You are currently viewing Ντύλαν Τόμας. Σκοτεινά παραμύθια. Μτφρ. Έφη Φρυδά. Εκδόσεις Ροές-Πρίντα

Ντύλαν Τόμας. Σκοτεινά παραμύθια. Μτφρ. Έφη Φρυδά. Εκδόσεις Ροές-Πρίντα

 

Το φλεγόμενο βρέφος

Όταν άρπαξε φωτιά ο βάτος στους πρόποδες του λόφου, είπαν ότι ο Ρυς έκαιγε το μωρό του. Ο βάτος, εορταστικά φλεγόμενος, πήρε γι’ αυτούς τα λυπημένα, λευκά χαρακτηριστικά και τα αδύναμα άκρα του φλεγόμενου βρέφους του εφημέριου. Ό,τι δεν παρέσυρε ο άνεμος από τις στάχτες του μωρού ο Ρυς Ρυς το απόθεσε και το σφράγισε σε ένα πέτρινο πιθάρι. Μαζί με τις δικές του στάχτες και οι στάχτες του βρέφους, και πλάι η στάχτη της θυγατέρας του σε μια κάσα από ξύλο λευκό.

Άκουσαν το ουρλιαχτό του γιου του στον άνεμο. Τον είδαν να ανηφορίζει το λόφο κρατώντας ένα ψόφιο ζώο ψηλά στο φως των αστεριών. Τον είδαν στην κοιλάδα της σκιάς καθώς βάδιζε, με την κίνηση εκείνου που θερίζει στάρι, πέρα από το φρύδι των αγρών. Στο σανατόριο έβηξε κι άδειασε τα πνευμόνια του σε μια λεκάνη, σαλεύοντας με απόλαυση τα δάκτυλά του μες στο αίμα. Αυτός που διέσχιζε την κοιλάδα με τ’ αόρατο δρεπάνι ήταν ένας ίσκιος, ένα σμάρι ίσκιων που έριχνε ένας ήλιος πένθιμος.

Ο βάτος έγινε παρανάλωμα, και το πρόσωπο του βρέφους έπεσε μαζί με τα καπνoγόνα φύλλα.

……

child Dylan Thomas eating a Grape, Laugharne, Wales

Ο γιος του, ψάχνοντας στους αγρούς για το λοφάκι του τυφλοπόντικα, τα σημάδια της κόκκινης αλεπούς, σφυρίζοντας στα πουλιά και χαϊδεύοντας τα μοσχαράκια που έστεκαν άφοβα στο πλευρό της μάνας τους, βρήκε έναν ψόφιο λαγό σωριασμένο σε ένα βράχο. Το κεφάλι του λαγού ήταν κόσκινο από τα βόλια, τα σκυλιά τον είχαν ξεκοιλιάσει, η νυφίτσα είχε αφήσει τα σημάδια των δοντιών της στο λαιμό του. Τον σήκωσε απαλά, γαργαλώντας τον πίσω από τ’ αυτιά. Αίμα από το κεφάλι στάλαξε στο χέρι του. Τα σπλάχνα ξεχείλιζαν από την πληγή της κοιλιάς και κουλουριάζονταν πάνω στην πέτρα. Ο γιος βάστηξε το μικρό κορμάκι σφιχτά πάνω στο σακάκι του κι έτρεξε σπίτι μέσα από τα χωράφια, ενώ ο λαγός χόρευε μέσα από το γιλέκο του. Την ώρα που έφθανε στην πύλη του πρεσβυτέριου οι πιστοί άρχισαν να βγαίνουν αργά από την εκκλησία. Έδιναν το χέρι κι ανασήκωναν το καπέλο χαμογελώντας στο φτωχό παιδί με τα μακριά πράσινα μαλλιά, τα γαϊδουρινά αυτιά, και το θάνατο κουμπωμένο κάτω από το σακάκι του. Ήταν πάντα το φτωχό αγόρι γι’ αυτούς.

