You are currently viewing Βάλτερ Πούχνερ: Ελληνόφωνο Θέατρο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Μέρος Β’)

Βάλτερ Πούχνερ: Ελληνόφωνο Θέατρο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Μέρος Β’)

Μία συνεχής διαχρονική παρουσία (1600 – 1922)

Γ) Η πρόσληψη του όψιμου Διαφωτισμού, του Ροκοκό, τον Σεντιμενταλισμού και του πρώιμου Ρομαντισμού από θεατρικές μεταφράσεις στους κύκλους των Φαναριωτών από το 1740 έως την Επανάσταση αφορά κυρίως τις μεταφράσεις των δραματικών έργων του Μολιέρου, του Μεταστάσιου, του Γκολντόνι, του Kotzebue και της γερμανικής εφήμερης δραματουργίας της εποχής, του Bολταίρου και του Αlfieri.[1]Eίναι φανερό πως κυριαρχεί η γαλλοϊταλική παράδοση της κλασσικιστικής δραματουργίας. Οι παλαιότερες μεταφράσεις χρονολογούνται γύρω στα 1740 και αφορούν κωμωδίες του Μολιέρου, που μεταφράζονται όμως αρχικά από τα ιταλικά ως ηθικοδιδακτικές σάτιρες του Διαφωτισμού, όπως τις εξελάμβαναν οι Εγκυκλοπαιδιστές,[2] και αποτελούσαν, εν πολλοίς, σταθερά πρότυπα για την ελληνική κωμωδία του 19ου αιώνα.[3] Προς το τέλος του αιώνα, όμως, πολλαπλασιάζονται οι μεταφράσεις: σε ανώνυμο κολοβό κώδικα της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου M. Eminescu του Ιασίου σώζεται μια ολόκληρη σειρά μεταφράσεων από κωμωδίες του Μολιέρου.

[4] Οπότε ο 18ος αιώνας παρουσιάζει πάνω από δέκα μεταφράσεις έργων του Μολιέρου, του Μεταστάσιου και του Γκολντόνι. Έως την Επανάσταση ακολουθούν οι τυπωμένες μεταφράσεις του Ταρτούφου από τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη (Βιέννη 1815) και ο Εξηνταβελώνης του Κωνσταντίνου Οικονόμου (Βιέννη 1816, γραμμένος στη Σμύρνη) με τους σημαντικούς θεωρητικούς προλόγους τους για τη χρήση τοπικού ιδιώματος για την ενίσχυση του κωμικού στοιχείου[5].

Κωνσταντίνου Κοκκινάκη, Ταρτούφος του Μολιέρου, εν Βιέννη 1815

            Οι μεταφράσεις των λιμπρέτων του poeta cesareo της αυτοκρατορικής αυλής στη Βιέννη, Pietro Metastasio, που ήταν φαινόμενο επιτυχίας στην εποχή του, έργα τα οποία κινούνται μεταξύ ανάλαφρου Ροκοκό και ηθικοδιδακτικού Διαφωτισμού, τηρώντας μια αυστηρή κλασικιστική μορφή, εντοπίζονται τόσο στα Επτάνησα, όσο και τους φαναριωτικούς κύκλους των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών και της Κωνσταντινούπολης. Κατά τον 18ο αιώνα υπάρχουν ήδη 11 τυπωμένες εκδόσεις. Εμείς θα περιοριστούμε στον φαναριώτικο κλάδο. Ο πιθανός μεταφραστής μιας δίτομης έκδοσης(Βενετία 1779 και 1806) με έξι έργα είναι Φαναριώτης. Προς το τέλος του αιώνα συσσωρεύονται χειρόγραφες μεταφράσεις σε φαναριώτικους κώδικες,[6] από τις οποίες η πιο σημαντική είναι ίσως τρεις έμμετρες μεταφράσεις (γύρω στα 1800) σε ρέουσα και γοητευτική δημοτική από τον Μέγα Δραγουμάνο, Ιωάννη Καρατζά (σε χειρόγραφο της Ζωσιμαίας Βιβλιοθήκης στα Ιωάννινα), που έχει εκδοθεί από τον μακαρίτη Μανόλη Παπαθωμόπουλο κι εμένα.[7] Πριν από Τα Ολύμπια του Ρήγα (Βιέννη 1797, Βουδαπέστη 1815, Μόσχα 1820)[8] εκδόθηκαν μεταφράσεις στη Βιέννη το 1794 και το 1796. Σημειωτέον, το 1796 εκδίδονται στη Βιέννη και δύο λιμπρέτα από τον ιατροφιλόσοφο από την Κοζάνη, Γεώργιο Σακελλάριο, προσωπικό γιατρό του Αλή Πασά, το ένα μάλιστα από τη γαλλική εκδοχή του Orphée et Euridice του Christoph Willibald Gluck.[9] Η επιτυχία του Μεταστάσιου, πάντως, στην ελληνική εκδοτική αγορά συνεχίζεται ακόμα και τον 19ο αιώνα[10].

Pietro Metastasio 

 

O ελληνικός Διαφωτισμός είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον Carlo Goldoni, – αν και καμία κωμωδία δεν έχει παιχθεί στο ελληνικό προεπαναστατικό θέατρο, – κυρίως με τις κωμωδίες χαρακτήρων και ηθών της ώριμης φάσης του. Αυτή η πρόσληψη είχε έναν επτανησιακό κλάδο, που συμπεριέλαβε και θεατρικές παραστάσεις (ακόμα και στα ιταλικά), κι ένα φαναριώτικο.[11] Τις πρώτες, δικές του τέσσερις μεταφράσεις τυπώνει ο Πολυζώης Λαμπανιτζιώτης το 1791 και το 1794 στη Βιέννη, πριν στραφεί στην έκδοση μεταφράσεων του Μεταστάσιου. Από την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα,όμως, σώζεται ένας φαναριώτικος χειρόγραφος κώδικας στην Bibliothèque royale των Βρυξελλών με δέκα μεταφράσεις κωμωδιών του, δηλαδή μια παρόμοια συστηματική μεταφραστική προσπάθεια, όπως την είδαμε στον Μολιέρο και τον Μεταστάσιο.[12]Το 19ο αιώνα επαναλαμβάνονται οι εκδόσεις κάποιων έργων (1805, 1806),ενώ η γυναίκα του αναφερόμενου Σακελλαρίου, Μητιώ, κόρη του φιλολόγου και ιερέα Χαρίσιου Μεγδάνη, προσθέτει, το 1818, δύο άλλες μεταφράσεις.[13] Το 1834 κυκλοφορούν στο Ναύπλιο δύο μεταφράσεις του Ιωάννη Καρατζά, που πρέπει να έχουν γίνει ήδη πριν από το 1821, και το 1838 στην Αθήνα μια δίτομη έκδοση με άλλες έξι μεταφράσεις του ίδιου, που έχουν φιλοτεχνηθεί πιθανώς κατά την ηγεμονία του στο θρόνο της Βλαχίας 1818-21, ενώ άλλες επτά μεταφράσεις του έχουν εντοπισθεί σε χειρόγραφη μορφή στην Κεντρική Κρατική Βιβλιοθήκη του Βουκουρεστίου.

Μέγας Δραγουμάνος Ιωάννης Καρατζάς

 

 

Ειδική περίπτωση αποτελούν οι τέσσερεις μεταφράσεις έργων του Αugustvon Kotzebue από τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη το 1801 στη Βιέννη[14], ο οποίος δεν είναι ο ίδιος φαναριώτης, αλλά κινείται στο ίδιο πνευματικό κλίμα (συνεκδότης του Ερμή του Λογίου). Αυτή η ομοβροντία μεταφράσεων του ίδιου δραματουργού μαρτυρεί μία παρόμοια συστηματική προσπάθεια, όπως τη συναντήσαμε προηγουμένως στην περίπτωση του Μολιέρου, του Μεταστάσιου και του Γκολντόνι. Τουλάχιστον ένα από τα έργα αυτά, το Μισανθρωπία και μετάνοια, αποτελεί και την πρώτη τεκμηριωμένη θεατρική παράσταση στην ηπειρωτική Ελλάδα, το 1803 στα θεσσαλικά Αμπελάκια, από νεαρούς ερασιτέχνες. Επίσης μεταφράστηκε και ο Φιλότας του Lessing(1790, 1820) και μερικά άλλα εφήμερα έργα της γερμανικής δραματουργίας, που δεν βρήκαν ποτέ το δρόμο τους σε ελληνική σκηνή.[15]

 

  Αugustvon Kotzebue

 

Πολύ διαφορετικά συνέβη με τις πολιτικές τραγωδίες του Βολταίρου, που παίχθηκαν στις προεπαναστατικές ερασιτεχνικές σκηνές, στο Βουκουρέστι και την Οδησσό. Περιέργως πως, η πρόσληψή του αρχίζει με μια αισθηματική και ηθική κωμωδία L’ Écossaise, σε μετάφραση κάποιου Γεωργίου Κάββακου εκ Χίου, που έχει μεταφράσει και το Alexandre le Grand του Ρακίνα στα 1806[16], ο οποίος ήταν πιθανώς μαθητής στην Αυθεντική Ακαδημία.[17] Οι τραγωδίες του, που έχουν παιχθεί, βρίσκονται σε έναν συγκεντρωτικό τόμο Συλλογή διαφόρων τραγωδιών, όσαι παρεστάθησαν εις το θεάτρον του Βουκουρεστίου…,  τ. Α΄, Βουκουρέστι 1820. Αυτή η έντονη πρόσληψη της φωνής της Γαλλικής Επανάστασης συνάδει και με άλλες βαλκανικές χώρες.[18] Παρόμοια ήταν και η απήχηση του Alfieri, που δύο από τις ιστορικές του τραγωδίες του πολιτικού Ρομαντισμού παίχθηκαν στην ερασιτεχνική σκηνή στο Βουκουρέστι και συμπεριλήφθηκαν και στον αναφερόμενο τόμο.

 

Δ) Το πολιτικό θέατρο στις προπαρασκευαστικές φάσεις της Επανάστασης, που δημιουργήθηκε στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες υπό την ηγεμονία των Φαναριωτών,(ενώ οι παράλληλες εξελίξεις στην Οδησσό πρέπει να αποκλειστούν) είχε σημαντικό αντίκτυπο στην ψυχολογία της εξέγερσης.[19]Στο Βουκουρέστι έχει συγκροτηθεί από το 1817 ερασιτεχνικό θεατρικό κίνημα, με πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Κυριακό-Αριστία (1799-1880) και βασικό στέλεχος τον Θεόδωρο Αλκαίο (περ. 1780-1833)· στην επιτροπή του θεάτρου συμμετείχαν καθηγητές της Αυθεντικής Ακαδημίας και μέλη της Φιλικής Εταιρείας, που ενέκριναν ένα «επαναστατικό» ρεπερτόριο με ιστορικά έργα για την τυραννοκτονία. Παρά την προληπτική λογοκρισία του ηγεμόνα, οι παραστάσεις μετατρέπονταν σε ενθουσιώδεις πατριωτικές εκδηλώσεις· το μαρτυρούν πολυάριθμες ανταποκρίσεις σε ελληνικές εφημερίδες της εποχής.[20]

Αυτές οι προσπάθειες, μαζί με τις παραστάσεις της Οδησσού, είχαν αντίκτυπο και αλλού: στην Αυθεντική Ακαδημία στο Ιάσιο, όπου γίνονταν θεατρικές παραστάσεις ίσως από το 1805, στην ελληνική σχολή των Κυδωνιών, όπου ανεβάζουν, από το 1817, σκηνές από αρχαίες τραγωδίες, στο θέατρο της Τεργέστης, όπου παίζουν, κατά το Φεβρουάριο του 1820, Έλληνες μαθητές του Γυμνασίου τον Θάνατο του Καίσαρος του Βολταίρου. Μαθητές του σχολείου του Άργους απαγγέλλουν, το 1820, σκηνές από το ηρωικό δράμα Λεωνίδας εν Θερμοπύλαις. Η επανάσταση και ο πατριωτικός ενθουσιασμός είναι εξίσου υπόθεση της νεολαίας. Στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, επίσης, μαρτυρούνται κρυφές απαγγελίες και ερασιτεχνικές παραστάσεις σε αρχοντικά. Η πιο σημαντική από αυτές είναι σίγουρα μια φιλολογική συγκέντρωση στο αρχοντικό του ποστέλνικου Μάνου στα Θεραπειά, όπου έγινε μυστική απαγγελία των Περσών και διακόπηκε η απαγγελία, για να τραγουδηθεί χαμηλόφωνα ο Θούριος του Ρήγα.[21]Αλλά το πιο συγκλονιστικό γεγονός είναι πως στην ίδια την Κωνσταντινούπολη παριστάνεται κρυφά το χειμώνα του 1820/21, λίγους μήνες πριν από το ξέσπασμα της Επανάστασης, κατά τη μαρτυρία Άγγλου περιηγητή, από Έλληνες ερασιτέχνες ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ή Η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως σε ενοικιασμένη αίθουσα, με πρωτοβουλία του Κεφαλονίτη ζωγράφου Γεράσιμου Πιτσαμάνου.[22] Το παράτολμο εγχείρημα ανακαλύφθηκε από τους Τούρκους, ηθοποιοί και θεατές κατόρθωσαν να διαφύγουν, ο ιδιοκτήτης της αίθουσας όμως, ένας φαρμακοποιός από το Πέραν, αποκεφαλίστηκε μπροστά στο μαγαζί του.[23]

