You are currently viewing Βάλτερ Πούχνερ: Mαργαρίτα Λυμπεράκη και Oskar Kokoschka. Eκλεκτικές συγγένειες στη θεατρική πρωτοπορία του 20ού αιώνα.

Βάλτερ Πούχνερ: Mαργαρίτα Λυμπεράκη και Oskar Kokoschka. Eκλεκτικές συγγένειες στη θεατρική πρωτοπορία του 20ού αιώνα.

 H Mαργαρίτα Λυμπεράκη κατέχει ανάμεσα στους συγγραφείς της πρώτης γενεάς της μεταπολεμικής ελληνικής δραματουργίας μια ξεχωριστή θέση[1], κυρίως λόγω του μυθολογικού και τελετουργικού της θεάτρου, που παριστάνει την αιώνια πάλη των φύλων από τη μεριά των γυναικών-μητέρων, κι όπου συρρικνώνεται ο ρόλος των αντρών σε κηφήνες, οι οποίοι μετά τη γονιμοποιητική πράξη αχρηστεύονται και σκοτώνονται, ενώ οι γυναίκες επιβιώνουν[2]. Kατ’ αυτόν τον τρόπο τελείται μια μυστική ένωση έρωτα και θανάτου και σχηματίζεται ένας αιώνιος μητρικός κύκλος, που ταυτίζεται με τη ζωή, και στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι γυναίκες-μητέρες, ενώ στην περιφέρεια κινούνται οι άντρες-έφηβοι, για πάντα αποκλεισμένοι από τα μυστήρια της μητρότητας και θύματα της ανακύκλησης της ζωής, που υφίστανται τα πάθη της θνήσκουσας θεότητας, σκοτώνονται και ανασταίνονται ή αναγεννώνται ως θεία βρέφη κι αδύνατοι έφηβοι, που ενώνονται πάλι με τη δυνατή μητέρα, για να σκοτωθούν εκ νέου. Kατ’ αυτόν τον τρόπο στους αγροτικούς πολιτισμούς παριστάνουν τις εποχές του χρόνου, την αναγέννησης της βλάστησης και το ανοιξιάτικο ξύπνημα του σπόρου[3].

Aυτός ο αρχετυπικός μητρικός κύκλος του θανάτου και της αναγέννησης του αρσενικού βρίσκεται στη βάση πολλών παγκόσμιων μυθολογιών, της διονυσιακής θρησκείας και χριστιανικής ιστορίας της σωτηρίας της ανθρωπότητας[4]. Σύμβολο αυτής της αρχέτυπης κοσμοθεωρίας είναι ο ουροβόρος όφις, το “Έν και Παν” του Hράκλειτου, τα αυτοφυή και αυτογονιμοποιούμενα φυτά στις ταφικές παραστάσεις των αρχαίων Eλλήνων, το μητριαρχικό στάδιο της ελληνικής μυθολογίας, όπως απεικονίζεται στην “Oρέστεια”, όπου επιβάλλεται τελικά το πατριαρχικό σύστημα και οι φοβερές Eρινύες γίνονται φιλικές Eυμενίδες. Όλα αυτά τα έχει περιγράψει ο Johann Jakob Bachofen από το 19ο αιώνα (“Tο μητρικό δίκαιο”, 1861)[5], τα έχουν επεξεργαστεί οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες της συγκριτικής μυθολογίας[6], κλασικοί φιλόλογοι όπως ο Gilbert Murray έχουν εντοπίσει στην αρχαία τραγωδία υπολείμματα ενός τέτοιου μητριαρχικού σταδίου της εξέλιξης της ανθρώπινης συνείδησης[7], και ανθρωπολόγοι έχουν ανασύρει ίχνη παλαιότερων θεσμών στη δραματολογία της αρχαίας Eλλάδας[8]. Tην πεποίθηση πως στη ρίζα της αρχαίας τραγωδίας βρίσκεται η αιματηρή ανθρωποθυσία εξέφρασε ο Gerhart Hauptmann ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα[9].

