You are currently viewing ΟΜΗΡΟΥ Ιλιάς Χ 131-166, 188-213, 326-374. Μετάφραση Γεωργία Παπαδάκη

ΟΜΗΡΟΥ Ιλιάς Χ 131-166, 188-213, 326-374. Μετάφραση Γεωργία Παπαδάκη

 

Η θανάτωση του ΄Εκτορα από τον Αχιλλέα1                                                   

                                                       

Σχ. 2

Χ 131-166  Ο Αχιλλέας καταδιώκει τον ΄Εκτορα

 

΄Ετσι σκεφτόταν περιμένοντάς τον, κι αυτός τον έφτασε, ο Αχιλλέας,

ίδιος ο Ενυάλιος,3 ναι, ο πολεμιστής ο κρανοσείστης,

κουνώντας γύρω από τον ώμο του τον δεξιό το φοβερό φράξινο δόρυ

από το Πήλιο∙4 κι ολόγυρά του έλαμπε ο χαλκός,5 ωσάν τη λάμψη

ή φωτιάς που είναι αναμμένη ή ήλιου που προβάλλει.

Μόλις τον είδε ο ΄Εκτορας, τρόμος τονε κατέλαβε∙ και τότε πια,

δεν άντεξε να μένει εκεί, μα πίσω του τις πύλες άφησε

και έντρομος τράπηκε σε φυγή.

Και του Πηλέα ο γιος χύμηξε στο κατόπι του με πίστη στα γοργά του πόδια.

Όπως γεράκι στα βουνά, απ’ τα πετούμενα το πιο ταχύ,

έτοιμο πάντοτε ορμά ξοπίσω από αγριοπερίστερο δειλό,

κι αυτό τού φεύγει φοβισμένο από τα πλάγια, μα εκείνο από κοντά

κρώζοντας δυνατά άλλοτε από δω και άλλοτ’ από κει του εφορμά

και η επιθυμία του το σπρώχνει να τ’ αρπάξει,

έτσι κι αυτός πετούσε κατά πάνω του μ’ ορμή,

ενώ ο ΄Εκτορας κάτω απ’ των Τρώων εκεί το τείχος,

έφευγε τρομαγμένος και γρήγορα τα γόνατα κινούσε.

Τούτοι, λοιπόν, πλάι στη σκοπιά6 και στην ανεμόδαρτη την αγριοσυκιά

συνέχεια κάτω απ’ το τείχος τρέχανε, εκεί στον αμαξόδρομο,

και φτάσανε στα δύο κεφαλάρια τα καλοτρεχούμενα, όπου οι δυο πηγές

τού Σκάμανδρου με τα στροβιλιζόμενα νερά αναβλύζουν∙

νερό τρέχει η μία χλιαρό, κι από αυτήν ολόγυρα

βγαίνουν ατμοί, λες και φωτιά ανάβει∙

η άλλη μες στο θέρος κυλάει το νερό της,

παρόμοιο με χαλάζι ή κρύο χιόνι ή κρούσταλλο.

Εκεί, κοντά σ’ ετούτες τις πηγές, γούρνες υπήρχανε πλατιές,

ωραίες, πέτρινες, όπου των Τρώων οι γυναίκες κι οι όμορφες οι θυγατέρες

έπλεναν τα λαμπρά ενδύματα τον προηγούμενο καιρό,

στα χρόνια της ειρήνης, πριν έρθουνε των Αχαιών τα τέκνα.

Απ’ το σημείο αυτό, λοιπόν, περάσαν τρέχοντας,

ο ένας φεύγοντας κι ο άλλος από πίσω κυνηγώντας

⸺ μπροστά ένας γενναίος έφευγε, κι ένας τον καταδίωκε

πιότερο αντρειωμένος ⸺ [κι έτρεχαν] γρήγορα και με ορμή∙ κι αυτό,

γιατί δεν πάλευαν μήτε σφαχτό μηδέ τομάρι βοδινό να αποκτήσουν,

που είναι έπαθλα σ’ αγώνα δρόμου των ανδρών,

μα τρέχανε για τη ζωή τού ΄Εκτορα, του ιπποδαμαστή.

