You are currently viewing Παυλίνα Παμπούδη: Η Ποίηση ως πρώτη γλώσσα ή ως γλώσσα Νοημάτων

Παυλίνα Παμπούδη: Η Ποίηση ως πρώτη γλώσσα ή ως γλώσσα Νοημάτων

Δυσκολεύομαι να γράφω για τις λέξεις με λέξεις: Όλα τότε φαίνονται λιγότερα, μικρότερα, περιπλοκότερα, λανθασμένα και χιλιομεταχειρισμένα. (Κάτι τέτοιο είχε πει ο Dylan Thomas και κάτι τέτοιο πρέπει να βασανίζει όλους τους περιστασιακά θεωρητικούς.)

Οι λέξεις είναι, για μένα τουλάχιστον, ελκυστικές μόνο για παιχνίδι – με τον Ηρακλείτειο ορισμό του «παιγνίου», την πρωτογενή δημιουργία: Χρησιμοποιώντας τις λέξεις σαν πολύχρωμο παιδικό Lego ήχων, ρυθμών και αντιστίξεων για να «οικοδομήσω» ποίηση, ψυχαγωγούμαι- με την ετυμολογική έννοια της ψυχαγωγίας- νομίζοντας πως αναγκάζω την συμπαντική ψυχή (που αδιαφορεί για τη μορφή της), «διατυπούμενη» να «υπάρξει» για να μεθέξω.

Όμως, τι είναι η Ποίηση;

*Η ποίηση είναι ανάγκη, θεμελιώδης προϋπόθεση, αναγνωρισμένη ή μη, για την ύπαρξη του ανθρώπου. (Roberto Juarroz).

*Η ποίηση είναι το απόσταγμα της θανατηφόρας δόσης ζωής που αναλογεί στον καθένα μας. (Π.Π.)

*Η ποίηση πέρα απ’ όλους τους ποιητικούς ή φιλοσοφικούς ορισμούς της, είναι μια βιοποριστική τέχνη. (Και πάλι χρησιμοποιώ την λέξη βιοπορισμός κυριολεκτικά.)

Είναι η τέχνη του να συλλαμβάνεις ζώντες, ασπαίροντες υπαινιγμούς για την ερμηνεία του κόσμου, πέρα από την προσληπτική ικανότητα της  συνείδησής σου. Υπονοώ περισσότερα απ’ όσα μπορώ/να φανταστώ: γράφω. Αμέσως, να τους μεταφράζεις με σεβασμό και ιερό τρόμο και μετά,  να τους διατυπώνεις, στον προσωπικό σου κώδικα πάντα, αλλά έτσι που να μπορέσουν πιθανόν και οι δέκα ή εκατό αναγνώστες ενός δεύτερου επιπέδου του γεννώμενου ποιήματος να τους προσλάβουν στους δέκα ή εκατό διαφορετικούς, δικούς τους προσωπικούς κώδικες.

Λέω να προσλάβουν κι όχι να καταλάβουν: Η ποίηση πρέπει να μεταδίδει, σε πρώτο ή σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, άμεσα και ζωντανά κάτι που καμιά τέχνη (εκτός από τη μουσική και τον έρωτα) δεν μπορεί να μεταδώσει, μια εξωαισθητική αντίληψη των ορατών και των αοράτων.

 

ουρανόθεν δ’ άρ’ υπερράγη άσπετος αιθήρ (Όμηρος)

ή:

αξέ μοι / φρένας, ως άνεμος κατ’ όρος δρύσιν εμπέτων (Σαπφώ)

ή:

όρνιθες τίνες οίδ’ ωκεάνω γας τ’ απύ περράτων/

ήλθον πανέλοπες ποικιλόδερροι τανυσίπτεροι; (Αλκαίος)

 