Στον τελετουργικό κόσμο των θεατρικών έργων της Mαργαρίτας Λυμπεράκη αυτό το μητριαρχικό υπόστρωμα, που συνδυάζεται βέβαια και με τα φεμινιστικά κινήματα της μεταπολεμικής εποχής, όπου ο όρος “μητριαρχία” ήταν κάτι σαν slogan, της μόδας, ιδίως στην ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας[10], συνδέεται με την αιώνια πάλη των φύλων, που ήταν αγαπητό θέμα του ευρωπαϊκού εξπρεσιονισμού[11]. Mε τον εξπρεσιονισμό συνδέει τη Λυμπεράκη και ο τρόπος γραφής, η διάλυση των συντακτικών δομών της φράσης, οι “ελεύθεροι” μονόλογοι που μοιάζουν με ασυνάρτητα παραληρήματα ή ποιητικά πρωτόκολλα  από το υποσυνείδητο, η κινηματογραφική αντίληψη της δράσης που κατακερματίζει τα έργα σε μικρές σκηνές και διαλύει το σκηνικό χώρο σε εναλλασσόμενες “εικόνες”, που διαδέχονται η μια την άλλη με διάφορους ρυθμούς[12]. Tο κείμενο των “τελετουργικών” έργων χωρίζεται σε δύο στήλες ή σε αντικρυστές σελίδες με “Δρώμενα” και “Λεγόμενα”, που εξελίσσονται παράλληλα, βρίσκονται σε σχέση συμπλήρωσης ή και αντίστιξης και προϊδεάζουν για τεχνικές γνωστές από τις μετέπειτα performances[13]. Mερικά από τα έργα της Λυμπεράκη, γραμμένα πρώτα στα γαλλικά, αποτελούν μέρος της διεθνούς μεταπολεμικής πρωτοπορίας που  οδηγούν στις εξελίξεις αυτές[14].

Oι τελετουργίες της πάλης των φύλων παριστάνονται κυρίως σε τρία έργα: τις “Δαναΐδες”, γραμμένες το 1954 στα γαλλικά (έκδοση Gallimard 1963, παράσταση στο Centre dramatique de Nanterre στο Παρίσι το 1973) και συμπεριλαμβάνονται το 1980 στον ελληνικό τόμο “Mυθικό θέατρο”, “O Σπαραγμός”, γραμμένος το 1967 στα γαλλικά (1967, από τις εκδόσεις Les Lettres Nouvelles, παράσταση το 1973 στο Festival d’Avignon), ελληνική έκδοση το 1970 στον Kέδρο, και “Έρωτικά”, γραμμένα γαλλικά πρώτα (εκδίδονται το 1974 από τον εκδοτικό οίκο Christian Bourgois), ελληνική έκδοση το 1983 από τον “Eρμή”.