Και όπως όταν τα μονώνυχα άλογα που έπαθλα κερδίζουν

τριγύρω από το τέρμα καλπάζουν πολύ γρήγορα,

και το σπουδαίο έπαθλο εκεί ’ναι τοποθετημένο,

ή τρίποδας ή μια γυναίκα, σαν έχει κάποιος άνδρας φύγει απ’ τη ζωή,7

έτσι οι δυο τους τρεις φορές του Πρίαμου την πόλη γυροφέρανε

με τα γοργά τα πόδια τους. Και όλοι οι θεοί τούς έβλεπαν.

 

Σχ. 8

Χ 188-213  Ο ΄Εκτορας εγκαταλείπεται από τους θεούς 

 

Τον ΄Εκτορα λοιπόν σε ταραγμένη τρέποντας φυγή

δίχως σταματημό, τον καταδίωκε ο γρήγορος ο Αχιλλέας.

Και όπως όταν στα βουνά σκύλος ξοπίσω παίρνει ελαφόπουλο

μες σε φαράγγια και μες σε λαγκαδιές αφού απ’ τη φωλιά του το σηκώσει,

κι αν του ξεφύγει έχοντας κάτω από χαμόδεντρο αυτό τρυπώσει,

όμως εκείνος τρέχει αδιάκοπα τα ίχνη του γυρεύοντας ωσότου να το βρει,

έτσι κι ο ΄Εκτορας δεν ξέφευγε από τον γοργοπόδη τού Πηλέα γιο.

Κι όσες φορές αυτός ορμούσε για νά ’ρθει γρήγορα αντίκρυ

στις Δαρδάνιες9 τις πύλες, κάτω απ’ τους πύργους τούς καλόκτιστους,

μήπως και οι δικοί του από πάνω τον βοηθούσαν με τα βέλη, τόσες φορές

εκείνος πρόφταινε και πέρναγε μπροστά και προς τον κάμπο τον γυρνούσε,

κι ο ίδιος πάντα έτρεχε προς τη μεριά της πόλης.

Και όπως μέσα στ’ όνειρο δεν γίνεται κανείς να φτάσει αυτόν που φεύγει

⸺μήτε μπορεί ο ένας από τον άλλον να ξεφύγει μηδέ ο άλλος να τον πιάσει⸺

έτσι αυτόν, [τον ΄Εκτορα], [ο Αχιλλέας] δεν μπορούσε τρέχοντας

να τον φτάσει ούτε κι εκείνος να ξεφύγει.

Βέβαια, πώς ο ΄Εκτορας θα ξέφευγε τη μοίρα του θανάτου,

εάν για τελευταία, για στερνή φορά δεν πήγαινε κοντά του ο Απόλλων,

που του ’δωσε ψυχή και γόνατα γοργά;

Από την άλλη, ο θείος Αχιλλέας νεύμα αποτρεπτικό με το κεφάλι

στους στρατιώτες έκανε και δεν τους άφηνε βέλη πικρά

στον ΄Εκτορα να ρίχνουν, μήπως τον χτύπαγε κανείς

και έπαιρνε τη δόξα, κι αυτός ερχόταν δεύτερος.

Μα σαν για τέταρτη φορά φτάσαν στα κεφαλάρια,

τότε λοιπόν τη ζυγαριά του τη χρυσή τέντωσε ο πατέρας [Δίας]

κι έβαλε πάνω της δυο μοίρες του επώδυνου θανάτου,

τη μια τού Αχιλλέα, την άλλη, δε, του ιπποδαμαστή τού ΄Εκτορα,

και την εσήκωσε από τη μέση πιάνοντάς την∙

έγειρε τότε η πεπρωμένη τού ΄Εκτορα ημέρα και για τον ΄Αδη τράβηξε.

Κι εκείνον πια, ο Φοίβος ο Απόλλωνας τον εγκατέλειψε.