……..

child Dylan Thomas, Laugharne, Wales

 

Ήταν ένα ωραίο κυριακάτικο πρωινό στις αρχές της άνοιξης, καταπώς είπαν, όταν εκείνη του γέννησε ένα αρσενικό παιδί. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι του πατέρα της ούρλιαζε εκλιπαρώντας για αναισθητικό καθώς το κεφάλι την ξέσκιζε βγαίνοντας. Μέσα στο ρούχο του αίματος κοιμήθηκε ως το λυκόφως, και δυο αστέρια ξεπήδησαν από τ’ αυτιά της ματωμένα. Με ψαλίδι και πανιά ο Ρυς Ρυς τη φρόντισε και, βλέποντας το μαραγκιασμένο πρόσωπο και τα χέρια σαν του τυφλοπόντικα, πήρε απαλά το μωρό από εκείνη· και τα στήθια της θυγατέρας ξεφώνισαν κι έτρεξαν και τρύπωσαν στο στόμα του ίσκιου που την έζωνε. Ο ίσκιος μούτρωσε ζητώντας το γάλα και τις φασκιές του. Το μωρό έφτυσε στην αγκαλιά του, ο θόρυβος του αέρα που λυσσομανούσε ήταν τυφλός στ’ αυτιά του, το κουφό φως πέθανε στα μάτια του.

Ο Ρυς Ρυς, κρατώντας το πεθαμένο παιδί σφιχτά στην αγκαλιά του, βγήκε έξω στη νύχτα, ενώ άκουγε τη μάνα να βογκά στον ύπνο της και τον θανατερό ίσκιο, μπουχτισμένο από γάλα, να κυλά γύρω από το σπίτι. Έστρεψε το πρόσωπο προς τη μεριά των λόφων. Μια σκιά τον πλησίασε και, σιωπηλό στον ίσκιο ενός πυκνόφυλλου δέντρου, το αλλαξοπαίδι περίμενε. Έκανε μια εικόνα για το φεγγάρι κι η σάρκα του φεγγαριού έπεσε, αποκαλύπτοντας ένα αστερόφθαλμο κρανίο. Έπειτα, μ’ ένα χαμόγελο, έτρεξε πίσω στις πρασιές και στο σπίτι των λυγμών. Στα μισά της σκάλας άκουσε την αδελφή του να πεθαίνει. Ο Ρυς Ρυς εξακολουθούσε να σκαρφαλώνει.

Στην κορυφή του λόφου άφησε κάτω το μωρό και το στερέωσε πάνω σ’ ένα ρείκι. Ο θάνατος στύλωσε τα σκοτεινά άνθη. Το βρέφος έμεινε άκαμπτο στο ρίγος του φεγγαριού. Φτωχή σάρκα, είπε ο Ρυς Ρυς τραβώντας το μαραμένο ρείκι και τον ασπάλαθο. Φτωχέ άγγελε, είπε στο ακούον στόμα του μωρού. Ο καρπός της σάρκας πέφτει μαζί με το σκουλήκι από το δέντρο. Με τη σύλληψη του σκουληκιού ο φλοιός μαραίνεται. Ενθάδε κείται το φτωχό άστρο της σάρκας που έπεσε, σαν σταγόνα μητρικό γάλα που σταλάζει από τις θηλές σκουληκιασμένου δέντρου.

Καταμεσής στον κύκλο, εκεί όπου οι πέτρες ωρύονται ακόμα τις σχόλες, ο Ρυς Ρυς στοίβαξε τα ξεριζωμένα ρείκια. Στην κορυφή της μαβιάς θημωνιάς στοίβαξε το ξερό χορτάρι. Μια θημωνιά θανάτου, τα ρείκια ψήλωσαν και, φθάνοντάς τον, πρόβαλλαν απειλητικά πάνω από τ’ ανεμόδαρτα μαλλιά του.

