You are currently viewing Μηνάς Θεοδώρου: Φωτεινή Βασιλοπούλου,‘Περιποιήτρια νύχτας’, από τις Εκδόσεις Κουκκίδα, 2026.  ISBN: 978-618-208-198-3

Μηνάς Θεοδώρου: Φωτεινή Βασιλοπούλου,‘Περιποιήτρια νύχτας’, από τις Εκδόσεις Κουκκίδα, 2026. ISBN: 978-618-208-198-3

Στο αμόνι του λεπτουργού πόνου, για την ποιητική συλλογή της Φωτεινής Βασιλοπούλου ‘Περιποιήτρια νύχτας’.
Ιδιοφυώς παιγνιώδης ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Φωτεινής Βασιλοπούλου που κρατώ στα χέρια μου, αφήνει άπλετο χώρο στη φαντασία να κυλιστεί, να δράσει, να ζευγαρώσει με την πραγματικότητα και τελικώς να διακορεύσει το εννοούμενο. Με όχημα αυτήν τη συλλογή, η ποιήτρια ταξιδεύει, ψηλαφεί την ψυχοσωματική βάσανο της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου την εντοπίζει, και μέσω μιας ισορροπημένης αλληγορίας καταδίδει το σημαινόμενο, απογυμνώνοντάς το από ανυπόστατες αιτιολογήσεις και παραπλανητικούς μανδύες κάλυψης. Αφήνοντας ελεύθερο το αισθητήριό της να επεξεργασθεί το γεγονός, θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων του βασανισμού και, χωρίς να φοβηθεί, βυθίζει το νυστέρι βαθιά ως το κόκκαλο, περιποιείται παθογόνες ενσταλάξεις -νυχτερινές κυρίως, μιας και τότε ευδοκιμούν ή καταστρέφονται έρωτες, υφαίνονται συνωμοσίες και απελευθερώνονται λυτρωτικά παράπονα, πόθοι κι αισθήσεις-, σχηματοποιεί την επίδρασή τους και, τέλος, τις μετατρέπει επιτυχώς σε δηκτικό ποιητικό λόγο, αμπαλαρισμένο σε περιτύλιγμα ευαισθησίας, υπερβαίνοντας τα όρια του άλγους ψυχής τε και σώματος. Είναι η ώρα που το συναισθανόμενο ον πνίγεται από τον καπνό των συναισθηματικών εκρήξεων του εσωτερικού του κόσμου κι αισθάνεται την ανάγκη να ουρλιάξει και να διεκδικήσει αξίες προφανείς. Και ναι, όπως θ’ αντιληφθεί ο ευαισθητοποιημένος αναγνώστης, τα καταφέρνει να δονήσει λιμνάζουσες αισθήσεις, να επιτύχει την επιδιωκόμενη αφύπνιση και να προκαλέσει μια εργώδη, αλλά ευεργετική κι απελευθερωτική, συνάμα, τρικυμία συμπαράταξης. Ίσως και λύτρωσης. Αλλά αυτό δεν είναι και το ζητούμενο της ανάπτυξης του ποιητικού λόγου; Προφανώς. Να υποδείξει δηλαδή στο αθέατο τη διαδρομή της ευκρινούς θέασής του και να διανοίξει τη σήραγγα της μετάβασης σε γήινους αστερισμούς συμπονετικής ενσυναίσθησης. Τι άλλο;

 

Επανερχόμενος στην ιδιαιτέρως επιμελημένη ποιητική συλλογή, κοινό χαρακτηριστικό όλων της Φωτεινής Βασιλοπούλου, και στα τυπικά της χαρακτηριστικά -έτσι μου αρέσει να τα ονοματίζω- θα πω ότι πρόκειται για το απάνθισμα 21 ποιημάτων που προσφάτως είδαν το φως της δημοσιότητας από τις εκδόσεις ‘Κουκκίδα’, τα οποία κατανέμονται σε 3 ενότητες με τίτλους: 1) Γηροκομείον η Τροία, 2) Στάζει νύχτα και 3) Υπαίθριος λήθη, συμπληρωματικές η μια της άλλης, καθώς εγώ αντιλαμβάνομαι, ενιαίας υφολογικής προσέγγισης και ταυτόσημης αναφοράς ως προς το αντικείμενο, που άλλο δεν είναι από την απώλεια και την αισθητική της εκφοράς της, καθώς και τα καταπνιγμένα ‘θέλω’ που, με αδύναμη φωνή, επιζητούν δικαίωση και πληρωμή. Συγκινητική η αφιέρωση της συλλογής στη μνήμη της μητέρας της, απολύτως ταιριαστή η αποσπασματική αναφορά της στην, αναλόγου ύφους, ποιητική της Μαρίας Λαϊνά και χρήσιμες οι σημειώσεις που ερμηνεύουν λέξεις ντοπιολαλιάς ή άλλες που τείνουν να ξεχαστούν, αλλά τόσο αγαπά και χρησιμοποιεί η ποιήτρια προσπαθώντας να τους χαρίσει μια νέα ζωή. Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά αξίζουν οι πέντε φωτογραφίες που κοσμούν τη συλλογή -δύο έγχρωμες σε εμπροσθόφυλλο και οπισθόφυλλο και τρεις ασπρόμαυρες που λειτουργούν ως διαχωριστικά μεταξύ των κύκλων- οι οποίες συμπορεύονται με το ύφος και ενισχύουν τη δημιουργία κλίματος.

 

Ομότιτλο με τη συλλογή το εναρκτήριο ποίημά της, σοφά δε συμπεριλαμβάνεται σε κάποιον από τους τρεις επιμέρους κύκλους και παρατίθεται μόνο και αυτοτελές, καθ’ όσον φαίνεται να λειτουργεί ως προϊδεασμός για το περιεχόμενο που θα ακολουθήσει. Κάτι σαν μασκαρεμένος οδηγός επιβίωσης, σαν αδήριτη αναγκαιότητα μετάλλαξης του ‘κακού’ σε ΄καλό’, εκφερόμενη δια χειλέων μιας αθέατης ‘Περιποιήτριας νύχτας’ (σσ. 11-2), η οποία ‘Κλαδεύει τις άκρες της νύχτας./Ξαίνει το μάλλινο σκοτάδι/μαύρο πρόβατο/κακόνειρο./Τον φόβο στρογγυλεύει της σιωπής’, αντιλαμβάνεται τη χρεία ν’ αλλάξει ‘το νερό στ’ αυλάκι’ ώστε να ποτισθούν οι ‘πόες της καχεκτικής ελπίδας’, πιστοποιεί ότι ο θρασεμένος από ζιζάνια κήπος του παρελθόντος χρειάζεται επειγόντως ξελάζωμα’, με ακλόνητη ευαισθησία επιζητεί ‘… να φύγουν οι κρεμασμένες θηλιές από τα δέντρα …/… ν’ απομακρυνθούν οι ξόβεργες στα βάτα’ ώστε ‘-οι κότσυφες μη λείψουν και τ’ αηδόνια/σε εποχή βουβή-’ και ‘να επιχωματωθούνε οι ληνοί’ συγκέντρωσης της αποχύμωσης της ζωής που απειλούν με πνιγμό και τέλος, σε μια ετοιμόρροπη στιγμή κλονισμού αξιώνει ‘…ν’ αποκλειστεί το τούνελ που οδηγεί στο φως’ μιας και ‘φήμες κυκλοφορούν μέχρι και ο παράδεισος έχει λογγώσει’. Μ’ άλλα λόγια, ή όλοι μαζί θα σωθούμε ή όλοι μαζί θα καταστραφούμε. Ατομικοί παράδεισοι εγκλεισμού δεν υπάρχουν και, ως εκ τούτου, ενσυνειδήτως θα πρέπει να τους αποποιηθούμε.

