπορεί η λογοτεχνία να αναδείξει αυτές τις πατριαρχικές επιταγές και την ανάγκη αντίστασης;

Η σημερινή γυναίκα πρέπει να αγνοήσει την κοινωνική πίεση που υφίσταται για να μπορέσει να  κυνηγήσει την προσωπική της ελευθερία και αυτό αποτελεί σίγουρα ένα μεγάλο στοίχημα που η κάθε μια από μας θα το κερδίσει για λογαριασμό της. Για τις μεγαλύτερες σε ηλικία αυτό είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν ακανθώδες, για τις νεότερες τα πράγματα είναι σαφώς καλύτερα. Η λογοτεχνία σαφώς μπορεί να αναδείξει αυτές τις πτυχές, αυτή τη ζύμωση και την αντίθεση μεταξύ της ιδιωτικής και της κοινωνικής ζωής. Αυτό γίνεται μέσα από τους ήρωες του κάθε βιβλίου αλλά και από την ιδεολογία του συγγραφέα γενικότερα.

Η πρόταση του Κλέωνα ότι “ο κόσμος θα έπρεπε να πληρώνει στην Ελλάδα φόρο πνευματικής ιδιοκτησίας” ακούγεται προκλητική και ειρωνική, αλλά και βαθιά πολιτική. Θέλατε μέσα από αυτή τη φράση να σχολιάσετε την αξία της ελληνικής πνευματικής κληρονομιάς, την ανάγκη αναγνώρισης ή την κρίση αυτοπεποίθησης της σύγχρονης Ελλάδας;

Η φράση του Κλέωνα για μένα δεν είναι καθόλου ειρωνική, ίσως λίγο προκλητική συμφωνώ. Η αξία της ελληνικής πνευματικής κληρονομιάς είναι στην κυριολεξία ανεκτίμητη αφού ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι το λίκνο και η βάση του δυτικού πολιτισμού. Βέβαια, δεν αρκεί να οχυρωνόμαστε πίσω από αυτό το σπουδαίο παρελθόν και να παραμελούμε το παρόν το οποίο κάθε άλλο παρά κολακευτικό είναι. Οι Έλληνες δυστυχώς δεν δίνουν οι ίδιοι την αξία που επιβάλλεται να έχει η Ελλάδα ως χώρα. Πάρτε παράδειγμα τη γλώσσα και πόσο παραμελείται, για να μην πω κακοποιείται και «δολοφονείται» καθημερινά. Θλιβερό στ’ αλήθεια φαινόμενο. Για να μην μιλήσω για την Ιστορία. Πόσο την γνωρίζουμε, πόσο την μελετάμε; Σ’ αυτά τα ερωτήματα πρέπει να σκύψει ο κάθε Έλληνας και να αναλογιστεί, άλλη ελπίδα δεν υπάρχει.

Γράφετε στη σελίδα 323 «Η γυναίκα πρέπει να φροντίσει μεγαλώνοντας ό,τι χάνει σε νιάτα και φρεσκάδα να το κερδίζει σε αξιοπρέπεια και σεβασμό», Θέλατε να σχολιάσετε τις κοινωνικές πιέσεις που επιβάλλουν αξίες στη γυναίκα καθώς μεγαλώνει, ή να φωτίσετε μια δυνατή, αυτοδύναμη προσέγγιση της ωριμότητας;

Υπάρχουν αξίες διαχρονικές, ανθρώπινες αξίες όπως είναι η εντιμότητα, ο αυτοσεβασμός, η μόρφωση, η προσωπική εξέλιξη, οι σχέσεις αγάπης. Στις αξίες αυτές η γυναίκα μεγαλώνοντας δεν ωφελεί να πάει κόντρα, αυτό είναι κατανοητό και ξεκάθαρο. Αντίθετα, είναι καλό να τις ενστερνιστεί, αν δεν μπόρεσε να το κάνει όταν ήταν νέα. Η ηλικιακή ωριμότητα, αν η γυναίκα καταφέρει να φτάσει σ’ αυτή αυτοδύναμη και πετάξει τα άχρηστα βαρίδια, πιστεύω ότι θα της προσδώσει γοητεία και γλυκύτητα. 

