You are currently viewing Τασούλα Α. Γεωργιάδου: Η ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΗ ΤΟΛΜΗ  Α. Γκιόκα, Ζ. Κατσιαμπούρα, Τ. Καραγεωργίου,  Δ. Μπεχλικούδη, Χρ. Αλεξοπούλου, Αν. Δανιήλ. Εκδόσεις Νίκας, 2023

Τασούλα Α. Γεωργιάδου: Η ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΗ ΤΟΛΜΗ Α. Γκιόκα, Ζ. Κατσιαμπούρα, Τ. Καραγεωργίου, Δ. Μπεχλικούδη, Χρ. Αλεξοπούλου, Αν. Δανιήλ. Εκδόσεις Νίκας, 2023

Ενώ στις μέρες μας υποδεχόμαστε και καλωσορίζουμε από ελπιδοφόρες ποιήτριες πληθώρα ποιητικών συλλογών, έξι διακεκριμένες στα Γράμματα φιλόλογοι  επέλεξαν να ασχοληθούν και να αναδείξουν κάποιες παλιάς κοπής ομότεχνες,  που σπάνιζαν στην εποχή τους, την εποχή του Μεσοπολέμου, λησμονημένες (και μάλλον αδικημένες). Μας ξανασυστήνουν, λοιπόν έξι λυρικές ποιήτριες του προηγούμενου αιώνα. Πρόκειται για ανθολογία, προϊόν κοινής εργασίας.

Εύστοχος ο τίτλος, ανταποκρίνεται στο προφίλ των ποιητριών του Μεσοπολέμου, τρισεγγονών της Σαπφούς, της Ήριννας και της Κασσιανής που τόλμησαν να εκφραστούν,  να δημοσιεύσουν τα έργα τους και να προβάλουν το ανήσυχο πνεύμα τους. Χωρίς, όμως, να προβάλλονται ως επαναστάτριες, χωρίς να προκαλούν προκλητικό θόρυβο. Αντιπροσωπευτικό το γραφικό απεικόνισης στο εξώφυλλο του βιβλίου που τις παρουσιάζει ως σεμνά ενδεδυμένες νεανίδες της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα να διαβάζουν αντάμα, κι ας μην ήταν συνομήλικες, με χρώματα πατίνας παλαιότητας.

Ανθολογούνται με τη σειρά, από αυτήν που γεννήθηκε νωρίτερα (1878)  προς εκείνη που έφυγε τελευταία το 1977. Οι ποιήτριες που παρουσιάζονται έχουν αστική καταγωγή,  με εξαίρεση τη Μαυροειδή Παπαδάκη που προέρχεται από φτωχή αγροτική οικογένεια. Κινούνται σε οικογενειακά περιβάλλοντα που δίνουν αξία στα Γράμματα, με γονείς φιλομαθείς ή και λογίους. Αξιώνονται κλασικής μέσης παιδείας με γαλλικά, ζωγραφική και μουσική και κάποιες προχωρούν σε πανεπιστημιακές σπουδές, Φιλολογίας ή Νομικής.

Οι συγγραφείς-φιλόλογοι Μελετούν και Ανθολογούν! Αποκαλύπτουν συνθήκες έμπνευσης, τοποθετούν το έργο σε ιστορικό πλαίσιο. Γνωρίζοντας ο αναγνώστης και η αναγνώστρια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες  ζουν και εμπνέονται στο έργο τους οι ποιήτριες το προσεγγίζουν ευκολότερα, γίνεται ευληπτότερο και κατανοητότερο. Στις χημικές αντιδράσεις, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές διεξάγονται είναι καθοριστικές για την απόδοση, ποσοτική και ποιοτική, των προϊόντων. Αυτό ισχύει και στη Ποίηση, οι συνθήκες του βίου, οι ιστορικές συγκυρίες της εκάστοτε εποχής, τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον ποιητή κατευθύνουν τη γραφή του.

Οι έξι ποιήτριες ζουν ή συναναστρέφονται στενά, ως ζευγάρια, με αναγνωρισμένους ποιητές, όπως Λάμαρη με τον Μαρτζώκη, η Πολυδούρη με τον Καρυωτάκη, η Αιμιλία με τον Στέφανο Δάφνη, η Μυρτιώτισσα με τον  Λ. Μαβίλη, η Σ.Μαροειδή Παπαδάκη με τον  Κ. Παπαδάκης, άλλοτε στη σκιά τους, άλλοτε στο πλευρό τους, επηρεάζονται συχνά αλλά και παραλληλίζουν τη δημιουργία τους.