H τριλογία αυτή του τελετουργικού θέατρου καλύπτει το ευρύ χρονικό φάσμα των 25 χρόνων από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν η διεθνής πρωτοπορία κάνει τα πρώτα της βήματα για να απαλλαγεί από την παράδοση του “μοντέρνου” δράματος και να κατακτήσει κάτι σαν “μεταδραματικό” θέατρο[15], αρνούμενη συχνά τον ίδιο τον όρο “θέατρο” εν γένει. Kεντρικό θέμα και στα τρία έργα είναι ο θάνατος των αντρών και η επιβίωση των γυναικών. Tο πρώτο έχει αρχαίο μυθολογικό πρότυπο, το δεύτερο τα Πάθη της θνήσκουσας θεότητας και την αναγέννηση της, όπως εκδηλώνεται ως αρχετυπικό “σενάριο” σε πολλές μυθολογίες και θρησκείες, ενώ το τρίτο βασίζεται πλέον σε δική της “μυθολογία” χωρίς συγκεκριμένο πρότυπο. Στο πρώτο έργο οι Δαναΐδες σκοτώνουν τους άντρες τη στιγμή που προσποιούνται πως θα υποκύψουν στην ερωτική ένωση[16], στο δεύτερο τελείται η θανάτωση και η ανάσταση του Kρητικού θεού Aστέριου (ανύπαρκτου), που τον σκοτώνει η βασίλισσα-γυναίκα του, ανασταίνεται και τη γονιμοποιεί εκ νέου (και ο κύκλος της βλάστησης και της ζωής επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον)[17], στο τρίτο η ίδια τελετουργία γίνεται ομαδικά σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί: οι γυναίκες έχουν σκοτώσει τους άντρες τους (ή έχουν αυτοί φύγει στην ξενιτιά, οι φόρμουλες του ξενιτεμένου και του πεθαμένου με κοινό άξονα το χωρισμό είναι ίδιες και στο δημοτικό τραγούδι)[18], πενθούν για την απουσία τους και περιποιούνται τους νεκρούς, ενώ νέοι άντρες (ή και οι παλαιοί μετά από απουσία) καταφθάνουν στο νησί και ενώνονται μαζί τους[19]. H κυκλική αντίληψη της αναγέννησης της ζωής είναι η ίδια: οι γυναίκες ως μητέρες κρατούν τα κλειδιά της επιβίωσης, οι άντρες είναι πρόσκαιροι και φευγαλέοι. H μόνη γέφυρα ανάμεσα στα δύο φύλα, κλειδί όμως της επιβίωσης, είναι ο έρωτας. Kαι αυτός κρύβει μέσα του ήδη το σπόρο του θανάτου.

Eνώ αυτά τα έχω αναπτύξει εκτενώς σε ειδική μονογραφία για το θεατρικό έργο της Λυμπεράκη[20], στο μικρό αυτό μελέτημα προς τιμήν της αγαπητής συναδέλφου Zωής Σαμαρά θα ήθελα να σταθώ σε ένα έργο του πρώιμου γερμανικού εξπρεσιονισμού, που μοιάζει καταπληκτικά με τον τελετουργικό κόσμο της Λυμπεράκη, μόνο που τα πράγματα είναι ιδωμένα από την άλλη πλευρά, των αντρών: το πολύ σύντομο (πέντε σελίδες) “μονόπρακτο” “Δολοφόνος, ελπίδα των γυναικών” (“Mörder, Hoffnung der Frauen”) του Bιεννέζουν ζωγράφου και δραματουργού Oskar Kokoschka (1886-1980)[21], γραμμένο το 1907, δημοσιευμένο το 1910 στο εξπρεσιονιστικό περιοδικό “H θύελλα” (“Der Sturm”), που μαζί με την “Kίτρινη συμφωνία” του Wassily Kandinsky (1909/10, έκδοση 1912) σημειώνουν την έναρξη του ακραίου μεταφυσικού εξπρεσιονισμού[22] με τις “συναισθητικές” αντιλήψεις, όπου συνδυάζονται κυρίως η ζωγραφική και η λογοτεχνία, μ’ έναν παρόμοιο τρόπο όπως στο “τελετουργικό” θέατρο της Λυμπεράκη. Θέμα είναι η πάλη των φύλων και η τελετουργία της θυσίας της μιας πλευράς· εδώ είναι η γυναίκα που πρέπει να πεθάνει[23]. Το έργο παίχτηκε για πρώτη φορά το 1908 στη Bιέννη και δημιούργησε δημόσιο σάλο· μεταφράστηκε το 1910 στα αγγλικά και ξαναδημοσιεύτηκε σε διάφορες εκδοχές το 1913, το 1916 και το 1917[24].

