You are currently viewing Μαρία Δριμή: Δαμιανός Αγραβαράς: Πέτα μακριά, Πέπε. (Συρτάρι, 2023)

Μαρία Δριμή: Δαμιανός Αγραβαράς: Πέτα μακριά, Πέπε. (Συρτάρι, 2023)

Διαβάζω πάντα με ενδιαφέρον τη μικρή φόρμα στην πεζογραφία, γιατί δίνει με ευσύνοπτο τρόπο το στίγμα του δημιουργού. Η συλλογή διηγημάτων «Πέτα μακριά, Πέπε» είναι το πρωτόλειο βιβλίο του Δαμιανού Αγραβαρά (γ. 1996), το οποίο μόλις κυκλοφόρησε σε αυτόν τον καλαίσθητο τόμο από τις εκδόσεις Συρτάρι.

Οι επιμέρους τίτλοι στα περιεχόμενα μαρτυρούν ότι ο θεματικός άξονας που συνδέει τα διηγήματα είναι η έννοια του πτηνού. Ορισμός: κάθε σπονδυλωτό, δίποδο, ομοιόθερμο και ωοτόκο ζώο με κεράτινο ράμφος, πούπουλα και φτερά που του δίνουν τη δυνατότητα να πετάει. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του πτηνού ο Αγραβαράς τα χρησιμοποιεί με λειτουργικό τρόπο.

Στο πρώτο διήγημα που έχει τίτλο «Τα ορνίθια είναι παμφάγα», μια ηλικιωμένη γυναίκα γίνεται βορά για τις κότες που η ίδια συντηρούσε. Το σύντομο αυτό διήγημα μας βάζει χωρίς περιστροφές μέσα στο σύμπαν του Αγραβαρά, ένα σύμπαν που έχει κάτι από την ατμόσφαιρα των «Πουλιών» του Χίτσκοκ. Οι κότες συμπεριφέρονται σαν τιμωροί, εκδικούνται για τα δεινά που έχει υποστεί το είδος τους από τον άνθρωπο.

[…] Ο κόκορας που κάθε πρωί την ξυπνούσε με τη φωνή του, τώρα βυθίζει το γαμψό του ράμφος βαθιά στο δεξί της πόδι, γευόμενος τη σάρκα της. Ίσως αυτή να είναι η τιμωρία της για όλες εκείνες τις κότες που έχει πνίξει με τα χέρια της και όσες άλλες είχε εκτελέσει κλείνοντάς τους το κεφάλι με την πόρτα. Η συγκεκριμένη εκτέλεση ήταν η αγαπημένη της, μιας και μετά καθόταν και χάζευε τις κότες να τρέχουν ακέφαλες μαζί με τα εγγόνια της, σαν έρχονταν να μείνουν μαζί της τα καλοκαίρια, και γελούσαν όλοι μαζί.

Οι εικόνες του διηγήματος είναι σκληρές, αποτρόπαιες. Εδώ ο Αγραβαράς βαδίζει πάνω στα χνάρια της λογοτεχνίας τρόμου, του splatter διηγήματος, χωρίς όμως να μένει μόνο στην αναπαράσταση των σκηνών βίας. Δίνει το περίγραμμα της ζωής αυτής της γυναίκας με μικρές πινελιές μέσα στο κείμενο, τον πεθαμένο άντρα της και όσα έλεγαν μεταξύ τους, την προοπτική να ξανασμίξουν με τον επερχόμενο θάνατό της. Το πρώτο αυτό διήγημα έχει μια καθηλωτική δύναμη, είναι άκρως κινηματογραφικό και προλειαίνει το έδαφος για τη συνέχεια.

