You are currently viewing Νίκος Παπάνας: Κυριακή Λυμπέρη, Τα καθημερινά βάραθρα. Εκδόσεις Κοράλλι, 2023

Νίκος Παπάνας: Κυριακή Λυμπέρη, Τα καθημερινά βάραθρα. Εκδόσεις Κοράλλι, 2023

 τα τσακισμένα χάδια μας η τελευταία μας πατρίδα

 

Τα καθημερινά βάραθρα είναι η νέα ποιητική συλλογή της Κυριακής Αν. Λυμπέρη. Με 38 ποιήματα μας ξεναγεί στην καθημερινή φθορά, που απειλεί να μας απορροφήσει στην ανυπαρξία: Πίνεις τη λύπη σου στο μπαρ./Πολλαπλασιάζεται/το πρόσωπό σου στον απέναντι καθρέφτη/τελικά καταλήγεις να νιώθεις μισός/μουσικές, ποτά και φωτορυθμικά/μια καταπακτή στην άβυσσο («Νύχτα για τέσσερα χέρια»).

Κύριος εκφραστής της φθοράς είναι ο θάνατος. Πρόκειται για τον κυριολεκτικό, σωματικό αλλά και για τον μεταφορικό θάνατο. Ο τελευταίος έχει την έννοια της συναισθηματικής χρεωκοπίας και της αλλοτρίωσης. Ο κυριολεκτικός θάνατος παραμονεύει παντού ως απειλή της ύπαρξής μας, ενώ ήδη έχει κάνει την εμφάνισή του στερώντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα: Αποδείχτηκε μάταιη όμως κουβέντα/όταν ο γιατρός πρόβαλε στην πόρτα/σταυρώνοντας τα χέρια του («Οι τελευταίες στιγμές»). Η μοίρα του θανάτου απειλεί όλους: Στον ουρανό των οχτώ/συναντώ πολλούς σκοτωμένους./Άλλος λέει πήγαινα σε μια γέφυρα/καθώς σφύριζαν οι οβίδες από πάνω/ξαφνικά βρέθηκα μ’ ένα πόδι λιγότερο/και μια τρύπα στο στήθος («Στον ουρανό των οχτώ»). Σ’ αυτό συμβάλλουν οι πόλεμοι, η πανδημία και οι φυσικές καταστροφές.

Βραχνάς είναι και η ασταμάτητη ροή του χρόνου με τη φθορά του σώματος και την οξείδωση των συναισθημάτων. Και πάλι επέρχεται αλλοτρίωση. Το σώμα βιώνεται ως ξένο: το ξένο σώμα ολοένα έβρισκε καινούριες προφάσεις/να μην αφήνει να πλησιάζουν τα σπλάχνα μας/να σε βλέπω στον καθρέφτη και να μη σ’ αναγνωρίζω («Το ξένο σώμα»). Ευτυχία και νεότητα είναι μόνο αναμνήσεις, ενώ η πραγματικότητα καθημερινή διάψευση: Όταν κοιτώ τη μπαλαρίνα που ήμουνα/βλέπω μι’ ανάπηρη γριά που προσπαθεί/να ισορροπήσει πάνω στα κουτσά της πόδια («Εκεί που λείπεις»).

Τι παρηγοριά μας απομένει; Φαίνεται πως ευτυχώς υπάρχει ο έρωτας: φιλιά βαθιά, μέλι στα σεντόνια/κι έρχεται ο ουρανός κοντά/με ψέματα («Παιχνίδι για δύο»). Η δύναμη του ερωτικού πάθους μπορεί να γίνει τρομαχτική: γυναίκα θα σε πω/θα εννοώ όμως ύαινα/που οσμίστηκε τη λεία της και πλησιάζει («Τι θα έλεγε αυτός ο άντρας»). Ή: Κάποιο σημάδι στο στήθος από πόλεμο παλιό/κάποιας σφαγής επιθυμίας κουφάρι («Μια βόλτα στον κήπο με τα ζώα»). Ωστόσο, δεν επιτυγχάνει πάντα τα καλύτερα αποτελέσματα: Εν τω μεταξύ εγώ μπορώ να αφοσιωθώ/στη διατριβή μου για την αποτυχία των σχέσεων («Η αποτυχία των σχέσεων»).