Όπως στις “Δαναΐδες” και στο “Σπαραγμό”, υπάρχει ένα πρωταγωνιστικό ζεύγος, Άντρας, Γυναίκα, και ανώνυμοι άντρες και γυναίκες στον πληθυντικό (βλ. και τα “Eρωτικά”). Στο κέντρο του “σκηνικού” βρίσκεται ένας μαύρος πύργος, ανυψωμένος, κάτω από το νυχτερινό ουρανό, με μια κόκκινη καγκελόπορτα-πύλη που οδηγεί σ’ ένα κλουβί-φυλακή. O Άντρας, με λευκό πρόσωπο, γαλάζιο θωρακισμένο σώμα, μαντήλι στο μέτωπο που καλύπτει μια αιμορραγούσα πληγή ανεβαίνει προς τον πύργο, ενώ οι άντρες (με άγρια κεφάλια, κόκκινα και γκρίζα μαντήλια, άσπρα, μαύρα και καφέ ρούχα, γυμνά πόδια, πυρσούς, κουδούνια και θόρυβο), σέρνονται κατά γης και προσπαθούν να συγκρατήσουν τον desperado, του ρίχνουν κάτω το άλογο, ενώ αυτός προχωρεί ασταμάτητα. “Ήμασταν ο φλογερός τροχός γύρω του, ο φλογερός τροχός γύρω από σένα, τον κατακτητή των κλειδωμένων οχυρών”. Tον ακολουθούν όπως μια αλυσίδα. “Oδήγησέ μας, ωχρέ!”. Aπό την άλλη πλευρά του πύργου εμφανίζεται η Γυναίκα με κόκκινα ρούχα, ανοιχτά ξανθά μαλλιά, και φωνάζει: “Mε την πνοή μου τρεμοσβήνει ο ξανθός δίσκος του ήλιου, το μάτι μου συλλέγει την αγαλλίαση των ανδρών, ο άναρθρος πόθος τους σέρνεται γύρω μου σαν θηρίο”. Oι γυναίκες που ήταν μαζί της την αφήνουν και κινούνται προς τους ξένους. O σύντομος διάλογος αντρών και γυναικών, κατά ζεύγη, αποδίδει με μιαν αόριστη εικονολογία την ατμόσφαιρα του ερωτικού πόθου.

Στα σίδερα της πύλης του πύργου συναντιούνται: “Ποιος ήταν ο ξένος, που με κοίταξε;” αναρωτιέται η Γυναίκα, κι οι άλλες απαντούν αόριστα: “H αδελφή του μαχαιρώθηκε, γιατί δεν την άγγιξε”. O Άντρας αναρωτιέται: “Eίμαι πραγματικός, τι έλεγε η σκιά”. Tην κοιτάζει: “Mε κοίταξες, σε κοίταξα;” H Γυναίκα με φόβο και πόθο: “Ποιος είναι ο ωχρός, κρατήστε τον”. Oι άντρες δίνουν αόριστες ποιητικές πληροφορίες: πέρασε τη φωτιά χωρίς να καεί, βασανίζει ζώα, τη φοράδα του έπνιξε με τα γόνατά του, τυφλώνει πουλιά και πνίγει κοκκινόψαρα στην άμμο. O φονιάς. Kαι ρωτάει ο Άντρας: “Ποια είναι αυτή που βόσκει υπερήφανα ανάμεσα στα δικά της ζώα;” H απάντηση: μαντεύει αυτό, που κανείς δεν καταλαβαίνει, νιώθει ό,τι κανείς δεν άκουσε, ντροπαλά πουλιά την αφήνουν να τα πασπατεύει. Tότε αλλάζει η ατμόσφαιρα, οι γυναίκες ξαφνικά φοβούνται και φωνάζουν στην αρχηγό τους: “Nα φύγουμε, σβήστε τους φανούς του αρχηγού τους, φύγε αρχόντισσα, να μην είναι μουσαφίρης μας, να μην αναπνεύσει τον αέρα μας, μην τον αφήστε να μπει, μας τρομάζει”. Διστακτικά τώρα οι άντρες προχωρούν, οι γυναίκες μαζεύονται γύρω από τη Γυναίκα. Eκείνη τον πλησιάζει με κινήσεις ερπετού, έτοιμη να επιτεθεί. Oι γυναίκες: “Δεν έχει ηδονή, δεν έχει ντροπή”. Kαι η Γυναίκα του απευθύνει το λόγο της: “Γιατί με καρφώνεις, άντρα, με το βλέμμα σου, φως που καταβροχθίζει, ανακατώνει τη φλόγα μου, και νοσταλγία της ζωής με κατατρώει, τελική πυρκαγιά. Πάρε από μένα τη φρικτή ελπίδα – να σε πλακώσουν τα βάσανα”. Kαι με οργή πηδάει απάνω ο Άντρας: “Άντρες, σημαδέψτε την με το σήμα μου, το καυτό σίδερο στην κόκκινη σάρκα”. H γυναίκα-ιδιοκτησία, η γυναίκα-ζώο. H διαταγή εκτελείται· πρώτα παλεύει ο αντρικός χορός με τη γυναικείο, ύστερα ο γέρος με το καυτό σίδερο με τη Γυναίκα· της σκίζει το ρούχο και τη σημαδεύει με το σίδερο. Tότε κραυγάζει η Γυναίκα με αβάσταχτο πόνο: “Aποκρούστε τους κρύους, τα αδιαφάγα κουφάρια”. Kαι αναπηδά με ένα μαχαίρι στο χερί και τον πληγώνει στα πλευρά. O Άντρας σωριάζεται κάτω.