Γράφουν λυρικά ποιήματα, βασικά παραδοσιακά, με μέτρο, ρίμα και στροφές. Η Σ. Μαυροειδή-Παπαδάκη όπως και Κ. Δίπλα Μαλάμου έχουν να παρουσιάσουν και ποιήματα σε ελεύθερο στίχο. Τα λυρικά τους ποιήματα προσφέρονται για μελοποίηση. Νεότεροι συνθέτες ανακαλύπτουν τις λησμονημένες και αναδεικνύουν τους στίχους τους σε τραγούδια όπως, π.χ., το «Τρεις νέοι» της Δάφνη ο Γ. Σπανός, το «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες» της Πολυδούρη ο Δ. Παπαδημητρίου, το «Σ’αγαπω» της Μυρτιωτισσας ο  Μ. Χατζιδάκις κ.ά.

 

Η καθεμιά από τις έξι συγγραφείς  επιλέγει διαφορετικό τρόπο να μας παρουσιάσει την ποιήτρια που ανέλαβε, κάτι που κάνει συνολικά πιο ενδιαφέρουσα την προσέγγιση. Με πολλά βιογραφικά στοιχεία, για τον βίο και την πολιτεία καθεμιάς, αλλά και με ανάλυση των χαρακτηριστικών της ποίησής τους, εστιάζοντας στοχευμένα σε αντιπροσωπευτικά κομμάτια.

Η Ασπασία Γκιόκα αναλύει το έργο της βραχύβιας ποιήτριας και μουσικού Ελένης Σ. Λάμαρη, που έφυγε στα 34 τηςχρόνια, διακρίνοντας την παρουσίασή της σε ενότητες: έργο, θέμα, γλώσσα-μέτρο, κριτική και τόλμη. Μας γνωρίζει μια κόρη της μπελ επόκ μεσοαστή, ονειροπόλο άνθος του σπιτιού, φιλάσθενη, σχεδόν απομονωμένη κι απόκοσμη, που έχει πνευματικό ειδύλλιο με τον δάσκαλό της. Δεν προλαβαίνει την «άνθηση» των γυναικών στον μεσοπόλεμο,  άδοξη ποιήτρια κατά τον Καρυωτάκη. Με θεματολογία ρομαντική, κυρίως  γύρω από τη φύση, βρίσκει την Τέχνη ως καταφυγή σε μια άδικη κοινωνία που την αφήνει να πεθάνει περιφρονημένη σε πλήρη πενία. Ξεχωρίζει 20 ποιήματά της.

Η Ζωή Κατσιαμπούρα εμβαθύνει στο έργο της επίσης ολιγόχρονης Μαρίας Πολυδούρη του νεοσυμβολισμού και νεορομαντισμού. Η πλέον γνωστή από τις έξι στο πλατύ κοινό, κυρίως λόγω του άτυχου ανολοκλήρωτου έρωτα με τον πεσσιμιστή Καρυωτάκη: από τη σχέση τους και τον μοιραίο θάνατο του αυτόχειρα ποιητή εμπνέεται τα περισσότερα ποήματά της. Η Κατσιαμπούρα επιλέγει να ανιχνεύσει στοιχεία στην αλληλογραφία και το ημερολόγιο καθώς και  στις κριτικές για το έργο της, ώστε να προσεγγίσει την Πολυδούρη. Αναδεικνύει μια δυναμική φεμινίστρια που, ενώ γράφει μελαγχολικά ποιήματα, ζει μποέμικα με πάθος, με πόνο, με ζήλεια για το αντικείμενο του πόθου της, που ξενιτεύεται, που ασχολείται με το σινεμά, που την προσβάλλει ανίατη ασθένεια, που συγκινεί καταξιωμένους ομότεχνους.  Στα ποιήματα που ανθολογεί κυριαρχούν οι ελεγείες, παραθέτει 28, όσα και τα χρόνια της ζωής της ποιήτριας.