 

Το γήρας και τα πάθη του είναι ο κύριος ομφάλιος λώρος που τροφοδοτεί την πλοκή των ποιημάτων και των τριών κύκλων της συλλογής, συνεπικουρούμενο από την απώλεια που συνταράσσει, αλλά και από τις εν γένει κακουχίες του βίου των ανθρώπων . Το γήρας, που σαν επιτήδειος διαρρήκτης, χωρίς να γίνει ουσιωδώς αντιληπτό παρά τις επαρκείς σημάνσεις, σιγά-σιγά εισβάλλει μέσω της πάντοτε διαθέσιμης κερκόπορτας της παραπλάνησης, επιβραδύνει έως και ακινητεί την πράξη, επιταχύνει την ευσυγκινησία, αρνείται την τακτοποίηση εκκρεμοτήτων, θολώνει τη ματιά, νοθεύει την ορθοκρισία, κλέβει τις στιγμές, απομυθοποιεί τη συνέχεια, κι αντί για ένα ένθερμο και ενθαρρυντικό ‘ευ παρέστης’ που θα περιέθαλπε την ψευδαίσθηση της παραμονής, καταληστεύει τη ζωή, επαχθώς φορολογώντας το παρελθόν και αρνούμενο το μέλλον. Αυτά ακριβώς, μεταξύ άλλων πολλών, καταδίδει με την ποιητική της η Φωτεινή Βασιλοπούλου, απελευθερώνοντας τους μηχανισμούς της συγκινησιακής πρόσληψης κι ενεργοποιώντας τη δύναμη του βλέμματος που κατοπτεύει τη ρήξη της ύπαρξης με τον χρόνο και συλλέγει τα ρινίσματα της αποσύνθεσής της που προκαλεί το τρόχισμα των μηχανισμών του εισβολέα.

 