Πίσω από ένα βράχο μετακινήθηκε ο συνοδεύων ίσκιος, κι ο ίσκιος του αγοριού σφραγίστηκε κάτω από τo πυρωμένο πλευρό ενός δέντρου. Ο ίσκιος σημάδεψε τ’ αγόρι και το αγόρι σημάδεψε τα οστά του γυμνού βρέφους κάτω από τα παγωμένα σπάργανα, σημάδεψε τον τρόπο που τα χορτάρια έγδερναν το φαλακρό κρανίο, και τον τόπο όπου ο πατέρας του διάλεξε ένα μονοπάτι μες στη δηλητηριώδη βλάστηση του σιωπηλού κύκλου. Είδε τον Ρυς Ρυς να σηκώνει το βρέφος και να το αφήνει στην κορυφή του βάτου, είδε το κεφάλι ενός αναμμένου σπίρτου, κι άκουσε το θάμνο να τσιτσιρίζει, να σπάει σαν μπράτσα βρέφους.

Η θημωνιά αναφλέγη, φλόγες τινάχτηκαν ψηλά. Μπροστά στο κόκκινο μάτι της έρπουσας φωτιάς ο Ρυς Ρυς άπλωσε τα χέρια και κάλεσε τον ίσκιο από τις πέτρες. Περιτριγυρισμένος από ίσκιους προσευχήθηκε ενώπιον της φλεγόμενης βάτου και οι σπίθες του θάμνου προσπέρασαν το χαμόγελό του με τον άνεμο. Κάψου παιδί, σάρκα φτωχή, σάρκα μιαρή, σάρκα, σάρκα, άρρωστη θλιμμένη σάρκα, σάρκα μήτρας βδελυρής, κάψου, γίνε πάλι στάχτη, προσευχήθηκε.

Και το βρέφος άρπαξε φωτιά. Οι φλόγες κύκλωσαν το στόμα του κι έγλειψαν τα συρρικνούμενα ούλα του. Η φλόγα γύρω από το κόκκινο κορδόνι της αγκάλιασε την κοιλίτσα του, ώσπου η γυμνή σάρκα έπεσε πάνω στα ρείκια.

Μια φλόγα άγγιξε τη γλώσσα του. Ιιιιιιχ, στρίγγλισε το φλεγόμενο βρέφος, και ο υπέρλαμπρος λόφος αποκρίθηκε.

 

 

young Dylan Thomas 

 

 

Από το επίμετρο

Τα διηγήματα της ανά χείρας συλλογής ανήκουν στην πρώτη συγγραφική περίοδο του Ντύλαν Τόμας, τη σκοτεινή, και δημοσιεύθηκαν αρχικά στη σχολική εφημερίδα Swansea Grammar School Magazine, στην οποία ο έφηβος Ντύλαν ήταν αρχισυντάκτης. Τα περισσότερα μεταφράζονται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας, η δε επιλογή τους έγινε με γνώμονα τη θεματική και υφολογική τους ενότητα. Παραμύθια, θρύλοι του βορρά και ιδίως της Ουαλίας, μύθοι και λαϊκές δοξασίες που περνούν από στόμα σε στόμα – αυτός είναι ο βασικός σκελετός της παρούσας ανθολογίας. Πρόκειται για διηγήματα-ποιήματα, για ποιητική πρόζα, όπου μπορεί ήδη να διακρίνει κανείς όλα τα χαρακτηριστικά του ώριμου ποιητικού λόγου του Ντύλαν Τόμας.

Η γραφή του Ντύλαν Τόμας διαφέρει από εκείνη των συγχρόνων του, από του Ώντεν, του Σπέντερ, του ΜακΝις, του Νταίυ-Λιούις. Ο Τόμας δεν είναι φορμαλιστής, είναι ιμαζιστής. Αγγελιαφόρος ενός σκοτεινού διονυσιακού κόσμου γεμάτου ασυνείδητες δονήσεις και μεταστοιχειώσεις, πλησιάζει περισσότερο τους νεο-ρομαντικούς του ’40, μπαίνοντας στην εμπροσθοφυλακή της μεταφυσικής ποίησης και, όπως οι δάσκαλοί του Τζων Ντον, Ουίλλιαμ Μπλαίηκ και Τόμας Χάρντυ, νιώθει βαθιά τη διττότητα της ζωής, το θάνατο μέσα στη ζωή, την αέναη σύνδεση αυτών των δύο. Ακολουθώντας την παράδοση του Μπλαίηκ, ο Τόμας δημιουργεί προσωπικά σύμβολα προκειμένου να εκφράσει μια μυστικιστική πραγματικότητα. Νιώθει τη δύναμη της σεξουαλικής ενέργειας στο σύμπαν. Ωστόσο παραμένει μια κατηγορία από μόνος του ως το τέλος.