Η συνέχεια είναι το πιο άρτιο, κατά τη γνώμη μου, διήγημα της συλλογής, το οποίο δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο. «Πέτα μακριά, Πέπε».  Ένας μοναχικός και ιδιόρρυθμος ηλικιωμένος μένει σε μια παλιά μονοκατοικία “σφηνωμένη” ανάμεσα σε πολυκατοικίες, παρέα με μια αποικία από γάτες που την έχει εγκαταστήσει σε μια σειρά από χαρτόκουτα. Τριτοπρόσωπη αφήγηση περιορισμένης εστίασης στην αφηγήτρια Καίτη, μια γυναίκα που ζει με τον σύζυγό της σε ένα διαμέρισμα που βλέπει στη μονοκατοικία του γέρου. Ο Αγραβαράς δίνει με γλαφυρές λεπτομέρειες αυτή την παράξενη και ενοχλητική για τους γείτονες συνύπαρξη: χαρτόκουτα και παλιά μαξιλάρια με αποφορά ούρων, γάτες όλων των μεγεθών και των χρωμάτων, σε μερικές λείπει ένα μάτι ή ένα κομμάτι της ουράς. Η Καίτη, σε μια στιγμή μεγάλου θυμού, αποπειράται να τις ζεματίσει, ρίχνοντάς τους καυτό νερό από ψηλά. Εκτός από τις γάτες, ο γέρος έχει και έναν παπαγάλο, τον Πέπε. Ο Πέπε ζει μέσα στο κλουβί του, καταβροχθίζοντας σπόρους και φιστίκια Αιγίνης που του δίνει ο γέρος. Το αλλόκοτο δίδυμο του γέρου με τον Πέπε ενοχλεί πολύ την Καίτη, καθώς ο γέρος τραγουδάει παράφωνα ό,τι θυμάται από λαϊκά τραγούδια και ο Πέπε επαναλαμβάνει κρώζοντας κάποιο κομμάτι του ρεφρέν. Η επιμονή του συγγραφέα στη λεπτομέρεια είναι τις περισσότερες φορές επιτυχημένη και λειτουργική, κάνοντας την αφήγηση να ακροβατεί πάνω σε ένα σκοινί που ενώνει το κωμικό με το τραγικό.

[…] Όλα ήταν όπως συνήθως, το κλουβί του παπαγάλου ακουμπισμένο στο δεξί περβάζι του κλειστού παραθύρου κι ο γέρος καθιστός στην καρέκλα του. Φορούσε ένα κοντό παντελόνι χωρίς  φανέλα. Η κοιλιά του κρεμόταν και στο ιδρωμένο στέρνο του φύτρωναν κατσαρές, άσπρες τρίχες. Στο κεφάλι είχε ένα λιγδιασμένο καπέλο που έγραφε «CHIOS ISLAND». Με μια σκισμένη εφημερίδα στο ένα χέρι προσπαθούσε να κάνει αέρα, ενώ με το άλλο έριχνε ξηρά τροφή σε δυο γάτες που στέκονταν μπροστά του και τον κοίταζαν. Ο γέρος έπαιρνε βαθιές ανάσες, το χοντρό στέρνο του φούσκωνε και ανεβοκατέβαινε, καθώς άνοιγε το στόμα του, ξερνώντας φάλτσες νότες.

Η ιστορία τελειώνει με τον γέρο να ξαποστέλνει τις γάτες με βρισιές και να απελευθερώνει τον παπαγάλο εμψυχώνοντάς τον, “Πέτα μακριά, Πέπε”, ενώ ο ίδιος τρυπώνει σε μια πεισιθάνατη μοναξιά και εκεί τον αφήνει η αφήγηση.