E) Στον μακρύ 19ο αιώνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ελληνική δραματογραφία και οι θεατρικές παραστάσεις, ερασιτεχνικές και επαγγελματικές, ευνοήθηκε από τις μεταρρυθμίσεις του tanzimat (1839) και του Hatti Hümanyun (1856) και η Κωνσταντινούπολη γίνεται κοσμοπολίτικο κέντρο του διεθνούς θεάτρου. Με τη βελτίωση της θέσης των Ελλήνων και τη δημιουργία μιας δικής τους πολιτισμικής υποδομής, η Πόλη γίνεται και κέντρο εκτύπωσης της ελληνικής γραμματολογίας, ιδίως και για τα θεατρικά έργα.[24] Από το 1858 αρχίζουν και οι ελληνόφωνες παραστάσεις, τόσο από τα μετακινούμενα μπουλούκια, όσο και από ερασιτεχνικά σχήματα μέσα στην ίδια την πόλη, σε τέτοιο βαθμό και με τέτοια ένταση, που ήδη στη δεκαετία του 1860 η Πόλη γίνεται το πιο σημαντικό κέντρο της εξέλιξης του νεοελληνικού θεάτρου. Από τη διερεύνηση του ελληνικού Τύπου της Πόλης προκύπτει πως το ελληνόφωνο ρεπερτόριο ξεπερνούσε τα 1000 έργα. Περισσότερες από 2000 παραστάσεις μπορούν να τεκμηριωθούν και σχεδόν 800 ονόματα ηθοποιών είναι γνωστά.[25] Ο Ελληνισμός της Πόλης ανερχόταν εκείνη την εποχή σε 15-20% του συνολικού πληθυσμού. Είναι αδύνατο να δοθεί εδώ μία αναλυτική εικόνα της θεατρικής αυτής κίνησης.[26] Παίζονταν πολλά έργα από τους κλασσικούς του παγκόσμιου ρεπερτορίου, νεοελληνική ρομαντική και κλασικιστική τραγωδία, μελοδραματικά και περιπετειώδη έργα, στρατευμένα έργα του pièce bien faite, βουλεβάρτο και φάρσες της διεθνούς βιομηχανίας του εμπορικού θεάτρου, αλλά και ελληνικές κωμωδίες, μονόπρακτα, κωμειδύλλια και δραματικά ειδύλλια. Υπήρχαν 11 κεντρικά θέατρα και πάνω από 20 περιφερειακά. Από το 1863 και πέρα, ο αριθμός των παραστάσεων αυξάνεται αλματωδώς και φτάνει προς το τέλος του αιώνα σε 50 και περισσότερες παραστάσεις σε κάθε σαιζόν. Σώζονται 390 θεατρικά προγράμματα.[27] Η τουρκική λογοκρισία δεν ενόχλησε συχνά την ελληνική θεατρική ζωή. Η χρυσή εποχή του ελληνικού θεάτρου στον Βόσπορο διαρκεί έως τη Νεοτουρκική Επανάσταση του 1908, για να υποχωρήσει σταδιακά κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή.[28]

Σε μικρότερη κλίμακα επαναλαμβάνεται η ίδια εξέλιξη στο κοσμοπολιτικό λιμάνι της Σμύρνης, όπου η ελληνική θεατρική κίνηση[29] ξεκινά νωρίτερα, από το 1845. Και η Σμύρνη είναι σημαντικός τόπος εκδόσεων θεατρικών μεταφράσεων και πρωτότυπων έργων (έως το 1922, 194 κείμενα).[30] Η Σμύρνη, άλλωστε, είναι και η πατρίδα πολλών δραματουργών και ηθοποιών του 19ου αιώνα. Οι επαγγελματικοί θίασοι από το 1866 και πέρα μεταφέρουν εν πολλοίς τα ρεπερτόρια της Κωνσταντινούπολης. Στην αρχή του 20ού αιώνα γίνεται και κέντρο καλλιέργειας της ελληνικής όπερας.[31]Στην κοσμοπολιτική Αλεξάνδρεια, η δυτική επίδραση είναι πιο άμεση και η πόλη του Καβάφη γίνεται, μετά το 1860, σταθερός σταθμός στις περιοδείες των ελληνικών μπουλουκιών και οι primadonne της εποχής την επισκέπτονται επανειλημμένα.[32]

Στις βαλκανικές πόλεις, που ανήκουν de jure στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά όπου η ρωσική επίδραση είναι έντονη, ξεχωρίζει το Βουκουρέστι, όπου η ελληνική κοινότητα παίζει σημαντικό ρόλο[33] και το ελληνικό θέατρο αναβιώνει με την επιστροφή του Κωνσταντίνου Κυριακού Αριστία στο Βουκουρέστι το 1827, όπου γίνεται καθηγητής στο κολέγιο του Αγίου Σάββα και οργανώνει ελληνικές και ρουμανικές παραστάσεις.[34] Ο πρωταγωνιστής του ελληνικού θεατρικού κινήματος στο προεπαναστατικό Βουκουρέστι γίνεται, στη συνέχεια, ένας από τους ιδρυτές του ρουμανικού εθνικού θεάτρου.[35] Μετακινούμενοι ελληνικοί θίασοι παίζουν και στη Βραΐλα και στη βουλγαρική Φιλιππούπολη, πριν ακόμα αποσχιστούν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το παλαιότερο θέατρο της Θεσσαλονίκης, παραστάσεις στις Σέρρες, στη Δράμα και στην Κομοτηνή, στις Σαράντα Εκκλησίες, στο Σκοπό και σε άλλες πόλεις της ιστορικής Θράκης. Στις μικρασιατικές πόλεις (εκτός της Σμύρνης) πρέπει να αναφερθεί η Τραπεζούντα,[36]η Κερασούντα, η Αμισός και άλλες. Θεατρικές εκδόσεις στην ποντιακή διάλεκτο γίνονται από το 1860.

Θεατρικές παραστάσεις υπάρχουν, όμως, και στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, όπου π. χ. στα Χανιά, το χρονικό διάστημα 1880-1893 λειτουργεί στην Αλληλοδιδακτική Σχολή ένας ερασιτεχνικός θίασος «Ευτέρπη», με συμμετοχή του νεαρού Ελευθέριου Βενιζέλου (πρωταγωνιστεί στο Κοριολανό του Σαίξπηρ το 1886), που οργανώνει φιλανθρωπικές παραστάσεις με ένα ρεπερτόριο αξιώσεων.[37] Παραστάσεις μαρτυρούνται και στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο, πριν γίνει το 1878 βρετανικό προτεκτοράτο: στη Λεμεσό το 1870, στη Λευκωσία 1865-70, στη Λάρνακα το 1875[38].