Η Τασούλα Καραγεωργίου εντρυφεί στην αρσακειάδα Αιμιλία Δάφνη, προμηθευόμενη για τη μελέτη της τις δυσεύρετες συλλογές της ποιήτριας από παλαιοβιβλιοπωλεία. Προσανατολίζει τον αναγνώστη με πολλά βιογραφικά στοιχεία που ερμηνεύουν τις επιρροές της Δάφνη στην τεχνική και τα θέματά της από γνωστούς λόγιους του οικογενειακού περιβάλλοντός της. Προβάλλει την πρωτοποριακή της χρήση τεχνοκρατικών όρων στο αστικό τοπίο, και τη μεταστροφή της, αργότερα, σε υπαρξιακές αναζητήσεις με αγωνία και απόγνωση. Ξεδιπλώνει το έργο της κατά ενότητες ξεχωρίζοντας και αναλύοντας διεξοδικά χαρακτηριστικούς στίχους από συλλογές, με τη σειρά: «Τα χρυσά κύπελλα», «Τα ποιήματα στη Νέα Εστία», «Η κριτική για το έργο της». Η Δάφνη φαίνεται να χαίρει μεγάλης αποδοχής και να έχει άνετη πρόσβαση σε δημοσιεύσεις. Προλογίζει ο ίδιος ο Παλαμάς μια συλλογή της, την επαινεί ο γενναιόδωρος Τέλλος Άγρας, ενώ  την αποχαιρετά όταν φεύγει πρόωρα ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος.  Ανθολογώντας την η Καραγεωργίου παραθέτει 16 ποιήματα από διάφορες συλλογές.

Η ενασχόληση της Δήμητρας Γ. Μπεχλικούδη αφορά την ποιήτρια και ηθοποιό αρχαίου δράματος Θεώνη Δρακοπούλου-Παππά με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Μυρτιώτισσα». Κωνσταντινουπολίτισα και κοσμοπολίτισα, από αρχοντική γενιά διπλωματών και διανοουμένων, με καλή κλασική μόρφωση, λάτρις του Παλαμά με τον οποίο συναναστράφηκε στενά, γράφει από νεαρή ηλικία. Τη ποίησή της σηματοδοτούν δυο αδόκητοι θάνατοι, του ηρωικού Λορέντζου Μαβίλη κατά τη μάχη του Δρίσκου στους Βαλκανικούς πολέμους, και αργότερα του μοναχογιού της Γιώργου Παππά, του διάσημου ηθοποιού της δεκαετίας του ’50. Πολυβραβευμένες οι αρκετές συλλογές της στη μακρόχρονη παρουσία της, μια κι αξιώθηκε 83 έτη ζωής. Λυρική, ρομαντική, βαθιά ερωτική και ιδίως τολμηρή γράφει με πάθος για τις σαρκικές απολαύσεις και την ηδονή, μην εξαιρώντας την απόλυτη ερωτική ελευθεριότητα. Η τεχνική της σταθερά παραδοσιακή, ενώ ήδη έχει εμφανιστεί, με τον μεσοπόλεμο, το κίνημα του Μοντερνισμού στην Τέχνη. Η Μπεχλικούδη ανθολογεί από το έργο της εκθέτοντάας στον αναγνώστη 23 ποιήματα.

Η Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου μας μυεί  στο πολυσχιδές έργο της πολυγραφότατης Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη. Στα 72 χρόνια της ζωής της η Παπαδάκη βιώνει ολόκληρη την εθνική περιπέτεια του εικοστού αιώνα μέχρι τη Μεταπολίτευση, με την καθοριστική περίοδο της δεκαετίας του ’40 να διχοτομεί το έργο της σε πριν και μετά την Κατοχή/Αντίσταση. Μια δυνατή αποφασισμένη γυναίκα, που με οικονομικές δυσκολίες ξεκινά σπουδές δασκάλας στη νησί της, εργάζεται, αυτοχρηματοδοτεί  τη συνέχιση των  σπουδών στη Φιλοσοφική και το Γαλλικό Ινστιτούτο στην πρωτεύουσα, για να σταδιοδρομήσει στη Χαροκόπειο και παράλληλα να υπηρετήσει αδιαλείπτως τα Γράμματα. Εντυπωσιακή η προσφορά της στη στοιχειώδη τηλε-εκπαίδευση των ελληνοπαίδων μέσω των ερτζιανών στη διάρκεια του πολέμου στην Αλβανία.  Είναι πολύ φυσικό η Αλεξοπούλου να σταθεί στη Δασκάλα, και τα ποιήματα που αυτή εμπνεύστηκε από την άσκηση του λειτουργήματός της, στην αντιστασιακή που έγραψε τον ύμνο του ΕΛΑΣ, στην  ειρηνίστρια, τη συνεπή αγωνίστρια που μάχεται με όπλο την Τέχνη της. Επιλέγει να αναδείξει την τεχνική και τη θεματολογία της αναλύοντας επιλεγμένα χαρακτηριστικά κομμάτια της ποίησής της.  Ολοκληρώνει ανθολογώντας 31 ποιήματα από τις συλλογές της Μαυροειδή-Παπαδάκη «Ώρες Αγάπης», «Της νιότης και της λευτεριάς», «Λουλούδι της τέφρας» και «Άρατε πύλας».