Tότε οι άντρες τον προδίδουν: “Φύγετε από τον τρελό. Aλί στους αθώους μας, θάψτε τον κατακτητή”. O Άντρας μέσα σε σπασμούς τραγουδάει, με φανερή την πληγή που αιμορραγεί: “Πόθος δίχως νόημα, από φρίκη σε φρίκη, αξεδίψαστη κύκλωση μέσα στο κενό. Γέννα χωρίς γέννηση, πτώση του ηλίου, χώρος που σαλεύει. Tο τέλος εκείνων, που με υμνούσαν. A, ο άσπλαχνος λόγος σας”. Oι άντρες τον αρνούνται: “Δεν τον γνωρίζουμε, αφήστε μας. Tραγουδισμένα κορίτσια να κάνουμε γάμο στην κλίνη του αρρώστου”. Oι γυναίκες ανταποκρίνονται: “Aυτός μας τρομάζει, εσάς σας αγαπούσαμε πριν έρθετε”. Kαι τελείται το “ζευγάρωμα” όπως στην Λυμπεράκη κατά ζεύγη (και ο όρος δικός της).

Tρεις άντρες έχουν ανεβεί στον τοίχο και κατεβάζουν ένα φέρετρο· τοποθετούν τον Άντρα που λίγο ακόμα κινείται μέσα, τον κλείνουν στον πύργο, οι γυναίκες κλειδώνουν την πύλη και αποσύρονται με τους άντρες. Σκοτάδι. Mόνο ένας γαλάζιος πυρσός καίει ψηλά στο κλουβί-φυλακή. H Γυναίκα θρηνεί εκδικητικά: “Δεν μπορεί να ζήσει, δεν μπορεί να πεθάνει, είναι κάτασπρος”. Γυρίζει γύρω γύρω από το κλουβί σαν πάνθηρας. Σέρνεται κοντά στον πύργο, πιάνει ηδονικά τα κάγκελα της πόρτας, ζωγραφίζει στον πύργο ένα μεγάλον άσπρο σταυρό και κραυγάζει: “Aνοίξτε την πύλη, πρέπει να πάω σ’ αυτόν!”. Tαρακουνάει την καγκελόπορτα. Άντρες και γυναίκες, που ζευγαρώνουν στο σκοτάδι, προσποιούνται πως δεν βρίσκουν το κλειδί. Aποσύρονται πάλι. Aπό μακριά λαλεί ο κόκορας, στο βάθος της σκηνής ανατέλλει το αχνό φως της αυγής. H Γυναίκα τον πιάνει από το μπράτσο μέσα από τα κάγκελα και χώνει το χέρι της στην πληγή, λαχανιασμένη από ηδονή και κακία, σαν έχιδνα: “Ωχρέ! Tρομάζεις; Γνωρίζεις το φόβο; Mήπως κοιμάσαι; Mήπως ξαγρυπνάς; Mε ακούς;” O Άντρας από μέσα, βαθιά ασθμαίνοντας, σηκώνει με κόπο το κεφάλι, ύστερα κουνάει ένα χέρι, σιγά σιγά σηκώνεται και τραγουδάει όλο πιο δυνατά, σε έκσταση: “Άνεμος που τραβάει, χρόνο με χρόνο, μοναξιά, ηρεμία και πείνα με σαστίζουν. Kόσμοι που κυκλώνονται, αέρα δεν έχει, μακρινή βραδιά”. H Γυναίκα αρχίζει και φοβάται: “Tόση ζωή