Η αύξηση της συχνότητας των ελληνικών παραστάσεων από το 1860 και πέρα, όταν οι παραστάσεις στην Κωνσταντινούπολη είναι πλέον τακτικές, και στις περιφέρειες της Αυτοκρατορίας γίνονται πιο πυκνές οι σχετικές πρωτοβουλίες. Αυτό αφορά τόσο το ερασιτεχνικό θέατρο, όσο και το επαγγελματικό.

 

 

 

 

 

 

 

Βάλτερ Πούχνερ
[1] Βλ. Puchner, HellenophοnesTheaterim OsmanischenReich, ό. π., σ. 41-56. Βλ. και Β. Πούχνερ, Η ιδέα του Εθνικού Θέατρου στα Βαλκάνια του 19ου αιώνα. Ιστορική τραγωδία και κοινωνιοκριτική κωμωδία στις εθνικές λογοτεχνίες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Αθήνα 1993, σ. 113-132.
[2] Εκδόσεις: Α. Ταμπάκη, Ο Μολιέρος στη φαναριώτικη παιδεία. Τρεις χειρόγραφες μεταφράσεις, Αθήνα 1988‧ Γ. Ζώρας, «Μία άγνωστη μετάφραση κωμωδίας του Μολιέρου στα ελληνικά», Παρουσία 7 (1990), σ. 61-88.
[3] Α. Ταμπάκη, «Η ελληνική κωμωδία του 19ου αιώνα και οι ευρωπαϊκές της επιδράσεις», Η νεοελληνική δραματουργία και οι δυτικές της επιδράσεις (18ος-19ος αι.). Μια συγκριτική προσέγγιση, Αθήνα 1993, σ. 127-149‧ Θ. Χατζηπανταζής, Η Ελληνική Κωμωδία και τα πρότυπά της στον 19ο αιώνα, Ηράκλειον 2004‧ Β. Πούχνερ, Η γλωσσική σάτιρα στην ελληνική κωμωδία του 19ου αιώνα. Γλωσσοκεντρικές στρατηγικές του γέλιου από τα “Κορακιστικά” ως τον Καραγκιόζη, Αθήνα 2001.
[4] Α. Ταμπάκη, «‘Φαναριώτικες’ μεταφράσεις έργων του Μολιέρου. Το χφ. ΙΙΙ.284 της Βιβλιοθήκης ‘Μ. Eminescu’ του Ιασίου», O Eρανιστής 21 (1997), σ. 379-382. Για τις πρώτες φάσεις της πρόσληψης του Μολιέρου στην Ελλάδα βλ. και Β. Πούχνερ, Η πρόσληψη της γαλλικής δραματουργίας στο νεοελληνικό θέατρο (17ος-20ός αιώνας). Μια πρώτη σφαιρική προσέγγιση, Αθήνα 1999, σ. 36 εξ.
[5] Β. Πούχνερ, «Δραματουργικές και θεατρολογικές θεωρίες στην προεπαναστατική Ελλάδα (1815-1818)», Ελληνικά 50/2 (2000), σ. 231-304 (Είδωλα και ομοιώματα, Αθήνα 2000, σ. 69-106, σ. 188-225).
[6]Βλ. Δημ. Σπάθης, «Άγνωστες μεταφράσεις Μεταστάσιου και πρωτότυπα στιχουργήματα· ένα χειρόγραφο του 1785», Ο Διαφωτισμός στο νεοελληνικό θέατρο, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 101-144.
[7] Ιωάννου Νικολάου Καρατζά, Ανέκδοτες θεατρικές μεταφράσεις του Μεταστάσιου (τέλη 18ου / αρχές 19ου αιώνα). Δημοφοώνδης, Υπερμνήστρα, Νήσος η έρημος. Φιλολογική επιμέλεια Μανόλης Παπαθωμόπουλος† , Βάλτερ Πούχνερ, Αθήνα, Ίδρυμα Ουράνη 2014 (Θεατρική Βιβλιοθήκη),σ. 9.
[8]Για εκδόσεις και μελετήματα παραπέμπω στην εισαγωγή της έκδοσης Β. Πούχνερ: Ρήγα Βελεστινλή, Τα Ολύμπια. Μετάφραση του λιμπρέτου του Πιέτρο Μεταστάσιου Βιέννη 1797, Αθήνα, Ίδρυμα Ουράνη 2000 (Θεατρική Βιβλιοθήκη 1),σ.9-98.
[9]Έκδοση από τον Β. Πούχνερ: Οι σωζόμενες θεατρικές μεταφράσεις του Έλληνα ιατροφιλοσόφου Γεωργίου Σακελλαρίου. «Κόδρος» (1786 ανέκδοτο), «Τηλέμαχος και Καλυψώ», «Ορφεύς και Ευριδίκη» (Βιέννη 1796), Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών 2009 (Κείμενα και τεκμήρια από το ελληνικό προεπαναστατικό θέατρο, τ. 4), σ. 13-112. Για την προτίμηση των λιμπρέτων εκείνη την εποχή βλ. και Β. Πούχνερ, «Λιμπρέτα όπερας στην ελληνική προεπαναστατική δραματουργία. Ο ρόλος του μουσικού θεάτρου στη μεταφραστική προσπάθεια συγκρότησης ενός ελληνικού θεατρικού ρεπερτορίου», Ευτυχισμός. Τιμή στον Ερατοσθένη Γ. Καψωμένο, Ιωάννινα 2010, σ. 463-470.
[10]Για τους λόγους βλ. W. Puchner, “Influssi italiani sul teatro greco”, Sincronie II/3 (Roma 1998), σ. 183-232, ιδίωςσ. 202-206.