 

Η κατάρρευση του ΄Εκτορα. Αριστερά, στη μεριά τού Αχιλλέα, η Αθηνά και δεξιά, στη μεριά τού ΄Εκτορα, ο Απόλλων. (Ερυθρόμορφη υδρία, γύρω στο 490 π. Χ.)

 

Σχ. 10

Χ 326-374  Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον ΄Εκτορα 

 

Εκεί, λοιπόν, επάνω του ορμώντας, τον κτύπησε ο θείος Αχιλλέας

με το δόρυ του, και τον ακμαίο τράχηλό του τον διαπέρασε η αιχμή

κι από το άλλο μέρος βγήκε. Όμως το φράξινο το δόρυ,

βαρύ απ’ τον χαλκό,11 δεν έκοψε  τον λάρυγγα, τον χρόνο δίνοντας

που θα μπορούσε κάποια λόγια απαντώντας να του πει∙

κι έπεσε μες στη σκόνη. Κι ο θείος Αχιλλέας κομπάζοντας του είπε:

«΄Εκτορα, θαρρώ πως, σίγουρα, σκοτώνοντας τον Πάτροκλο, θα είπες

ότι θα ’σαι πλέον σώος κι αβλαβής, κι εμένανε δε με φοβόσουνα

καθόλου, μιας κι ήμουν μακριά. Ανέμυαλε!

Πίσω μακριά, στα βαθουλά τα πλοία, δικός του υπερασπιστής

πολύ καλύτερός σου, είχ’ απομείνει εγώ, εγώ που σου παρέλυσα

τα γόνατα. Κι εσένα τώρα, σκυλιά και όρνια θα σε σέρνουνε

ατιμωτικά, όμως εκείνον με τιμές οι Αχαιοί θα τον κηδέψουν».

Τότε με λιγοστές δυνάμεις, του ’πε ο κρανοσείστης ΄Εκτορας:

«Σε εξορκίζω στη δική σου τη ζωή και των γονιών σου

και πιάνοντας τα γόνατά σου, κοντά στα πλοία μη μ’ αφήσεις

να με κατασπαράξουν τα σκυλιά των Αχαιών, αλλά εσύ,

από τη μια, δέξου χαλκό και μάλαμα αρκετό ως δώρα

που θα σου δώσουνε ο κύρης μου κι η σεβαστή μου η μητέρα,

κι από την άλλη, παράδωσε πίσω στο σπίτι μου το σώμα μου,

για να με ρίξουν στην πυρά νεκρό οι Τρώες και των Τρώων οι γυναίκες».

Και αγριοκοιτάζοντας ο γοργοπόδης Αχιλλέας του ’πε:

«Σκύλε, μη με θερμοπαρακαλάς τα γόνατά μου πιάνοντας

μηδέ στ’ όνομα των γονιών μου∙ μακάρι εμένανε τον ίδιο

η μάνητα και η οργή να μ’ έσπρωχνε να σου ’κοβα και να ’τρωγα

τις σάρκες σου ωμές, γι’ αυτά που μου ’χεις κάνει.

Και είναι τόσο σίγουρο ότι κανένας δεν υπάρχει

που θα μπορέσει απ’ το κεφάλι σου να διώξει τα σκυλιά,

μήτε κι αν δεκαπλάσια κι εικοσαπλάσια λύτρα εδώ μπροστά μου

φέρουν και ζυγίσουν κι υποσχεθούνε κι άλλα∙ μηδέ κι αν έδινε διαταγή

ο Δαρδανίδης Πρίαμος εσένανε τον ίδιο να σε ισοζυγίσουν με χρυσό

για να σε σώσουν, μήτε και τότε η σεβαστή μητέρα σου

στη νεκρική την κλίνη βάζοντάς σε θα σε θρηνήσει γοερά,

εσένα που αυτή σε γέννησε, αλλά σκυλιά και όρνια

θα σε κατασπαράξουνε ολόκληρο».