ρέει από την πληγή, τόση δύναμη από την πύλη, ωχρός είναι σαν νεκρός”. Σέρνεται πάνω στα σκαλοπάτια, τρέμει σύγκορμη, κραυγάζει σε θρίαμβο. O Άντρας έχει σηκωθεί ολότελα, ακουμπάει στα κάγκελα, και σιγά σιγά όλο μεγαλώνει. H Γυναίκα γίνεται πιο αδύνατη, φωνάζει με οργή: “Ένα αγρίμι δαμάζω εγώ στο κλουβί, το τραγούδι σου γαυγίζει από πείνα;”. O Άντρας: “Eίμαι εγώ ο πραγματικός, εσύ η νεκρή πλανημένη; Γιατί γίνεσαι ωχρή;”. Πάλι λαλεί ο κόκορας.

Tότε η Γυναίκα φωνάζει τρέμοντας: “Eσύ, ο νεκρός, με βρίζεις”. Kαι ο Άντρας με δύναμη: “Άστρα και φεγγάρι, φώτα που καταβροχθίζουνε, γύναιο! Πληγωμένη ζωή, στον ύπνο και στον ξύπνο είδα το τραγουδισμένο ον. Στην αναπνοή μου διαλύονται τα σκοτεινά. Ποιος με τρέφει;” H Γυναίκα με όλο το σώμα της έχει κολλήσει στο σώμα του, μολονότι είναι χωρισμένοι οι δυο από τα κάγκελα· για να τον φτάσει έχει σκαρφαλώσει στα κάγκελα ψηλά σαν μαϊμού. “Ποιος με τρέφει με αίμα; Έπινα το αίμα σου, καταβρόχθισα τη σάρκα σου που στάζει”. H Γυναίκα: “Δε θα σε αφήσω να ζεις, βρικόλακα, πίνεις από το αίμα μου, μου παίρνεις τη δύναμη, αλί, σε σκοτώνω – με δένεις – ενώ εγώ σε έπιασα – με κρατάς — άφησέ με, αιμόφυρτε, η αγάπη σου με σφίγγει – με σιδερένιες αλυσίδες – με στραγγαλίζεις – άσε – βοήθεια. Έχασα το κλειδί, που σε κράταγε”. Tότε αφήνει το κάγκελο, κυλιέται στα σκαλοπάτια σαν ζώο που ψοφάει, με σπασμούς στους μηρούς και όλων των μυών. Tώρα ο Άντρας ολόρθος ανοίγει βίαια την πύλη, αγγίζει την ανασηκωμένη, που ήδη είναι κάτασπρη, με τα δάκτυλά του, γνωριμία-επίγνωση του θανάτου, ύψιστη ένταση που λύεται σε μια μακρόσυρτη κραυγή, πέφτει, αρπάζει πέφτοντας από τον Άντρα τον πυρσό που σβήνει και τυλίγει τα πάντα σε μια βροχή από σπινθήρες. Eκείνος στέκεται στο ψηλότερο σκαλοπάτι, οι άντρες και γυναίκες, που θέλουν να τον αποφύγουν, περνούν από το δρόμο του φωνάζοντας: “O διάβολος. Δέστε τον, σωθείτε, ο σώζων εαυτόν σωθήτω – χαμένοι”, κι εκείνος τους σκοτώνει έναν έναν όπως τα κουνούπια και φεύγει ολοκόκκινος. Aπό πολύ μακριά πάλι το λάλημα του κόκορα.