[11]ΓιατηνπρόσληψητουGoldoni στηνΕλλάδαβλ. κυρίως: Δ. Σπάθης, «Ηπαρουσία του Γκολντόνι στο νεοελληνικό θέατρο», Ο Διαφωτισμός και το νεοελληνικό θέατρο, ό. π., σ. 199-214, A. Gentilini, “Il Goldoni di Karadzas”, III Cοnvegno Nazionale di Studi neogreci (1989), Palermo 1991, σ. 81-91, A. Gentilini‘’In margine alla fortuna di Carlo Goldoni in Grecia”, Studi Goldoniani 4 (Venezia 1976) σ. 169-176, Β. Πούχνερ, «Η πρόσληψη του Carlo Goldoni στην Ελλάδα», Δραματουργικές αναζητήσεις, Αθήνα 1995, σ. 345-358, Ρ. Γρηγορίου, «Νέα στοιχεία για τη διάδοση του έργου του Κάρλο Γκολντόνι στην Ελλάδα (τον 18οκαι 19οαιώνα)», Mantatοforos 39-40 (Amsterdam 1995), σ.77-94, Β. Πούχνερ, «Σχέσεις του ελληνικού θεάτρου με το ιταλικό», Theatrum mundi, Αθήνα 2000, σ. 157-227, ιδίως σ. 190-200, Eιρήνη Μουντράκη, Η ζωή, το έργο του και η πρόσληψή του στηνΕλλάδα, Αθήνα 2019.
[12]Έκδοση των A. Gentilini, L. Martini, C. Stevanoni, Dieci commedie di Goldoni tradotte in neogreco (ms. Bruxelles, Bibl. Royale 14.612), vol. 1, Testi, Padova 1988. Ο δεύτερος τόμος με τα φιλολογικά σχόλια δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.
[13] Νέα έκδοση στον Β. Πούχνερ, Γυναίκες θεατρική συγγραφείς στα χρόνια της επανάστασης και το έργο τους, Αθήνα, Ίδρυμα Ουράνη 2003 (Θεατρική Βιβλιοθήκη 4), σ. 251 εξ, σ. 373 εξ.
[14]Βλ. τη νέα έκδοση του Β. Πούχνερ: Κωνσταντίνου Κοκκινάκη, Θεατρικές μεταφράσεις του Αugustvon Kotzebue: «Εκούσιος Θυσία», «Μισανθρωπία και Μετάνοια», «Πτωχεία και Ανδρεία», «Οι Κόρσαι» (Βιέννη 1801), Αθήνα, Ίδρυμα Ουράνη 2008 (Θεατρική Βιβλιοθήκη 7), εισαγωγή,σ. 9-230. Βλ. και του ίδιου, «Οι πρώτες θεατρικές μεταφράσεις του Κωνσταντίνου Κοκκινάκη: τέσσερα δράματα του Αugustvon Kotzebue 1801. Η αρχή της αισθηματικής λογοτεχνίας στο νεοελληνικό θέατρο», Πορείες και σταθμοί, Αθήνα 2005, σ. 40-177.
[15]Βλ. τώραG. Polioudakis, Die Übersetzung deutscher Literatur ins Neugriechische vor der Griechischen Revolution von 1821, Frankfurt am Main etc. 2008.
[16] Τα κείμενα τώρα στην έκδοση των Σ. Βασιλείου, Γ. Ιωαννίδης, Β. Πούχνερ, Ανέκδοτες δραματικές μεταφράσεις του ελληνικού προεπαναστατικού θεάτρου. Η κωμωδία “Η Σκώτισσα” του Βολταίρου και η τραγωδία “Ο Μέγας Αλέξανδρος” του Ρακίνα από τον Χιώτη Γεώργιο Καββάκο στο έτος 1806. Φιλολογική Έκδοση με Εισαγωγή, Σημειώσεις και Γλωσσάρια, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών 2009 (Κείμενα και τεκμήρια του προεπαναστατικού ελληνικού θεάτρου 3), σ. 73-186.
[17] Β. Πούχνερ, «Ανέκδοτη μετάφραση του Βολταίρου στο ελληνικό προεπαναστατικό θέατρο: Η Σκώτισσα του Γεωργίου Καββάκου (1806)», Συμπτώσεις και αναγκαιότητες, Αθήνα 2008, σ. 87-136.
[18] A. Tabaki, “La réception du théâtre de Voltaire dans le Sud-Est de l’Europe (première moitié du XIXe siècle”, U. Kölving, Chr. Mervaud (eds.), Voltaire et ses combats. Actes du congrès international Oxford-Paris 1994, Oxford 1997, σ. 1539-49.
[19]Βλ. Β. Πούχνερ, Το 1821 και το Θέατρο. Από τη μυθοποίηση στην απομυθοποίηση, Αθήνα 2020, σ. 36 εξ. (με όλη την παλαιότερη πλούσια βιβλιογραφία).
[20] Ν. Λάσκαρης, Ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, τ. Α΄, Αθήναι 1938, σ. 99-254, Γ. Σιδέρης, Το 1821 και το θέατρο, ήτοι Πώς γεννήθηκε η νέα ελληνική σκηνή (1741-1822), Αθήνα 1971, σ. 31-39, Μ. Βάλσας, Το νεοελληνικό θέατρο από το 1453 ώς το 1900, μτφρ. Χ. Μπακονικόλα-Γεωγροπούλου, Αθήνα 1994, σ. 265-282, Γ. Ζωίδης, Το θέατρο της Φιλικής Εταιρίας, Αθήνα 1964 κτλ. Βλ. επίσης: Δ. Β. Οικονομίδης, «Ιστορία του εν Βουκουρεστίω ελληνικού θεάτρου», Ελληνική Δημιουργία 3 (1949) σ. 893-898, σ. 984-989, 4 (1949), σ. 148-159 (και στο Αρχείον του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού 17, 1952, σ. 147 εξ.), του ίδιου, «Ο Κωνστ. Κυριακός Αριστίας μέχρι της αφίξεώς του εις Αθήνας», αυτόθι 4 (1950), σ. 43 εξ., του ίδιου, «Το εν Βουκουρεστίω Ελληνικόν Θέατρον και οι μαθηταί του Κωνσταντινοπολίτου Κωνσταντίνου Κυριακού Αριστία», Αρχείον του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού 19 (1954), σ. 161-192, A. Camariano, “Le théâtre grec à Bucarestau dé butdu XIX-esiècle”, Βalcania6 (1943), σ. 381-416 κτλ.