Σ’ αυτόν πεθαίνοντας είπε ο κρανοσείστης ΄Εκτορας:

«Πραγματικά, κοιτάζοντάς σε, καλά καταλαβαίνω το τι είσαι

και συνεπώς ούτε επρόκειτο να καταφέρω να σε πείσω∙

γιατί, το δίχως άλλο, μέσα στα στήθια σου έχεις καρδιά από σίδερο.

Πρόσεχε όμως τώρα, μη γίνω αφορμή να οργιστούν μαζί σου οι θεοί

τη μέρα εκείνη, όταν ο Πάρις και ο Φοίβος ο Απόλλων θα σ’ αφανίσουνε

μπρος στις Σκαιές τις πύλες, κι ας είσαι αντρειωμένος».12

Σαν είπε αυτά, το τέλος το θανατηφόρο τον εκάλυψε,

και η ψυχή του από τα μέλη πέταξε μακριά και για τον ΄Αδη κίνησε,

θρηνώντας για τη μοίρα της που σφρίγος άφησε και νιότη.

Μα και νεκρό ακόμα του έλεγε ο θείος Αχιλλέας:

«Πέθανε συ∙ κι εγώ τη μοίρα τού θανάτου τότε θα τη δεχτώ,

όταν θα θέλει ο Δίας κι οι άλλοι οι θεοί να εκπληρωθεί».

Είπε και τράβηξε απ’ τον νεκρό το δόρυ με τη χάλκινη αιχμή

και τ’ άφησε κάπου μακριά κι από τους ώμους σκύλευε

τα ματωμένα όπλα. Τρέξανε τότε γύρω οι άλλοι γιοι των Αχαιών,

που το παράστημα και την υπέροχη μορφή τού ΄Εκτορα θαυμάσαν∙

και μάλιστα, ούτ’ ένας τονε πλησίασε χωρίς να τον πληγώσει.

Και έτσι ο καθείς στον πλαϊνό του έλεγε κοιτώντας τον:

«Πωπώ, αλήθεια, τώρα πια πολύ πιο ήμερος είναι ο ΄Εκτορας

στο άγγιγμα απ’ όταν με τρανή φωτιά μάς έκαψε τα πλοία (!)».

 

Θανάτωση του ΄Εκτορα. Rafael Tegeo

 

Σε προσεχή άρθρα, με τη μετάφραση επιλεγμένων αποσπασμάτων       

θα παρακολουθήσουμε  τη συνέχεια της επικής διήγησης

μέχρι τη συγκλονιστική συνάντηση του Αχιλλέα με τον Πρίαμο,

που συνιστά την κορύφωση του μεγάλου έργου της ποιητικής

ομηρικής τέχνης.

 

 

1)Μέσα από τα αποσπάσματα που παραθέτουμε εδώ ο αναγνώστης ζ ε ι ⸺ γιατί με τη μεγάλη ποίηση του Ομήρου δεν είσαι ποτέ θεατής στα επικά δρώμενα, αλλά τα ζ ε ι ς, ταυτίζεσαι με τους πάσχοντες ήρωες ⸺ τις κορυφαίες συνταρακτικές στιγμές που συνδέουν τα δύο αντίμαχα ηρωικά σύμβολα του Τρωικού πολέμου, τον Αχιλλέα και τον ΄Εκτορα.

2)Στο κείμενό μας με αποσπάσματα από τη ραψωδία Φ (9/9/2023) παρακολουθήσαμε τον Αχιλλέα να έχει μπει στη μάχη μετά τον θάνατο του αγαπημένου του συντρόφου, του Πατρόκλου, και να εξοντώνει ακόρεστα Τρώες  στον ποταμό Σκάμανδρο, που διαμαρτύρεται αγανακτισμένος στον ήρωα για την ανελέητη σφαγή. Ο Σκάμανδρος στη συνέχεια, όπως αφηγηθήκαμε, με τη βοήθεια του αδελφού του, του Σιμόεντα, πλημμυρίζει, και ο Αχιλλέας που κινδυνεύει να πνιγεί σώζεται με την επέμβαση της ΄Ηρας και του Ηφαίστου. Τη ραψωδία κλείνει η σύγκρουση των θεών μεταξύ τους, καθώς είναι χωρισμένοι σε  προστάτες των Αχαιών και προστάτες των Τρώων.