 

Dylan Thomas writing shed in his Boat House in Laugharne

«Φτιάχνω μια εικόνα – αν και “φτιάχνω” δεν είναι η κατάλληλη λέξη. Αφήνω, μάλλον, μια εικόνα να “δημιουργηθεί” συναισθηματικά μέσα μου κι έπειτα επιθέτω πάνω της τις όποιες διανοητικές και κριτικές δυνάμεις διαθέτω – την αφήνω να γεννήσει μιαν άλλη, αφήνω την εικόνα αυτή να έρθει σε αντίθεση με την πρώτη, αφήνω την τρίτη εικόνα να γεννήσει, από τις άλλες δυο μαζί, μια τέταρτη αντιθετική εικόνα, κι ύστερα επιτρέπω σε όλες αυτές, εντός των επιβεβλημένων σχηματικών περιορισμών μου, να συγκρουσθούν», μας λέει ο ίδιος ο ποιητής.

Η Βίβλος, η μυθολογία της Παλαιάς Διαθήκης και η Αποκάλυψη του Ιωάννη είναι στοιχεία που του παρέχουν τον σκελετό και τα συστήματα συμβόλων που χρειάζεται. Ο ίδιος λέει: «Η ιστορίες από τη Βίβλο που χρησιμοποιώ στο έργο μου είναι ενθυμήσεις της παιδικής μου ηλικίας, κοινή περιουσία όλων». Για εκείνον όμως είναι μια Βίβλος ασεβής. Κι αυτό γιατί ο νεαρός Τόμας, με τη βαθιά αντικομφορμιστική ουαλική ψυχή του, δυσπιστεί ενώπιον των χριστιανικών θρησκευτικών τελετών, καθότι αυτές περιορίζουν τη θρησκευτική εμπειρία, την κατευθύνουν σε ένα σχήμα συγκεκριμένο, δεν ενθαρρύνουν μια ανεμπόδιστη λατρευτική ροή. Οι εικόνες του, τα νοήματά του είναι μεγαλειώδη, αλλά όχι θρησκευτικά με τη στενή χριστιανική έννοια. Ωστόσο, όπως γράφει ο Γέητς, «μόνον κάποιος που πιστεύει βαθιά αποτολμά τη βλασφημία».

Dylan Thomas Boat House in Laugharne, Wales

 

Μία ακόμη επίδραση είναι η παράδοση των βάρδων. Ακόμα και η αφοσίωση με την οποία ο Τόμας ασκεί την τέχνη του από αυτούς βαστά. Η εκπαίδευση των μαθητευόμενων περιελάμβανε μακριές λίστες συνωνύμων και επιθέτων, με σκοπό να ακούν τους ήχους όλων αυτών των λέξεων μαζί και, με τον τρόπο αυτό, να εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους. Χρησιμοποιούσαν επίσης λέξεις αρχαϊκές και εκπαιδεύονταν στα λογοπαίγνια.