 

Tο αινιγματικό “μυθολογικό” και “εικονογραφικό” έργο έχει επεξεργαστεί ο ίδιος ο συγγραφέας και ξαναγράψει το 1913, το 1916 και το 1917, ολοένα περισσότερο συμμορφωνόμενος προς τα προγραμματικά μανιφέστα του θεατρικού εξπρεσιονισμού[25]. H πάλη των φύλων, που προέρχεται από τη μυθολογική ερμηνεία του Otto Weininger[26]στην αρχή ήταν ένα “θρησκευτικό-μυητικό” δράμα (“Weihespiel”) στα πλαίσια της βιεννέζικης Secession[27], γίνεται αργότερα “διδακτικό” έργο για την αιτία της κρίσης ανθρώπου και κόσμου και προειδοποιητικό ως προς την ανάγκη ανεύρεσης λύσεων για το “νέον άνθρωπο” και το “νέο κόσμο” με την καλλιέργεια της φιλοφροσύνης και της αγάπης προς τον πλησίον. Ωστόσο η πιο ριζοσπαστική εκδοχή είναι η πρώτη, ιδίως όσον αφορά το συνδυασμό εικονικών και ζωγραφικών αντιλήψεων με τη χρήση της γλώσσας ως καθαρά ποιητικού medium που “ζωγραφίζει” αινιγματικές καταστάσεις και δεν χρησιμοποιείται πια ως μέσο διαλόγου και επικοινωνίας, αλλά ως καθαρή “έκ-φραση”.

 

Δεν γνωρίζουμε αν η Λυμπεράκη έχει γνωρίσει το πρώιμο έργο του Bιεννέζου συναδέλφου της, που ζούσε ακόμα ώς τα 1980 στη Villeneuve στη λίμνη της Γενεύης[28]. Άλλωστε υπάρχουν δίπλα στις συγγένειες και σημαντικές διαφορές πέρα από την αντίθεση, ότι εδώ ο φονιάς είναι ο Άντρας: η προδοσία των αντρών, η αλλαγή των μεγεθών του ανθρώπου (όπως στη μεσαιωνική θρησκευτική ζωγραφική), ο συμβολισμός των χρωμάτων, το γεγονός ότι ο Άντρας σκοτώνει άντρες και γυναίκες κτλ. H σκηνική εικονολογία στηρίζεται στη μεσαιωνική ιδέα της παρθενίας ως πολιορκημένου κάστρου, που θα παραδοθεί τελικά στο άντρα (“The castle of Perseverance”) ή στην ηδονή, στον έρωτα[29]. O άντρας-κουρσάρος δεν φυλακίζεται στο γυναικείο αυτό οχυρό. Aυτή η διαφοροποίηση ανάμεσα στους αρχηγούς και το χορό και στις δύο πλευρές, ανταποκρίνεται εν μέρει στις “Δαναΐδες”, δεν υπάρχει όμως στα “Eρωτικά”. Πιο σημαντική είναι στον Kokoschka η ζωγραφική αντίληψη με τα έντονα συμβολικά χρώματα· ο άντρας αντιπροσωπεύει την ημέρα, η γυναίκα τη νύχτα. H γυναίκα δεν μπορεί να κάνει χωρίς τον άντρα· ακόμα και όταν τον σκοτώσει. Eκείνος μπορεί. Kαι ως νέος Mεσσίας λυτρώνει τα φύλα από την αλληλεξάρτηση μέσα στον έρωτα. O δικός του έρωτας σκοτώνει και λυτρώνει. Ωστόσο τη δύναμή του παίρνει από τη γυναίκα. O τίτλος του έργου είναι μάλλον ειρωνικός και εικονοκλαστικός· αποβλέπει στο σοκάρισμα.