Περνάμε στη ραψωδία Χ, για την αρχή της οποίας κάναμε λόγο σε ένα άλλο  άρθρο μας, αυτό με θέμα τα επίθετα λαθικηδής-λαθάνεμος. Aναφερθήκαμε στους κυνηγημένους από τον Αχιλλέα Τρώες που καταφεύγουν μέσα στα τείχη∙ στον ΄Εκτορα, που μόνος αυτός έχει απομείνει έξω για να περιμένει τον Αχιλλέα∙ στη μάταιη ικεσία των γονέων του να λυπηθεί τη ζωή του και να μπει και αυτός μέσα στο κάστρο, και παραθέσαμε τα σπαρακτικά λόγια της μητέρας του. Στους επόμενους στίχους αναλύεται η απελπιστική θέση στην οποία έχει περιέλθει ο΄Εκτορας. Σκέφτεται το λάθος του να μην ακούσει τη συμβουλή που του δόθηκε να αμυνθεί ο στρατός μέσα από τα τείχη και τη συνέπεια, αν μπει στο κάστρο, να κατηγορηθεί για το μακελειό των Τρώων και για δειλία. Περνάει από τον νου του και η σκέψη μήπως να πρότεινε να αποδώσουν την Ελένη και να μοιράσουν Τρώες και Αχαιοί τα πλούτη που υπάρχουν μέσα στην Τροία∙ ωστόσο  αποφασίζει να μείνει και να αντιμετωπίσει μόνος τον φοβερό αντίπαλο.

Και ο ποιητής συνεχίζει με το παρατιθέμενο απόσπασμα που ακολουθεί.

 

3)Ἐνυάλιος= ο φονικός. Το όνομα αυτό, ως ουσιαστικό, το χρησιμοποιεί ο ΄Ομηρος αντί για το ΄Αρης.

4)Φράξος ή μελιά ή μέλεγος είναι η κοινή ονομασία της μελίας, ενός πολύ σκληρού δέντρου που φύεται σε ορεινούς τόπους και από αυτό οι αρχαίοι κατασκεύαζαν δόρατα. Το δόρυ τού Αχιλλέα ήταν του πατέρα του, του Πηλέα, στον οποίο το είχε δωρήσει ο Κένταυρος Χείρων. Το επίθετο κρανοσείστης και η λεπτομέρεια του ταλαντευόμενου δόρατος γύρω από τον ώμο τού ήρωα αποδίδουν την ακάθεκτη ορμή με την οποία ο Αχιλλέας κινείται προς τον ΄Εκτορα.

5)΄Ελαμπε ο χαλκός όλης της πανοπλίας του.

6)Η σκοπιά αυτή βρισκόταν στο ύψωμα της αγριοσυκιάς. Βλ. κείμενό μας της 26ης Μαρτίου 2023 με το μεταφρασμένο απόσπασμα από την Ιλιάδα Ζ (στ. 407-502), όπου περιγράφεται η συνάντηση ΄Εκτορα και Ανδρομάχης.

7)Ο λόγος για τους επικήδειους αγώνες που γίνονταν για να τιμήσουν τον νεκρό.

8)Ο Δίας βλέπει τον ΄Εκτορα και τον λυπάται. Ωστόσο αναθέτει στους άλλους θεούς να αποφασίσουν αν θα τον σώσουν ή θα αφήσουν να τον σκοτώσει ο Αχιλλέας. Η Αθηνά ενοχλείται από τη συμπόνια του πατέρα της και υπέρτατου θεού, και τότε αυτός της δίνει την άδεια να πράξει όπως εκείνη αποφασίσει. Αμέσως η θεά κατεβαίνει από τον ΄Ολυμπο. Στο σημείο αυτό ο ποιητής επιστρέφει στη δραματική καταδίωξη κάτω από τα τείχη της Τροίας, με τους στίχους που παραθέτουμε.