Έτσι και ο Τόμας χρησιμοποιεί λέξεις με ασυνήθιστο νόημα, κλισέ τα οποία αντιστρέφει, λέξεις που βασίζονται σε κρυμμένες μεταφορές, κοινές, συνηθισμένες λέξεις με ασυνήθιστο νόημα, γραμματικές «μετατοπίσεις», παράξενη σύνταξη. Μεταφορές, σύμβολα, γλώσσα πυκνή, συμπυκνωμένη, συχνά με στοιχεία ασάφειας, ηθελημένες ασυνταξίες, παρηχήσεις, συνηχήσεις, ομοιοφωνίες, έντονη εικονοποιία. «Ερωτεύτηκα τις λέξεις» ομολογεί καταθέτοντας την αγάπη του για τη λέξη, για την κάθε λέξη που χρησιμοποιεί. «Αυτό που θέλω να κάνω είναι αυτό που ο κάθε τεχνίτης κάνει με το ξύλο, την πέτρα, με οποιοδήποτε υλικό, καθώς σμιλεύει, σκαλίζει, πελεκάει, λαξεύει, καλουπώνει, γυαλίζει, πλανίζει, ματσακονίζει δημιουργώντας σχήματα, ακολουθίες, γλυπτά, φούγκες από ήχους που εκφράζουν κάποια λυρική παρόρμηση, κάποιον πνευματικό δισταγμό ή πεποίθηση, κάποια αχνά συνειδητοποιημένη αλήθεια που εγώ οφείλω να αγγίξω και να συνειδητοποιήσω

Και ο στόχος που θέτει για τον εαυτό του τον ίδιο στα νεανικά έργα του είναι να μοιάζουν με «αυγά γεννημένα από τίγρεις»να αποπνέουν μια υπέροχη πρωτοτυπία, κάτι νέο και πολύτιμο και απίστευτα σπάνιο!

H βία που εκφράζει ο Τόμας στα διηγήματα αυτά είναι, μαζί με την «πειραγμένη» γλώσσα, μια τεχνική, ένα ακόμη γλωσσικό εργαλείο που χρησιμοποιεί για να εκτονώσει την αγωνία του απέναντι στη συμπαντική πραγματικότητα, στον αναπόφευκτο κύκλο γέννησης, συνουσίας, θανάτου. Η ένταση, η τραχύτητα της ποιητικής γλώσσας, η συχνά ασεβής συνοχή λόγου και εικόνας, αλλά και οι εσκεμμένες ανακολουθίες, ασυνταξίες και ασάφειες, δημιουργούν μια ομορφιά, μια αναστάτωση που πονάει, ένα διαρκές ενδιαφέρον, έναν προσωπικό χωροχρόνο τόσο του ποιητή όσο και δικό μας. Τεχνάσματα μέσω των οποίων ο Τόμας μοιάζει να παροτρύνει τον αναγνώστη να εξεγερθεί ενάντια στον αναπόφευκτο κύκλο της ζωής, να δραπετεύσει από την υπαρξιακή αγωνία. Και, με τις εικόνες που μεταφέρουν οι μαγικές λέξεις του, να τρυπώσει σε μια πραγματικότητα αινιγματική, μια πραγματικότητα βάθους που αντιτίθεται σε όλους τους κανόνες.

 

Πρόκειται για το εσχατολογικό όραμα του ποιητή: Οι αφηγήσεις του αποτελούν μια ομολογία πάθους για το αλλόκοτο, το ανοίκειο, είναι ο «πληγωμένος ψίθυρος» που τρυπώνει βαθιά στη σκέψη μας με τη δεξιοτεχνικά «αδιαφανή» του γλώσσα. «Χρησιμοποιώ τα πάντα, ό,τι μπορώ για να λειτουργήσουν τα ποιήματά μου, για να κινηθούν στην κατεύθυνση που θέλω να κινηθούν: παλιά κόλπα, καινούργια κόλπα, σύνθετες λέξεις (portmanteau words), αντιφάσεις, παραδοξολογίες, παρονομασίες, λογοπαίγνια, λεκτικές καταχρήσεις, παραφθορές, αργκό, παρηχήσεις, παρηχητικούς στίχους, φωνηεντικούς φθόγγους. Οποιοδήποτε εργαλείο υπάρχει στη γλώσσα είναι εκεί για να το χρησιμοποιούμε· έτσι έχουν τα πράγματα!» δηλώνει ο ίδιος.