Η γλώσσα αυτή, για παράδειγμα, θα μπορούσε να μας είναι «άγνωστη».  Αλλά, δεν είναι απαραίτητο να καταλαβαίνουμε οπωσδήποτε, άμεσα τις λέξεις! Η αίσθηση  τους, η βαθύτερη ουσία τους, μας προσεγγίζει από αρχαίους, αθέατους δρόμους. Κι αυτό συμβαίνει γενικά με την γλώσσα της Ποίησης, που ούτως ή άλλως είναι μια γλώσσα Νοημάτων, μια πρώτη γλώσσα, μια γλώσσα μέσα στην γλώσσα. Η μουσική της μας υποβάλλει συγκίνηση, εικόνες, κάτι σα νοσταλγία για κάποια πρώτη πατρίδα της ψυχής – ανείπωτα,  ακαθόριστα συναισθήματα, ακόμα κι αν δεν ξέρουμε τι ακριβώς θέλουν να πουν οι στίχοι. Ας μη ξεχνάμε όμως πως η γλώσσα αυτή είναι η δική μας: μια που ακούστηκε έτσι άπαξ στον χρόνο, πέρασε για πάντα στο κύτταρο της φυλής. Ναι, η Ποίηση κρατάει πάντα τον εθνικό/ φυλετικό της χαρακτήρα – σε αντίθεση με τις άλλες τέχνες που μπορούν και να έχουν παγκοσμιότητα σε μια συγκεκριμένη εποχή. Αυτή είναι η μοναδικότητα της και η μοναξιά της. Ουσιαστικά, δεν μεταφράζεται, αφού δύσκολα μπορούμε να σκεφτούμε και ακόμα δυσκολότερα να αισθανθούμε σε άλλη γλώσσα εκτός από τη μητρική μας. (Γι αυτό και το άμεσο καθήκον ενός ποιητή είναι μόνο προς την γλώσσα του, όπως λέει ο T.S.Eliot. Να την συντηρεί, να την αποκαλύπτει, να την πλουτίζει, να την ξανακαινουργιώνει αδιάκοπα.)

Ας διαλύσουμε ένα ποίημα στα εξ’ ων συνετέθη:

Κατ’ αρχήν, το ποίημα απαρτίζεται από λέξεις που η σειρά και η συναρμογή τους- η σύνταξη- είναι μη αναμενόμενη ή έστω ελαφρά διαφορετική από τον καθημερινό λόγο ή και από τον λόγο της πεζογραφίας. Αυτό και μόνο, αμέσως αμέσως δίνει την αίσθηση μιας άλλης οπτικής, ενός «κουνημένου» ή διπλοτραβηγμένου ενσταντανέ.

Οι λέξεις πάλι, απαρτίζονται από συλλαβές. Οι συλλαβές από φθόγγους. Οι φθόγγοι από γράμματα. Κι εδώ σταματά η «υλική» υπόσταση του ποιήματος: Τα γράμματα προέρχονται από αρχέτυπους ήχους. Οι ήχοι, από άφατα συναισθήματα. Τα συναισθήματα, από α-νόητα, ασύλληπτα στοιχεία, ανάλογα προς το στοιχειώδες σωματίδιο της πυρηνικής φυσικής (το ελάχιστο) που η ύπαρξή του προβλέπεται απλώς από την θεωρία και δεν έχει ακόμα πειραματικά επαληθευτεί.  Κάπου λοιπόν στον πυρήνα της λέξης, υπάρχει η ουσία, το τελικό άτμητο. Από αυτό εκπορεύεται  η μαγική δύναμη του λόγου. Θυμηθείτε, η Ποίηση ξεκίνησε με στίχους-  ξόρκια που εξυπηρετούσαν μαγικούς σκοπούς: Να απομακρύνουν το κακό ή να επιτύχουν το ποθούμενο. Μετά, πέρασε στο τυπικό των θρησκειών (ύμνοι) και μετά, ανέλαβε να διασώζει την ιστορία και την ταυτότητα της φυλής (ραψωδίες-έπη).

Η δύναμη αυτή υπάρχει πάντα. Η ουσία της λέξης, μέσω του εσωτερικού ρυθμού του ποιήματος (ή και των χρήσιμων παραφωνιών και  κυρίως της δίεσης), μπορεί να «περάσει» άμεσα, να συναντήσει, και να συνευρεθεί με το άτμητο της ψυχής.

Τέτοια είναι τα «εργαλεία» που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να δομήσει το υλικό του.

Αλλά, ποιό είναι το υλικό της Ποίησης;

Πιστεύω πως είναι τα δισεκατομμύρια γεγονότα που μας διαφεύγουν στην καθημερινή ζωή: ένα ανεξάντλητο υλικό που ο καθένας μας το έχει σε ισόβια κοιτάσματα. Κι ο ποιητής, το αξιοποιεί: Βιώνοντας την καθημερινότητα  με ακόμα μεγαλύτερη εκλεκτική αφηρημάδα, αφήνει (σχεδόν ερήμην του) τα κενά να κατοικούνται προς στιγμήν (τούτον το ακαριαίον) από αυτούς τους πτητικούς, αναερόβιους υπαινιγμούς, τους προερχόμενους από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και από το χωροχρονικό της συνεχές, που συναιρούν το μυστικό/προσωπικό με το δημόσιο/κοινό, το πραγματικό με το φανταστικό, το γνωστό με το άγνωστο και που, δυνάμει είναι το ακατέργαστο υλικό του ποιήματος.

Και τελικά, ποιός είναι ο σκοπός της Ποίησης; Σκοπός της είναι -το πιστεύω βαθύτατα – να διατηρεί την επαφή μας με το όλον, με τη συλλογική ψυχή, με το Ένα: Ας μη ξεχνάμε πως ο πρώτος που αναφέρεται ως Ποιητής είναι ο Θεός/Δημιουργός/Νους/Λόγος.

Πάνω σ’ αυτό, θα ήθελα να παραθέσω ένα απόσπασμα του Λεπτουργού μου, ενός ποιήματος που μου δόθηκε πριν προσπαθήσω να διατυπώσω θεωρητικές απόψεις για την λειτουργία του ποιητή και της Ποίησης.

Επειδή, όπως έγραψα και στην αρχή, μου είναι δύσκολο να μιλήσω με λέξεις για τις λέξεις, και φοβάμαι πως απεραντολογώ άθελά μου και περιπλέκομαι, θεωρώ πιο έντιμο (και πιο σαφές) να ολοκληρώσω μ’ ένα ποιητικό κείμενο. Γνωρίζω καλύτερα την γλώσσα των Νοημάτων.

 

Ο Λεπτουργός είναι ο δημιουργός – το ίδιο, είτε με κεφαλαίο Δ, είτε με μικρό.

 

Ο Λεπτουργός

 

Ο λεπτουργός, εξόριστος στον αμμώδη χρόνο μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, τυραννιέται απ’ τη διπλή του φύση.

Είναι ένα ον με τιμή ανθρώπου και χρέος θεού.

Με τροχιά σφαίρας και μνήμη θηράματος.

Σε δρόμο αγγέλου και κατοικία αράχνης.

Σε ενοχή βράχου και μετάνοια θάλασσας.

Για δόξα αυτοκράτορα κι απολαβές σκουληκιού.

Για ζωή άνεμο και θάνατο φωτιάς.

 

Ο λεπτουργός εκτίει την ζωή του. Έγκλειστος στο τρομώδες άσπρο, εκτός φάσματος.

Κυρίως τοίχοι γύρω. Υπερδιπλάσιοι απ’ τους ορίζοντες τον χώρο. Προβλέποντας άγνωστες διαστάσεις.

Μια προβολή τρέχει ταχύτατα στους τοίχους. Ακατανόητες εικόνες σ’ αδιάκοπη διαδοχή.

Άπειρα γεγονότα και παραλλαγές, συμπαντικά κι ασήμαντα.

Συμβαίνοντας όλα ταυτόχρονα, σημαίνοντας όλα, συγκλίνοντας.

 

Αριστερά, ένα τραπέζι. Πάνω του, εύφορα χαρτιά, όπου το μυρηκαστικό του κάποτε, βόσκει ανύποπτα το τίποτα.

Κάτω απ’ το τραπέζι, άλλο φάντασμα. Ο σκύλος-φύλακας του πουθενά, γρυλλίζει στο ποτέ.

Άγρυπνος, παρακολουθώντας με τα χίλια μάτια του, των πεθαμένων.

 

Μπροστά, μια ξύλινη καρέκλα. Σαν πρόσθετο μέλος την φοράει ο λεπτουργός, να στηριχτεί.

Καθώς ο νους του με στροβίλους θείου, μίλια, άρρυθμα, διατρέχει την ιλιγγιώδη έρημο από σκόνη ανθρώπου.

 

Στα δεξιά, πυκνώνοντας το άδειο, θύελλα σε στάση. Αθέατη η Τρίτη Μοίρα εργάζεται.

Το Έργο είναι ακόμα μονάχα στα σημεία στίξης ορατό. Κυρίως παύσεις και σκοτάδια. Τ’ αληθινό του μέγεθος, πέρα απ’ τη ζωή αυτή.

Σε λίγο, θα δοθεί στον λεπτουργό.

[…]

Και τότε, ταπεινά, την τέχνη του ασκεί ο λεπτουργός:

Με άκρα προσοχή, μέσα στο κάθε πράγμα εντοπίζει την αιτία του.

Μετρά τις παρεκκλίσεις, διορθώνει, προσπαθεί.

Τις σημασίες του όλες ξανά φορτίζει, το απροσδιόριστο εξισορροπώντας.

 

Συντονίζει πάλι τον λεπτότατο μηχανισμό προς το Αναίτιο. Τον ενεργοποιεί.

Προετοιμάζοντας με δέος, των παροδικών μορφών κι ιδιοτήτων την απόδοση, στο αρχικό τους υλικό.

Με τον οριστικό του χρόνο υπολογίζει τον αόριστο.

 

Ήρθε η ώρα. Όλα θα ξαναρχίσουν τώρα, κι ο λεπτουργός, σε βαθειά κι ευφρόσυνη αμφιβολία, θα συνεχίσει την κρυπτογράφηση των φαινομένων.

[…]

(ΚΕΔΡΟΣ, 1997)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.