Κορφολογώ λοιπόν τη συλλογή, συλλέγω καθ’ υπόδειξη του αισθητηρίου μου, ανασύρω τα κρυμμένα διαμάντια και τα παραθέτω σε φωτοστεφανωμένη ορατότητα θέασης. ‘Φυσάει θλίψη στην πλατεία/βραδάκι Κυριακής…/… Φαντάσματα παραφυλάνε/πίσω απ’ τα σπασμένα τζάμια των ακατοίκητων/στιγμών/…Μια ταμπέλα ξεχαρβαλωμένη … θρηνεί μεταλλικά…/…Γλίτσα η απόγνωση παγίδα στο πλακόστρωτο…/…Ένα μαύρο κοκκαλιάρικο αδέσποτο/αλυχτά βουβά τα περασμένα κλέη…/…Εκτοράκο, πού είσαι, Έκτορά μου; παρακαλεί μια ηλικιωμένη απ’ το απέναντι μπαλκόνι του κουρασμένου νεοκλασικού…’ την ακούω να ψιθυρίζει στο «Πεζόδρομος Αριστομένους» (σσ. 15-6) ολοκληρώνοντας τον ζωγραφικό πίνακα της απώλειας. Στο «Ληξιπρόθεσμες οφειλές» (σ. 19) καταγράφω την απαίτηση για ‘απεριόριστο χρόνο ομιλίαςπου περιέχεται στα ‘προγράμματα άκρατης αισιοδοξίας’ ως περικλείουσα το πάγιο, διαρκές και ανεκπλήρωτο αίτημα της ύπαρξης για κατάργηση του πεπερασμένου, ενώ στο «Ο Αινείας στον ΕΦΚΑ» (σσ. 17-8), τολμά να μεταβολίσει τον μυθολογικό αλλά αδιάψευστο συμβολισμό της αγωνιώδους πράξεως του ηρωικού Αινεία να επιλέξει τη διάσωση του γέροντα κι ανήμπορου πατέρα του ως κορυφαία και αδούλωτη πολυτιμότητα άρνησης της ανίερης πράξης να παραδώσει τα άγια τοις κυσί, σε αγωνία του σύγχρονου επιγόνου να ικανοποιήσει ευπρεπώς τις ανάγκες της αναχωρούσας πατρότητας˙ ‘…το μόνο που έχει είναι ο γέρος του στην πλάτη/και δίκιο, πολύ δίκιο, λίμνη/ποτάμι, το δίκιο του τον πνίγει και τα έξοδα …/… πρέπει να τον ταΐσει, να τον αλλάξει/να του δώσει φάρμακα…’ μας λέει, κι εγώ δε μπορώ παρά να συνταχθώ ολόψυχα μαζί της. Συνεχίζοντας, σταματώ στο «Αχίλλειος πτέρνα» (σ. 22) και ανασαίνω τις ανυπότακτες επιλογές -που κάλλιστα αντιστοιχίζονται με καίριες επιλογές ζωής παρά τις οποιεσδήποτε επαπειλούμενες δυσμενείς επιπτώσεις- του διαβητικού ογδονταπεντάρη μπάρμπα-Αχιλλέα ‘Εγώ τον θέλω τον φραπέ μου με τρείς ζάχαρες/θέλω λουκούμι τριαντάφυλλο/θέλω γλυκάκι περγαμόντο …/… στον γερο-διάολο Πυθία και χρησμοί και πτέρνα’, με θλίψη παρακολουθώ την «Ανδρομάχη Ξυπολύτου» (σ. 23) (τι επιτυχημένη αντίστιξη τίτλου με κείμενο) ‘Κουφάρι τζίτζικα/καθηλωμένο στο καρότσι/μετά από συντριπτικό κάταγμα λεκάνης/και συντετριμμένες ελπίδες ανάρρωσης’ ματαίως ν’ αναζητά μέσα στις παραισθήσεις της τα παπούτσια της για να μην πάει ‘ξυπόλυτη στο πανηγύρι’, ενώ συντετριμμένος ακροώμαι ‘το ογδονταετές βρέφος’ στο «Αστυάναξ» (σ. 26) να παραπαίει μεταξύ πραγματικότητας και παραισθήσεων, εναγωνίως καλώντας το όραμα της μητέρας του να το λυτρώσει από τον βασανισμό στοχευμένων ενεργειών που αποσκοπούν στην άχρηστη, βίαιη παράταση της ζωής της ύλης˙ της ύλης που έτσι κι αλλιώς οφείλει κάποια στιγμή να τελειώσει. Πειθαναγκασμένη από την πραγματικότητα, αναρωτιέται στο «Κούκλα τέλους» (σσ. 29-30) για την αξία διατήρησης της ζωής ως ‘… κούκλα άφωνη/τώρα στην ελεημοσύνη ξένων γυναικών παραδομένη’, με αδρές, ασπρόμαυρες στίξεις παραθέτει τη μετάλλαξη της ανθρώπινης οντότητας σε ‘νεοσσό’ που ‘πεινά το μητρικό γάλα της μέρας/διψά … για ακόμα ένα κομμάτι ουρανού/στην ερημία των ανθρώπων … για λίγο λόγο ύπαρξης ακόμη’ στη δραματική ποιητική πραγματεία «Ο θρόμβος» (σ. 31), για να καταλήξει στην εγνωσμένη βιωματική διαπίστωση ‘Εγκυμονώ μια προσδοκία θανάτου/δεν ξέρω πόσους μήνες/πόσα χρόνια/ούτε ποιο ζώο είμαι./Κάθε βράδυ βάζω την άνθρωπο στο κρεβάτι της./Απέραντο κενό’ στο σπαρακτικό «Πληγή» (σ. 32). Μέσα σ’ όλα, δεν παραλείπει ν’ αποκρυπτογραφήσει και τη συνδεσμολογία της ποίησης με τ’ ανθρώπινα πάθη, πράγμα που κάνει με απόλυτη επιτυχία στο ποίημα «Επί πτίλων νυχτερινών» (σσ. 25-6), λέγοντας ‘Δεν έχει ωράριο η ποίηση. Οχτώ με τρεις./Γράφεται νύχτα. Με μισόκλειστα βλέφαρα, ημίφως./Διανυκτερεύει σε θαλάμους, ξαποσταίνει σε πτέρυγες/επί πτίλων νυχτερινών./Ανάμεσα στους στίχους δεν επαίρονται παγόνια/δε φτεροκοπάνε κύκνοι παρά/πάπιες κοψόφτερες, κλύσματα, οροί, λεβάιν./… Εκεί γράφεται η ποίηση’. Τη στιγμή της συναισθηματικής εκρήξεως δηλαδή. Όποιο κι αν είναι το ερέθισμα.