Στις ιστορίες αυτές συναντάμε τον καταχωνιασμένο φόβο, τα ανομολόγητα πάθη, την αλλόκοτη, τερατώδη πλευρά των παραμυθιών. Του καθενός από εμάς τελικά. Ένα είναι σίγουρο: οι αφηγήσεις αυτές τινάζουν από πάνω μας κάθε κόκκο σκόνης που έχει αφήσει ο μικροαστικός βίος, τα τόσα και τόσα αναμενόμενου περιεχομένου και μορφής μυθιστορήματα, μέσα από τη διαρκή πρόκληση, την ένταση μιας ζωής που δεν είναι σε κοινή θέα, που παραμένει κρυμμένη, γιατί ο τρόπος της δεν είναι αποδεκτός. Ο νεαρός Ντύλαν είναι ένας provocateur που, διατηρώντας όλη τη σκοτεινιά, το πένθος της εφηβείας, σκηνοθετεί δεξιοτεχνικά ένα σύμπαν που δονείται από εικόνες μυστικές· που είχαμε σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή τους, τώρα όμως μας κυκλώνουν ξανά, μας στοιχειώνουν απαιτώντας τη θέση τους στα διαβάσματά μας. Ο ποιητής κάνει ένα τολμηρό μακροβούτι στο βαθύ πηγάδι του ασυνείδητου και από εκεί ανασύρει αγιογραφίες οδύνης, μοναξιάς και εγκατάλειψης. Και όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα σύμπαν, σε μια φύση θαλερή, κάποιες φορές φιλόξενη, πάντως αδιάκοπα μυστηριακή. Ο ήλιος, το φεγγάρι, η θάλασσα, το δέντρο, η φωτιά ως σύμβολο αναγέννησης – είναι σύμβολα παγανιστικά. Η φύση διηθείται ανιμιστικά με τα προσωπικά οράματα του ποιητή που στήνει ένα αλλόκοτα σαγηνευτικό σκηνικό. Οι λόφοι του Τζάρβις ορθώνονται αινιγματικοί, συμπυκνώνοντας το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης, την ένωση ανθρώπου και φύσης, τη συμπαντική, προσωπική του αλήθεια. Την ανάγκη του να ενωθεί με την κοινότητα των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων: «Ο άνθρωπος ας είναι η μεταφορά μου», λέει ο ίδιος. Κι έτσι βρισκόμαστε σε έναν κόσμο που κατοικείται από μάγισσες, ζητιάνους, φυγάδες και ιερείς μιας θρησκείας σκοτεινής. Παγανιστική είναι επίσης η απουσία συμβόλων ενοχής και αμαρτίας για τα ανθρώπινα δεινά και τις αποτυχίες. Στην αφήγησή του τα θρησκευτικά σύμβολα μετουσιώνονται στη φυσική τάξη.

 

Ωστόσο, ένα είναι σίγουρο· η ανάλυση των δομικών υλικών του Ντύλαν Τόμας δεν χρησιμεύει ιδιαίτερα εκεί όπου φαντασία του απογειώνεται. Δεν είναι τα εργαλεία του ιδιοφυούς ποιητή που τελικά έχει ανάγκη ο μεταφραστής για να προσεγγίσει και να μεταφέρει το έργο του. Το βασικότερο όλων είναι να αφεθεί στον μαγικό κόσμο της γλώσσας και της παραδοξότητας, να συντονισθεί με τα υπερβατικά έως και βέβηλα νοήματα του Τόμας. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το ισχυρότερο όπλο όλων, πέρα από αυτά που οφείλει φυσικά να διαθέτει κάθε καλός και ευσυνείδητος μεταφραστής. Ανάγκη είναι, όχι απλώς να κατανοήσει, αλλά να θέλει να μοιραστεί μαζί του την απεγνωσμένη λύσσα για τη ζωή, για τις χαρές και για τη σκοτεινιά της, για τους ίσκιους που μέσα τους πυκνώνουν οι δικοί μας άνθρωποι που έχουν πια χαθεί, μαζί με ένα κομμάτι του δικού μας εαυτού, χαμένο κι αυτό πια· να μη φοβηθεί να νιώσει το πάθος του για το άπιαστο, την περιφρόνηση για τις συμβατικότητες που η καθημερινότητα επιβάλλει. Και αυτό είναι το εργαλείο που εγώ τουλάχιστον χρησιμοποίησα.