Τέλος, η Ανθούλα Δανιήλ  παρουσιάζει το έργο της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου πεζογράφου, ποιήτριας, μεταφράστριας και  εικαστικού. Ηπειρώτισσα κι επτανήσια από γενιά αγωνιστών της ελευθερίας γράφει και δημοσιεύει από δεκαπεντάχρονη. Μια κυρία ευειδής περιποιημένη πάντα,  φεμινίστρια, πολιτικοποιημένη, εθελόντρια στην προσφορά και αντιστασιακή στα χρόνια της Κατοχής. Πολυσχιδής στις ενασχολήσεις της, διοχετεύει τις ευαισθησίες τα πιστεύω της και τα ιδανικά της στο έργο της που εκδόθηκε από τους πιο έγκριτους εκδοτικούς οίκους. Η Δανιήλ επισημαίνει τις επιρροές που δέχτηκε στο έργο της  από τον Αρ. Βαλαωρίτη, τον Κ.Π. Καβάφη και τον Μπωντλαίρ. Αναλύει με δεξιοτεχνία ορισμένα αντιπροσωπευτικά ποιήματά της, λύνει την παρεξήγηση σχετικά με τη σκωπτική αναφορά του ονόματος της Κλ. Δίπλα-Μαλάμου από τον Καρυωτάκη. Εξαίρει τη σχέση της ποιήτριας με την ιδέα της ελευθερίας, ειδικά ως προς το χρέος των πνευματικών ανθρώπων να εκφράζουν τη γνώμη τους χωρίς δισταγμούς. Η Δανιήλ    προτείνει στον αναγνώστη 17 ποιήματα της Δίπλα-Μαλάμου, παραδοσιακά,  αλλά και κάποια με ελεύθερο στίχο.

Από τους συγχρόνους τους ομοτέχνους οι έξι ποιήτριες έχουν μια σχετική αναγνώριση και χαίρουν εκτίμησης. Ας πούμε, η πιο κυρίαρχη ποιητική μορφή της εποχής, ο αυστηρός και συγκρατημένος  Κωστής Παλαμάς προλογίζει ενθουσιώδης την πρώτη συλλογή της Μυρτιώτισσας, αποκαλεί τεχνίτρα του στίχου τη Σοφία Μαυροειδή (που του έδωσε «κατανυκτικές» στιγμές), στη δε Αιμιλία Δάφνη αφιερώνει στίχους του. Οι νεότεροι τις αγνοούν και απαξιώνουν το έργο τους. Στην έγκριτη Ποιητική Ανθολογία του Λίνου Πολίτη απουσιάζουν εντελώς οι γυναίκες στο έκτο βιβλίο, Ο Παλαμάς κ οι σύγχρονοί του, όπως και στο έβδομο βιβλίο: Καβάφης, Σικελιανός και η ποίηση ως το 1930, ή στο Όγδοο βιβλίο, Η γενιά του 1930 και ο Σεφέρης.

Αναζητώντας δε στα Ανθολόγια της Β/θμιας, εντόπισα μόλις μία παρουσία, τη Μαρία Πολυδούρη και δύο ποιήματα: το «Γιατί μ’ αγάπησες» στην ενότητα Η νεότερη λογοτεχνία Η λογοτεχνία από το 1922 ως το 1945 της  Γ΄Γ υμνασίου και  το «Κοντά σου» στην ενότητα Νεότερη Λογοτεχνία Πρώτη 10ετία του μεσοπολέμου (1922-1930) της  Β΄Λυκείου. Οι άλλες ποιήτριες απουσιάζουν εντελώς από τα σχολικά βιβλία!. Δεν με εκπλήσσει, εξάλλου τα ποσοστά των ελληνίδων λογοτεχνών είναι πολύ μικρά έως ανύπαρκτα: 23% στην Α΄Γυμνασίου, 13% στη Β΄ Γυμνασίου, 12% στη Γ΄ γυμνασίου, 0% στην Α’ ΓΕΛ, 9% στη Β΄ΓΕΛ και 0,24% στην τελευταία τάξη του ΓΕΛ με μεταγενέστερες λογοτέχνιδες. Η ανθολόγηση αυτή έγινε βέβαια πριν τριάντα περίπου χρόνια. Στα δικά μου μαθητικά χρόνια, πριν μισό αιώνα, δεν νομίζω πως υπήρχε καν κάποια γυναικεία μορφή, διαβάζαμε την Πηνελόπη Δέλτα σε εξωσχολικά αναγνώσματα! Ελπίζουμε πως στα νέα εγχειρίδια θα αυξηθεί το ποσοστό, αξίζει το έργο πολλών ποιητριών!

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.