“Όταν κλείνει ένα σχολείο ανοίγει μια φυλακή”. Αν επεκτείνουμε αυτή τη λογική στα βιβλιοπωλεία, ποιο κενό ή ποια απειλή βλέπετε να ανοίγει όταν ένας χώρος γνώσης και ανάγνωσης κλείνει; Είναι μια κοινωνική, πολιτισμική ή και πολιτική προειδοποίηση;

Θλίβομαι βαθύτατα όταν κλείνει ένα βιβλιοπωλείο. Τα βιβλιοπωλεία τα θεωρώ κιβωτούς του πνεύματος και όταν κλείνουν, όχι απλά ανοίγει ένα κενό, αλλά απειλείται η ίδια μας η πνευματική ταυτότητα. Πρέπει να τα υπερασπιζόμαστε με σθένος, και όχι μόνο τα βιβλιοπωλεία, αλλά και τις βιβλιοθήκες. Πρέπει οι Έλληνες να αποκτήσουν κουλτούρα βιβλιοθήκης. Έτσι πάνε μπροστά τα έθνη, έτσι προάγονται οι κοινωνίες. Με τη γνώση και την ανάγνωση.

Γράφετε πως “μόνο το μυαλό αξίζει να εμπιστευόμαστε και να επενδύουμε σε αυτό, σ’ έναν κόσμο όπου δοξάζονται η πλάνη και το συμφέρον”. Πιστεύετε ότι η σκέψη μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως καταφύγιο ή αντίσταση, όταν η βία σφίγγει τον κόσμο στις δαγκάνες της και το παράλογο μοιάζει να κυριαρχεί;

Η σκέψη και η φαντασία θα σώσουν τον κόσμο, το πιστεύω αυτό. Η σκέψη, η φαντασία, το όραμα, η ελπίδα, η πίστη. Αυτά τα ανθρώπινα στοιχεία μπορούν να λειτουργήσουν ας αντίδοτα στη βία και στο παράλογο  που δυστυχώς μας κυκλώνουν από παντού.

Αν η Ρεγγίνα απελευθερωνόταν από τις ενοχές, ο κόσμος γύρω της θα άλλαζε ή θα φανέρωνε μόνο τον πραγματικό του εαυτό;

Δύσκολη ερώτηση. Γενικά πιστεύω ότι η ενοχή λειτουργεί διττά, και ως απελευθέρωση αλλά και ως προστασία από υπερβολές και αχρειότητες. Δεν είναι εύκολο βέβαια να αποτινάξεις τις ενοχές σου, θέλει δουλειά. Είναι μια μακρά πορεία, σχεδόν ταυτόσημη με την πορεία προς την αυτογνωσία την οποία θεωρώ σκοπό ζωής για κάθε άνθρωπο.   

 

 

Η συζήτηση με τη Βασιλική Πιτούλη αποκαλύπτει ένα έργο που υπερβαίνει το προσωπικό δράμα και αγγίζει συλλογικά ζητήματα: τη θέση της γυναίκας, τα όρια της συντροφικότητας, τη μητρότητα, τη βιοηθική της εξωσωματικής γονιμοποίησης και την εμπειρία της προσφυγιάς. Μέσα από τη Ρεγγίνα και τον κόσμο της, το μυθιστόρημα καλεί τον αναγνώστη να αναρωτηθεί: ποιος ορίζει την ενοχή  και ποιος έχει το δικαίωμα να τη συγχωρεί; Καλοτάξιδο να είναι!

 

Βιογραφικό

Η Βασιλική Πιτούλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βόλο, είναι εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οικονομολόγος και φιλόλογος. Έχει διδάξει στα Αρσάκεια Λύκεια και έχει αποσπαστεί στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Έχει ασχοληθεί με βιβλιοκριτική, κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και στο ίντερνετ. Είναι συγγραφέας 12 βιβλίων: ποιητικές συλλογές, συλλογές διηγημάτων, μυθιστορήματα κοινωνικά, ιστορικά, αστυνομικά.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.