Επιπλέον, ευτυχώς διασώζεται η ποίηση. Οι λέξεις προσπαθούν να υφάνουν τη σιωπή και τη ματαιότητα σε λόγο. Αν και οι ρίζες τους ποτίζονται με δάκρυα (όπως διαβάζουμε στην προμετωπίδα της συλλογής), αγωνίζονται να φτάσουν στη λυτρωτική κορυφή. Μαζί τους κι εμείς. Στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής, τα ποιήματα, την τελευταία θαρρείς στιγμή, μας σώζουν: μόνο απ’ τα ποιήματα ξέρω ν’ αρπάζομαι/σαν να ’ναι το σωσίβιο του πνιγμένου/μόνο στα ποιήματα δε φυλάγομαι/φανερώνω τον εαυτό  μου με θάρρος ψεύτικο/στην ευσπλαχνία της γλώσσας/προσεύχομαι για δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και η ποιήτρια, δίνει φωνή στον Διονύσιο Σολωμό, για να δοξάσει τη γλώσσα: Η γλώσσα μου η ελευθερία μου/ο αέρας μου, ο ουρανός μου/η ανάσα μου, το αίμα μου, τα σωθικά μου/η ελευθερία η γλώσσα μου («Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου;»).

Η ποιητική γραφή είναι ιδιαίτερα παραστατική με πλούσιες εικόνες, κερδίζοντας σταθερά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η γλώσσα είναι απαλλαγμένη από την εκζήτηση αλλά και από την επιτηδευμένη στεγνή λιτότητα. Συναντούμε δύο πολύ ενδιαφέροντα ομοιοκατάληκτα ποιήματα με Καρυωτακικό ύφος και αναφορές στον Καρυωτάκη: Και πιο πολύ γιατί να προτιμάω/τα αιμορραγούντα ρόδα της αβύσσου/κι όχι τις ύαινες και τα τσακάλια/(καθώς αγιάζουνε) του Παραδείσου; («Απορίες»). Εκτός από την αναφορά στον Διονύσιο Σολωμό, θα βρούμε αναφορές στον Ανδρέα Εμπειρίκο και στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Με αυτήν τη γραφή επιτυγχάνεται η λεπτεπίλεπτη ανάδυση του συναισθήματος από τους στίχους, η λάμψη της λύπης, η διακριτική μαρμαρυγή της έκπληξης. Σε ορισμένα ποιήματα η αισθητική αλλά και ανθρώπινη συγκίνηση κορυφώνεται με την εύστοχη αξιοποίηση ευρηματικών «φινάλε».

Τελικά, τα βάραθρα της καθημερινότητας δεν καταφέρνουν να μας απορροφήσουν. Η ποιήτρια στηρίζεται στον έρωτα, γαντζώνεται από τις λέξεις, αχρηστεύοντας τις νάρκες και τα πολυβολεία και μαζί της λυτρώνονται οι αναγνώστες. Έτσι, κατά παράφραση του Dylan Tomas, ο θάνατος δεν έχει εδώ δικαιοδοσία («Η μεταμόρφωση»). Πράγματι, στο τελευταίο ποίημα της συλλογής («Και για το τέλος έχω φυλαγμένα τα χάδια») μας προσφέρει τη σωτήρια χειρονομία της τρυφερότητας: θα λάμψουν των τυφλών ματιών οι σκοτεινοί βυθοί/και θα ’ναι το φιλί αλμυρό/τα τσακισμένα χάδια μας η τελευταία μας πατρίδα.

 

 

Νίκος Παπάνας

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.