Η εμμονή του Αγραβαρά στη συχνή παράθεση και των πιο μικρών λεπτομερειών αντανακλά τη λαχτάρα του να ζωγραφίσει με λέξεις την ιστορία του ζωντανά και πρωτότυπα. Αν και αυτό δεν λειτουργεί πάντα το ίδιο καλά, μια τάση προς το πλεόνασμα είναι μάλλον αποδεκτή σε έναν νεαρό συγγραφέα, αφού η ίδια η νιότη είναι μια μαξιμαλιστική περίοδος. Αυτή η σημαίνουσα ασημαντότητα, όπως έχει κατονομαστεί από τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας, είναι εργαλείο με το οποίο ο συγγραφέας διαχειρίζεται τη χρονικότητα. Εξάλλου, η ίδια η ζωή είναι γεμάτη με ασήμαντες λεπτομέρειες. Δεν θα αναφερθώ διεξοδικά σε καθένα από τα διηγήματα της συλλογής. Θα επιχειρήσω μια συνολική αποτίμηση της πρώτης αυτής λογοτεχνικής απόπειρας του Δαμιανού Αγραβαρά. Οι ιστορίες είναι ευφάνταστες. Το αστικό περιβάλλον είναι ο συνήθης τόπος της πλοκής, ενώ ακόμα και αυτές που εκτυλίσσονται σε αγροτικές περιοχές, δεν περιέχουν στοιχεία τοπικού χαρακτήρα. Όμως οι ήρωες των διηγημάτων έρχονται συχνά αντιμέτωποι με τη φύση, μια φύση αλλαγμένη, κακοποιημένη και έτοιμη να αντεπιτεθεί.

Ο Δαμιανός Αγραβαράς έχει μεγάλη ικανότητα στην εικονοποιητική αφήγηση. Οι ιστορίες του είναι ζωντανές, σαν να τις βλέπουμε μπροστά μας, διαδραματίζονται με μια σχεδόν κινηματογραφική ροή εικόνων. Η γλώσσα είναι στρωτή, χωρίς υπερβολές ή μοντέρνους ιδιωματισμούς, ενώ η χρήση «απρεπών» λέξεων δεν υπερβαίνει τις ανάγκες της ρεαλιστικής αφήγησης. Η θεματική των διηγημάτων του βασίζεται πάνω σε έντονες ανθρώπινες σχέσεις, δυνατούς έρωτες και μεγάλα μίση. Ο θάνατος είναι παρών στις ιστορίες του Αγραβαρά και συχνά είναι ένας θάνατος αργός και βασανιστικός, με τον αναγνώστη κυριολεκτικά κοινωνό του αίματος που αργοσταλάζει μέχρι τελευταίας σταγόνας με εμφανείς κινηματογραφικές επιρροές. Εξάλλου, ο συγγραφέας ανήκει σε μια γενιά που μεγαλώνει περισσότερο με εικόνες, άσχετα αν ο ίδιος έχει επιλέξει τη συγγραφή ως δίοδο των δημιουργικών του ανησυχιών.

Η πάλη της μορφής με την πλοκή είναι εμφανής στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής. Ο Τζέιμς Γουντ λέει ότι η μορφή χαράζει ένα σχεδόν ιερό όριο γύρω από το έργο, αφορίζει τη διαφορετικότητά του, το καθιστά έναν χώρο με βαθμό ξενότητας, απόστασης, υποταγής, νοήματος.

Στην αφήγηση συχνά παρεμβάλλονται αναλήψεις που αυξάνουν τη γνώση μας για τους χαρακτήρες των διηγημάτων, χωρίς να καταργούν τη γραμμικότητα. Μοιάζουν με μικρά πετάγματα του μυαλού, συνειρμούς που εισβάλλουν αστραπιαία και αυθόρμητα, εμπλουτίζοντας το αφηγηματικό τοπίο.

Συνοψίζοντας, ο Αγραβαράς, ως νεόκοπος αλλά ικανός πεζογράφος, κατακλύζεται από ιδέες, αγαπάει τις λέξεις, συνδέει παιγνιωδώς σημαίνοντα με σημαινόμενα και καταφέρνει να διαμορφώσει ένα λογοτεχνικό στίγμα που είναι σταθερό σε όλο το βιβλίο: δραματική, σχεδόν κινηματογραφική πλοκή, συχνά με τραγικό τέλος, εικόνες σημαντικές και ασήμαντες που καθοδηγούν το βλέμμα του αναγνώστη στα τεκταινόμενα. Παρά τη διαφορετική δυναμική των διηγημάτων της συλλογής, είναι γοητευτικό αυτό το ξεκίνημά του στο λογοτεχνικό ταξίδι και προοιωνίζεται μια φωτεινή και επιδραστική πορεία. Μέλλει να το διαπιστώσουμε στα επόμενα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.