Ο σταυρός, μεγαλύτερος από το σώμα μου, δεν είναι απλώς αντικείμενο. Είναι βάρος που έχει ριζώσει στον λαιμό μου, σαν να έχει γίνει μέρος της αναπνοής μου. Με τραβάει προς τα κάτω σε κάθε κίνηση, σε κάθε βήμα, σε κάθε στιγμή που προσπαθώ να σταθώ όρθιος. Και δεν τον βγάζω.
Στο κομοδίνο η Αγία Γραφή και τα Ευαγγέλια. Παρόντα, ακίνητα, σαν να με παρατηρούν χωρίς να μιλούν.
Πίσω από τα μαύρα γυαλιά, τα μάτια μου έχουν χαθεί. Όχι απλώς κουρασμένα — βυθισμένα. Σαν να είχαν κοιτάξει για ώρα το μη-ορατό, αυτό που δεν επιτρέπεται να υπάρχει.
Τα κάγκελα είναι εκεί. Του παραθύρου και του κεφαλιού μου. Δεν υπάρχει διαφορά. Η ίδια παγίδα από δύο πλευρές. Ελευθερία δεν υπάρχει πουθενά, μόνο διαλείμματα σιωπής. Φωνές που δεν φεύγουν.
Αυτό το κελί δεν είναι χώρος. Είναι κατάσταση που με ακολουθεί από πάντα.
Κληρονομιά από τη μητέρα μου. Ένα γονίδιο χαραγμένο μέσα στο αίμα μου, στο νευρικό μου σύστημα, που δεν ησύχασε ποτέ.
Από παιδί έβλεπα. Όχι φαντασία. Εισβολές. Εικόνες που δεν ζητούσα, αλλά έρχονταν ολόκληρες. Άλλοτε καθαρές, άλλοτε σπασμένες, σαν να περνούσαν μέσα από ρωγμές του κόσμου.
Προσπαθούσα να σταθώ απέναντι στον Θεό. Να βρω μια τάξη μέσα σε αυτό που με διέλυε.
Και αντί για τάξη, ήρθαν μορφές.
Γίγαντες. Νάνοι. Σκιές που δεν έφευγαν όταν έκλεινα τα μάτια.
Και οι δαίμονες.
Όχι σαν σύμβολα. Σαν παρουσία. Βαριές, παραμορφωμένες μορφές που εμφανίζονται χωρίς να τις καλέσεις. Στέκονται στις γωνίες του χώρου, πίσω από το φως, μέσα στη σιωπή. Δεν χρειάζεται να κινούνται για να είναι εκεί. Η ίδια τους η παρουσία γεμίζει το δωμάτιο και το κεφάλι μου.
Χαράζω τη μέρα στον τοίχο μόνο όταν υπάρχει έστω μικρή παύση μέσα στο κεφάλι μου. Αλλά δεν κρατάει. Ο χρόνος σπάει. Οι μέρες μπερδεύονται μεταξύ τους σαν να μην έχουν ποτέ όρια. Οι ώρες δεν ξεχωρίζουν.
Το κεφάλι μου γίνεται πέλαγος χωρίς πυθμένα. Σκέψεις που δεν συνδέονται, εικόνες που δεν ολοκληρώνονται, λέξεις που χτυπούν η μία πάνω στην άλλη χωρίς να σχηματίζουν ειρμό.
Και μέσα σε αυτό, υπάρχει μόνο αυτός ο μονόλογος.
Όχι λύση. Όχι διέξοδος.
Μόνο μια προσπάθεια να μείνει κάτι σταθερό μέσα σε ό,τι δεν σταθεροποιείται ποτέ.
Ο τελευταίος φύλακας μιας ύπαρξης που διαλύεται και ξαναχτίζεται στο ίδιο σημείο, ξανά και ξανά. Η ιδιοπροσωπία μου.
Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου
