Έρμα Βασιλείου: ένα ποίημα
Δέντρα Δέντρα! Μαλλιά των εγκάτων της γης ρίζες ζωής με θέλγητρα, βότανα ίασης δέντρα από αγάπη και χρόνο χιλιάδες στρώματα ζωής, μεταφραστές φωνών των πτηνών οι πρωινές οι τελετές…
Δέντρα Δέντρα! Μαλλιά των εγκάτων της γης ρίζες ζωής με θέλγητρα, βότανα ίασης δέντρα από αγάπη και χρόνο χιλιάδες στρώματα ζωής, μεταφραστές φωνών των πτηνών οι πρωινές οι τελετές…
ΤΑΠΕΤΣΑΡΙΑ ΤΟΥ ’70 Στο παιδικό δωμάτιο ταπετσαρία του Εβδομήντα. Δωμάτιο βορινό, γεμάτο υγρασία. Να μένουνε στεγνά τα όνειρά μας. Να κρύβει τους κακοσοβαντισμένους τοίχους, μην αντικρίσουμε –μικρά παιδιά– τον Χρόνο…
[Ό,τι σώθηκε από ποίημα ξεχασμένο χρόνια] Συντρόφισσα Μούσα Σε συναντώ στα δεκάξι μου με συντροφεύεις πάντα μιλάς κάθε μέρα μέσα μου ψιθυρίζεις τους ρυθμούς και τις λέξεις ξέρω πως…
Η ΜΕΓΑΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ Μαζεύτηκε η μεγάλη οικογένεια. Εγώ στο τζάμι κολλημένος σαν χειμωνιάτικη μύγα. Έφτασαν όλοι από μακριά. Τόσος δρόμος μακρύς μες τη λάσπη. Κοιταχτήκανε---δεν είχαν τι να πουν. Οι…
ΤΟ ΠΑΡΙΣΙΝΟ ΜΑΝΤΙΛΙ Της ταίριαζε αυτό το ικετήριο δώρο, τεράστιο κι ολομέταξο. Τόσο ακατάλληλο να δέσει μια πληγή, ή να σφουγγίσει δάκρυα, ή ν’ αποχαιρετήσει. Όμως, χωρούσε μια…
ΑΡΙΘΜΟΙ Η ζωή ξεκινά με ακέραιους: δυο μάτια, μια θάλασσα δέκα χάντρες στον άβακα. Μόνη πράξη η πρόσθεση μόνη ύλη το όμοιο, και ο πλούτος ακόμα απλός. Μα λαχτάρα γεννιέται…
VI Στο επόμενο καρέ ήτανε πάλι άνοιξη Είχαν περάσει χρόνια, είχαν αλλάξει ο αιώνας, οι συντεταγμένες Η φύση μετατοπιζόταν μέσα μου Ίσως να μη βρισκόμουν πια στον ύπνο τον δικό…
ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΠΕΙΣΩ; Στο δρόμο μας για το χωριό, στην Εθνική, Σου δείχνω ένα γυάλινο, ψηλό κτίριο, Πώς τα τζάμια σχηματίζουνε περίτεχνα Σχέδια και γωνίες, πώς λαμποκοπάνε. Μου λες…
Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον. Εγώ έχω νικήσει τον κόσμο είπες˙ Σε πιστεύω αν και δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι εννοείς.…
Στη σκιά του Κάστρου ΙΙ Μεταμορφώνονται οι σκιές το βράδυ τις τραβάει το νερό στα σπλάχνα του εδώ κι αιώνες καταχτητές κι υπήκοοι Τα φώτα θάλπουν την Ιστορία ο…
ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ Κάποτε τ' άνοιγε συχνά να ξεφυλλίσει τα χαρτιά του. Σαν έκανε να τα διαβάσει τα μάτια θολώνανε. Ετσι τ' ανοίγει ολοένα και πιο αραιά. Δεν ωφελεί πια να…
Ποιος αλαλάει μεσάνυχτα στη Χώρα εμέ των Ζώντων σαρώνοντας του ήλιου μου το μέλι και το γάλα; Ποιος λέει πως τάχα σέβεται προσωπικά στοιχεία κι από ’ξαυτής μου να δεχτώ…