You are currently viewing Παυλίνα Παμπούδη: Ο ΚΛΕΦΤΗΣ

Παυλίνα Παμπούδη: Ο ΚΛΕΦΤΗΣ

Ο ΚΛΕΦΤΗΣ

Το ψυγείο έκανε ξαφνικά έναν προσβλητικό ήχο στη σκοτεινή κουζίνα. Ταυτόχρονα το πλυντήριο, έχοντας τελειώσει το πρόγραμμά του άρχισε να ξερνά στην αποχέτευση. Ένα τελευταίο ρέψιμο των σωλήνων καλύφτηκε από το σήμα των ειδήσεων.

 

Ο κ. Αριστοτέλης καθόταν στο μισοσκότεινο σαλόνι, βυθισμένος στην μεγάλη γκρενά πολυθρόνα. Στα γόνατά του είχε μερικά κουτιά και πασπάτευε, χάιδευε  – «έβλεπε» με τα δάχτυλα- το περιεχόμενο τους. Τώρα χάιδευε ένα παράσημο. Θα ήταν αυτό από την μάχη στις Αστράκες Ιωαννίνων…

Τέτοια ώρα άνοιγε τα κουτιά με τα ενθύμια του, και τα άφηνε όλα  να ανασάνουν και να ξαναζήσουν για λίγο.

Ήπιε λίγο νερό προσέχοντας να μη γρατζουνίσει τα χείλη του και αναστέναξε. Έπρεπε να πετάξει πια κι αυτό το ποτήρι. Η μακαρίτισσα η γυναίκα του ήταν συνέχεια τόσο λυπημένη που τα περισσότερα γυαλικά τους είχαν ραγίσει.

Εδώ και αρκετά χρόνια ζούσε μόνος στην διώροφη μονοκατοικία. Μόνος, αλλά μέσα σ’ ένα φοβερό συνωστισμό: στο σπίτι μαζί του εξακολουθούσαν να υπάρχουν, εκτός από τα αντικείμενα, κι όλοι οι δικοί του που είχαν χαθεί, καθώς και  όλοι οι άλλοι, συμμαθητές, φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, ολόκληρος  ο λόχος  του…

Όλοι, έστω κι αν είχαν διασταυρωθεί ελάχιστα οι δρόμοι τους με τον δικό του. Ακόμα και κοπάδια ζώων, όχι μόνο αυτά που είχε γνωρίσει αλλά κι αυτά των οποίων είχε γευτεί κάποιο μέρος στα χιλιάδες γεύματα της ζωής του. Η βαριά μυρωδιά του σπιτιού επιβεβαίωνε την συνέχεια της ύπαρξής τους.

 

Όλα αυτά τα υποκείμενα και τα αντικείμενα συμβιώνανε αρμονικά και προστάτευαν το ένα το άλλο. Το κοινόβιό τους ήταν κάποιου είδους ατομική Εδέμ στη ζώνη του λυκόφωτος.

Όλοι, βέβαια, ζούμε κάπως έτσι, αλλά το παίρνουμε είδηση καμιά φορά μόνο και μόνο στιγμιαία.

Ο κ. Αριστοτέλης πάντως το ζούσε συνειδητά. Η κατάσταση είχε ενσωματωθεί τελείως στην καθημερινότητά του, όπως κι εκείνος είχε ενσωματωθεί στο άχρονο του σπιτιού και το φασματικό σκηνικό του.

Ο ίδιος βρισκόταν στο σταθερό (;) εκείνο σημείο στο οποίο δεν κάνεις πια πράγματα εσύ, μόνο σου συμβαίνουν. Τα χρόνια του, εδώ  και πολύ καιρό, δεν προχωρούσαν αλλά οπισθοχωρούσαν, όλο και πιο γρήγορα, επιστρέφοντας στο σημείο εκκίνησης του προσωπικού του χρόνου.

 

Ο Μπίλυ που περίμενε άδικα τον Αμίρ αρκετή ώρα στην σκάλα υπηρεσίας, απαυδισμένος παραβίασε με προσοχή τη σκουριασμένη κλειδαριά της πόρτας και γλίστρησε αθόρυβα στην κουζίνα. Θα προχωρούσε μόνος, η δουλειά ήταν εύκολη.

Οι πληροφορίες έλεγαν πως το σπίτι είχε πολύ πράμα. Και χρυσαφικά και λεφτά. Ο γεράκος που ζούσε μόνος του, δεν θα ήταν πρόβλημα.

 

Ο κ. Αριστοτέλης ανασκίρτησε. Ανάμεσα στο συνηθισμένο κομφούζιο των ήχων του σπιτιού το αυτί του είχε συλλάβει έναν ανοίκειο θόρυβο: πάτημα σόλας κρεπ πάνω σε πράσινο μωσαϊκό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κατάφερε να συναρμολογήσει ακαριαία τις σκέψεις του. Πάλι είχε μπει κλέφτης. Όχι βέβαια, δεν ήταν ο ίδιος ο περσινός, ήταν άλλος.

Στο δεύτερο πάτημα του κρεπ το δάπεδο εξέπεμψε έναν αδιόρατο, γλιτσερό, συριστικό ήχο δίνοντας στον κ. Αριστοτέλη πληροφορίες. Τον πληροφορούσε πως ο φετινός εισβολέας ήταν γύρω στα 80 κιλά κι είχε ύψος 1,74.

Σίγουρα κρατούσε μαχαίρι.Το σιδερένιο χερούλι της πόρτας τον είχε ήδη  προειδοποιήσει, διαβιβάζοντας στην ραχοκοκαλιά του ένα μεταλλικό  ανατρίχιασμα.

 

«Εσύ είσαι κυρία Μζία; Καλώς την!» είπε ήρεμα με την εύθραυστη φωνή του.

Ο Μπίλυ τα ’χασε. Περίμενε να τον βρει κοιμισμένο τέτοια ώρα. Μηχανικά, προχώρησε προς το σαλόνι. Διέκρινε την σιλουέτα του γέρου, ένα κουβαράκι πάνω στην πολυθρόνα, ακριβώς απέναντι απ’ την πόρτα.

«Κάτσε φρόνιμα και δεν θα πάθεις τίποτα!» σφύριξε άγρια, πλησιάζοντας. Η γκρενά πολυθρόνα έκανε ένα ανεπαίσθητο «χμμ».

 

Η σφαίρα τον βρήκε στο γόνατο, καθώς ο κ. Αριστοτέλης σημάδευε από τόσο χαμηλά.  Ο Μπίλυ έπεσε σφαδάζοντας.

Ο κ. Αριστοτέλης χαχάνισε σιγανά.Μετά, πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε το 100.

Δεν τον είχαν συλλάβει ούτε την προηγούμενη φορά.

 

Ηθικό δίδαγμα: Έχει και τα καλά του το να είσαι άνω των 80 ετών.

 

 

(Από το ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, Καλειδοσκόπιο, 2021)

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.