9)Η ονομασία οφείλεται στον Δάρδανο, τον γιο τού Δία, που σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση ζούσε στη Σαμοθράκη. Από εκεί πέρασε στην απέναντι ακτή της Μ. Ασίας, όπου ίδρυσε την πόλη Δάρδανο και έγινε ο γενάρχης των Τρώων, καθώς ο Τρως, ο ιδρυτής και βασιλιάς της Τροίας στην οποία έδωσε το όνομά του ήταν εγγονός του.

10)Η Αθηνά, που έχει κατεβεί από τον ΄Ολυμπο, παραπλανά τον ΄Εκτορα παίρνοντας τη μορφή τού αδελφού του, του Δηίφοβου, που βγαίνει από το κάστρο, έρχεται δίπλα του και τον παρακινεί να συγκρουστεί με τον Αχιλλέα.

Και η μονομαχία αρχίζει. Προκαλώντας με λόγια ο ένας τον άλλον, πρώτος ρίχνει το δόρυ του ο Αχιλλέας που αστοχεί, αλλά του το φέρνει πίσω κρυφά η θεά, ενώ όταν ο ΄Εκτορας, μετά και από τη δική του αστοχία, χρειάζεται δεύτερο δόρυ και βλέπει ότι ο Δηίφοβος έχει εξαφανιστεί, συνειδητοποιεί την απάτη και έχοντας την επίγνωση ότι οι θεοί τον εγκατέλειψαν, βαδίζει προς τον βέβαιο θάνατο. ΄Ετσι ορμούν ο ένας εναντίον του άλλου, και κάποια στιγμή ο Αχιλλέας κτυπάει τον ΄Εκτορα στο λαιμό, «σ’ εκείνο το σημείο που της ζωής ο αφανισμός  έχει πιο γρήγορο ερχομό». Και το αφηγηματικό τραγούδι του τεράστιου ποιητή, του Ομήρου, συνεχίζει στους στίχους 326-374 που ακολουθούν, με την παράφορη, τρομακτική μάνητα του Αχιλλέα να φωτίζει τον σπαρακτικό πόνο του από τον θάνατο του αγαπημένου του Πατρόκλου, μάνητα που χαράζεται βαθιά μέσα μας.

 

11)Το δόρυ αποτελούνταν από το φράξινο κοντάρι, μια ισχυρή αιχμή χάλκινη και ένα επίσης χάλκινο πέλμα στο άλλο άκρο του κονταριού, για να μπορεί να καρφώνεται το δόρυ στη γη.

12)Εδώ ο ΄Εκτορας προλέγει τον θάνατο του Αχιλλέα.

 

 

 

Γεωργία Παπαδάκη

H Γεωργία Παπαδάκη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου υπηρέτησε για δέκα χρόνια ως Βοηθός στον Τομέα Αρχαιολογίας και, παράλληλα, έλαβε μέρος σε διάφορες ανασκαφές. Τα τελευταία χρόνια μελετάει αρχαίους συγγραφείς και μεταφράζει αγαπημένα της κείμενα της ελληνικής γραμματείας. Από το Α΄Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας έχει παρουσιάσει παλαιότερα μια σειρά σχετικών εκπομπών με τον τίτλο « Είτε βραδιάζει είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί». ΄Εχουν εκδοθεί εξι βιβλία της: "Aνθολογία αρχαίας ελληνικής ερωτικής ποίησης", "Ο δικός μας Αριστοφάνης",  "Μούσας άγγιγμα", " Αισχύλος. Ο ποιητής του μεγαλοπρεπούς και του τιτανικού", "Σοφοκλής. Η «μέλισσα» του αρχαίου ποιητικού λόγου", "Η γυναίκα και ο γυναικείος λόγος στο έργο του Ευριπίδη".

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.