 

Άφησα για το τέλος το κορυφαίο, κατ’ εμέ, ποίημα της συλλογής που άλλο δεν είναι από το «Oenanthe crocata» (σσ. 20-1), για το οποίο θα ήθελα να καταθέσω, τον θαυμασμό αλλά και τον εντυπωσιασμό μου. Αφ’ ενός για το μότο ‘τί τηνικάδε ἀφίξαι, ὦ γῆρας;’ που είναι μια ευφυής -απόλυτα ταιριαστή σε ύφος, πάθος και νοητική αξία- μεταφορά του Πλατωνικού ‘τί τηνικάδε ἀφίξαι, ὦ Κρίτων;’, αφ’ ετέρου για το κατόρθωμα της ποιήτριας να δώσει την εναργή εικόνα της παλλόμενης από αγωνία ύπαρξης που σταδιακά αποσύρεται, αλλά εξακολουθεί να αγωνίζεται, ενστικτωδώς αρνούμενη τον βηματισμό της εξόδου ‘Τα γέρικα χέρια παλεύουν να σκάψουν το σκληρό χώμα/στ’ αμπέλι./Διπλώνεται στα δυο απ’ τους πόνους/κούρβουλο το κορμί, ματώνουν τα χείλη./Καταρράχτης, γλαύκωμα δε βλέπει το μέλλον καλά./Στην καμπούρα του έχει γύρη από ογδόντα άνοιξες…’, αναρωτιέται για την αξία και την ανταποδοτική ανταπόκριση της τεκνοποίησης ‘Πολλαπλοί οργασμοί/του χάρισαν τέσσερις γιους δώρα άδωρα./Τώρα τους είναι βάρος’, πιστοποιεί την υλική ένδεια ‘Δε φτάνει η σύνταξη/η συμμετοχή μόνο για φάρμακα/έχει φτάσει στα ύψη’, οραματίζεται επιστροφές ‘Το χειρότερο θέλει γυναίκα/αρχόμενη άνοια’, περιστρέφεται γύρω από ενδεχόμενα εναλλακτικής κατάληξης ‘Αν είχαν φιλότιμο/θα του ’διναν λίγη δόξα απ’ αυτόν/που δεν ήξερε τίποτα/να γίνει το χρέος περήφανα./Αλλιώς, μεθυσμένο από γέλια σαρδόνια/να τον έδερναν μέχρι θανάτου’, για ν’ αποδεχθεί στο τέλος πως ‘Πρέπει ν’ αντέξει. Λίγο ακόμα./Με τον γέρο κασμά του/να σκάψει ψηλά στ’ αμπελάκι τον τάφο του./Λίγο ακόμα. Πρέπει ν’ αντέξει’. Συγκλονιστικό! Μια γροθιά στο στομάχι.

 

Και τούτο θα ήθελα να καταθέσω τελειώνοντας αυτή τη σύντομη περιήγησή μου στη συλλογή της Φωτεινής Βασιλοπούλου, και να πω, πως όχι. Ο ποιητικός της ουρανός δεν αποπνέει σκοτεινιά όπως, ενδεχομένως, η θεματολογία υπαινίσσεται. Αντιθέτως. Ανοίγει μονοπάτια φωτός, όταν η ενσυναίσθηση γίνει αποδεκτή από την πράξη. Καλή ανάγνωση!

 

Μηνάς Θεοδώρου

Αθήνα, Μάρτιος 2026

This Post Has 4 Comments

  1. Φωτεινή Βασιλοπούλου

    Ευχαριστώ θερμά τον Μηνά Θεοδώρου για το ρωμαλέο κείμενο και το Περί Ου για τη φιλοξενία. Εύχομαι σε όλους/ες καλή και ήρεμη Μεγάλη Εβδομάδα.

  2. Γιώργος Γάββαρης

    ¨εχω διαβάσει την ποιητική συλλογή της Φωτεινής Βασιλοπούλου…είναι εξαιρετική
    με πολλές εννοιολογικές προεκτάσεις !
    Η κριτική του κ. Μηνά Θεοδώρου θαυμάσια * … με βοήθησε να
    και άλλες υπαρκτές χαραμάδες γεμάτες νοήματα που προσφέρει πλουσιοπάροχα στον αναγνώστη !
    Εύγε στην Φωτεινή Βασιλοπούλου και Μηνά Θεοδώρου..

  3. Γιώργος Γάββαρης

    συμπληρώνω στην άνω ανάρτησή μου —με βοήθησε να

  4. Γιώργος Γάββαρης

    να ανακαλύψω

Γράψτε απάντηση στο Γιώργος Γάββαρης Ακύρωση απάντησης

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.