[21]De Marcellus, Unelecture à Constantinopleen 1820, Paris 1859, σ. 57 εξ. και σε ελληνική μετάφραση Κ. Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821, Αθήνα 1975, σ. 420 εξ. Bλ. τώραG. van Steen, Liberating Hellenism from the Ottoman Empire. Comte de Marcellus and the Last of the Classics, New York 2010, σ. 67 εξ. και Α. Πολίτης, «Η δημόσια ανάγνωση των Περσών. Σε φαναριώτικο αρχοντικό τον Οκτώβρη του 1820 και η αφήγησή της από τον Marcellus το 1859», Πρακτικά του Γ΄ Πανελληνίου Θεατρολογικού Συνεδρίου «Παράδοση και Εκσυγχρονισμός στο Νεοελληνικό Θέατρο. Από τις απαρχές ως τη μεταπολεμική εποχή», Ηράκλειο 2010, σ. 383-399.
[22] Βλ. Ι. Μελετόπουλος, Γεράσιμος Πιτσαμάνος. Ένας σοφός επιστήμων, τεχνικός και ζωγράφος μνημείων και ανθρώπων της εποχής της δουλείας, 1787-1825, Αθήναι 1977, αλλά τώρα και τον τόμο-κατάλογο της έκθεσης στο Ελληνικό Ιστορικό Μουσείο, Pizzamano fecit. Ένας επτανήσιος καλλιτέχνης στην αυγή μιας νέας εποχής, Αθήνα 2019.
[23] Βλ. Β Πούχνερ, «Το θέμα της άλωσης στην ευρωπαϊκή και στη νεοελληνική δραματολογία», Ανιχνεύοντας τη θεατρική παράδοση, Αθήνα 1995, σ. 302-317, ιδίως σ. 308 εξ., Ά. Ταμπάκη, «Μία θεατρική παράσταση στην Κωνσταντινούπολη το 1821: Η μαρτυρία του R. Walsh», Ο Ερανιστής 20 (1995), σ. 256-260 και Χρ. Σταματοπούλου-Βασιλάκου, Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινοπούλη το 19ο αιώνα, τ. Α΄, Αθήνα 1994, σ. 122 εξ.
[24]Χρ. Σταματοπούλου-Βασιλάκου, Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινούπολη το 19ο αιώνα, Αθήνα 1994/96, τ. Α΄, σ. 20-125 (με όλη τη σχετική βιβλιογραφία).
[25]Σταματοπούλου-Βασιλάκου, ό. π., σ. 340-361.
[26] Βλ. συνοπτικά στον Puchner, Hellenophones Theater, ό. π., σ. 86-97.
[27] Χρ. Σταματοπούλου-Βασιλάκου, Κωνσταντινοπουλίτικα θεατρικά προγράμματα 1876-1900. Συμβολή στη βιβλιογραφία θεατρικών μονόφυλλων του 19ου αιώνα, Αθήνα 1999.
[28]Γ. Πεζοπούλου, Το θέατρο στην Κωνσταντινούπολη 1900-1922, διδακτορικήδιατριβή, Αθήνα 2002, 3 τόμ., τ. Α΄, σ. 4-11.Βλ. και Puchner,Hellenophones Theater, ό. π.,σ. 171-174.
[29]Χρ. Σολομωνίδης, Το θέατρο στη Σμύρνη (1657-1922), Αθήνα 1954.
[30]Χρ. Σταματοπούλου-Βασιλάκου, «Κατάλογος θεατρικών έργων στη Σμύρνη 1800-1922. Πρωτότυπα – μεταφράσεις», Το θέατρο στην καθ’ ημάς Ανατολή. Κωνσταντινούπολη – Σμύρνη, Αθήνα 2006, σ. 297-364.
[31] Puchner, Hellenοphones Theater, ό. π.,σ. 97-105.
[32]Ε. Γουλή, «Εκατό χρόνια θεατρική ζωής στην Αλεξάνδρεια» Κ 5 (Ιούλιος 2004), σ. 47-60‧ Α. Αλτουβά, «Το ελληνικό θέατρο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου – Οι απαρχές – », Αθήνα 2000‧ Α. Αλτουβά, «Η παρουσία των ελληνικών θιάσων στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (1876-1886): οι θίασοι ‘Θέσπις’ και ‘Μένανδρος’», Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών 41 (2009-2010), σ. 37-55‧Puchner, Hellenοphones Theater, ό. π., 105-112.
[33]C. Papacostea-Danielopolu, Οι Ελληνικές κοινότητες της Ρουμανίας το 19ο αιώνα, Αθήνα 2010.
[34] Δ. Β. Οικονομίδης, «Από την ιστορία του νεοελληνικού και ρουμανικού θεάτρου. Συμβολή εις τα περί του βίου και της δράσεως του Κωνσταντινοπολίτου Κωνσταντίνου Κυριακού-Αριστία», Αρχείον του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού 12 (1952), σ. 147-196.
[35]Β. Πούχνερ, Βαλκανική Θεατρολογία, Αθήνα 1994, σ. 224 εξ.
[36]Ε. Λ. Μουρατίδης, Το ποντιακό θέατρο. Μικρασιατικός Χώρος 1850-1922, Θεσσαλονίκη 1991, Puchner, HellenοphonesTheater, ό. π.,σ. 130-135.
[37]Ζ. Μ. Σημανδηράκη, «Ο ελληνικός δραματικός σύλλογος Χανίων Ευτέρπη», Χανιά 1988, σ. 76-81.
[38]Γ. Κατσούρης, Το θέατρο στην Κύπρο, Α΄ 1869-1939, Λευκωσία 2005, σ. 17 εξ.