Αυτός ήταν και ο τρόπος που προσέγγισα τούτα τα νεανικά διηγήματα του Ντύλαν Τόμας, τα οποία, πατώντας σε παραδόσεις, θρύλους και μύθους πανανθρώπινους, αφηγούνται σκληρές, προκλητικές ιστορίες για το φονιά, για τον τρελό, για τον απόκληρο. Για το ανοίκειο.

 

Μερικά λόγια για το διήγημα Το φλεγόμενο βρέφος που αποσπάσματά του παραθέτω. Φλεγόμενο αλλά όχι καιόμενο. Από τον τίτλο ακόμα έχουμε μια απευθείας αναφορά στη Βίβλο· όπου το πυρ είναι κάθαρση, θερμότητα, όπου η βάτος φλέγεται αλλά δεν αφανίζεται.

Οι σκοτεινές εικόνες, οι άγριοι συμβολισμοί, η παράξενη γλώσσα και σύνταξη θα έλεγε κανείς ότι λειτουργούν με μια υπνωτιστική δύναμη, σαν ξόρκι.

 

 

Πρόκειται για έναν ύμνο στην ασκήμια, στο ανοίκειο. «Η φτωχή γη ριγεί κάτω από τον ήλιο, της είπε. Μόνο οι άγαρμποι και οι άσκημοι, μόνο οι άγονοι προσφέρουν καρπούς». Βέβηλος ο ποιητής «πειράζει» τη Βίβλο, δημιουργεί μιαν άλλη, μια Βίβλο μυστική και, σαν έφηβος, αντιστρέφει προκλητικά, με σαφείς υπαινιγμούς σεξουαλικότητας, τα σύμβολα. Η διττότητα της φύσης παρούσα και στο διήγημα αυτό, η συνύπαρξη ζωής και θανάτου. Όπου το βρέφος στη φλεγόμενη βάτο δεν καίγεται, αλλά μετασχηματίζεται σε μανδραγόρα -ρίζα που συνδέεται με μύθους και δεισιδαιμονίες, και έχει μυστηριώδεις, υπερφυσικές ιδιότητες.

Έφη Φρυδά

Η Έφη Φρυδά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, σε ένα ωραίο (ακόμα) κομμάτι του ιστορικού κέντρου. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Οικονομικά. Ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση σε όλη σχεδόν την ενήλικη ζωή της. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, συγγραφείς όπως Ντύλαν Τόμας, Ντ. Χ. Λώρενς, Τ. Χάρντυ, Ε.Μ. Φόστερ, Ι. Ουόρτον, Κ. Μπλίξεν, Τζ. Μπόλντουιν, ΝτεΛίλλο, Τζ. Κ. Όουτς, Μπουκόφσκι, Ρούσντι, Γκόλντινγκ, Ντ. Τζόνσον, Χ. Σέλμπι, Σ. Μπέλοου, Π. Χάισμιθ, Όσιαν Ουόνγκ. Ήταν υποψήφια για το Βραβείο καλύτερης μετάφρασης του Ευρωπαϊκού Κέντρου Λογοτεχνίας και επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και για το βραβείο καλύτερης λογοτεχνικής μετάφρασης του Athens Prize Festival. Έχει επίσης μεταφράσει δοκίμια ψυχανάλυσης και ψυχολογίας, έχει συνεργαστεί με το Μουσείο Μπενάκη και έχει συγγράψει και επιμεληθεί κείμενα καταλόγων για εκθέσεις. Αγαπά με πάθος τις εικαστικές τέχνες και ασχολείται με την έρευνα και συγγραφή σχετικών άρθρων. Συνεργάστηκε με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, ασχολήθηκε με το Θέατρο στην Εκπαίδευση και εργάστηκε ως μεταφράστρια για κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γράφει ποίηση.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.