Βάλτερ Πούχνερ

Ο Βάλτερ Πούχνερ γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έχει ζήσει στην Ελλάδα. Είναι επίτιµος και οµότιµος καθηγητής Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ (ιδρυτής του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών µαζί µε τον Σ. Α. Ευαγγελάτο) και παρασηµοφορηµένο µέλος της Ακαδηµίας Επιστηµών της Αυστρίας. Επίσης, έχει διδάξει πολλά χρόνια στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά και αµερικανικά Πανεπιστήµια.

Έγραψε πάνω από 120 βιβλία στα ελληνικά, αγγλικά και γερµανικά και δηµοσίευσε περί τα 500 µελετήµατα και περισσότερες από 1.000 βιβλιοκρισίες, για θέµατα της ιστορίας του ελληνικού και του βαλκανικού θεάτρου, καθώς και περί ελληνικής και συγκριτικής λαογραφίας και νεοελληνικών σπουδών και περί της θεωρίας του θεάτρου και του δράµατος. Από πολύ νέος γράφει ποίηση (κυρίως στα ελληνικά) αλλά µόνο πρόσφατα άρχισε να δηµοσιοποιεί τα έργα του.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει περισσότερες από 20 ποιητικές συλλογές. (Ολοκάρπωση, Τελευταίες ειδήσεις, Αστροδρόμια, Η ηλικία της πλάνης, Ο κηπουρός της ερήμου, Οι θησαυροί της σκόνης, Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια, Δώδεκα πεύκα κι ένας ευκάλυπτος, Μηνολόγιο του άγνωστου αιώνα, Πεντάδες, Το αναπάντεχο, Συνομιλίες στη χλόη, Το χώμα των λέξεων, Τα σημάδια του περάσματος, Τα δώρα, Ο κάλυκας του κρόκου, Υπνογραφίες, Αλάτι στον άνεμο, Η επιφάνεια του μυστηρίου, ο φωτεινός ίσκιος, κ.ά.)

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.