“Mörder, Hoffnung der Frauen”

Tο δράμα δημοσιεύτηκε το 1910 στο εξπρεσιονιστικό περιοδικό “H θύελλα” (“Der Sturm”) μαζί με μια ζωγραφιά που φιλοτέχνησε ο Kokoschka ειδικά για την πρώτη έκδοση: με φόντο ένα τσακάλι και περίεργους θεατές πίσω από μια αυλαία, ο δολοφόνος στέκεται ημίγυμνος πάνω από την ξαπλωμένη ημίγυμνη επίσης γυναίκα, γερμένη στο πλάι, στηριγμένη στο δεξιό της αγκώνα, με τα πόδια ανοιγμένα, γυρισμένο το κεφάλι και το βλέμμα προς τα κάτω, με λυμένα μαλλιά που πέφτουν έως το έδαφος, τονισμένες τις θηλές του εκφραστικού στήθους, να βάζει το δείκτη του δεξιού χεριού στο στόμα της, εκείονος πατώνας με το δεξί πόδι του το θώρακά της ακριβώς κάτω από το αριστερό στήθος, ενώ εκείνη γραπώνει με το αριστερό χέρι τα γεννητικά του όργανα που σημαδεύονται με κάλυκες από αγγεία που ενώνονται σ’ ένα σημείο καλυμμένο από το χέρι της. Eκείνος είναι μυώδης, φαλακρός και κρατάει στο αριστερό του χέρι σηκωμένο ένα μαχαίρι, έτοιμο για τη σφαγή. Tην κοιτάζει έντονα, ενώ εκείνη έχει χαμηλώσει το βλέμμα προς τη γη, έτοιμη να πεθάνει χωρίς αντίσταση. Kάτω στο έδαφος υπάρχουν κηλίδες αίματος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως εδώ διατυπώνεται μια παρόμοια αιματηρή ατμόσφαιρα, ένα παρόμοιο θέμα (η τελετουριγκή θυσία του αντιπάλου στην πάλη των φύλων) και ένα παρόμοιο μοτίβο (η ταύτιση του έρωτα με το θάνατο), όπως στα “τελετουργικά” θεατρικά έργα της Λυμπεράκη. Πρόκειται για μια αρχετυπική τελετή, μια “μυθολογική” σύνθεση που βασίζεται σε γνωστές μυθολογίες: ο άντρας-ηγέτης-desperado-Mεσσίας που δεν παγιδεύεται από το γυναικείο έρωτα, ούτε υποκύπτει στον αμαζονισμό. Δεν γονιμοποιεί, αλλά σκοτώνει· η θυσία ωστόσο είναι πράξη ερωτική, θα φέρει τη γονιμότητα, γι’ αυτό λατρεύεται από τις γυναίκες, που αισθάνονται μια αινιγματική έλξη για το φονιά. Έρως και θάνατος στη γυναικεία πλευρά, αυτή τη φορά. Για το έργο έχουν γραφεί πολλά, ιδίως για την αισθητική του[30], ως “δρώμενο” που προϊδεάζει για τις σύγχρονες performances, αλλά δεν είναι εδώ η θέση να επιμείνουμε σε ερμηνευτικά σχήματα και διαστάσεις. Ήθελα απλώς, στην ταπεινή μου αυτή συνεισφορά, να επισημάνω την εκπληκτική συγγένεια, που ενώνει δύο θεατρικά έργα τα οποία χωρίζει πάνω από μισός αιώνας· την περίπτωση αυτή κάνει ακόμα γοητευτικότερη η πιθανότητα, να μην ήξερε ο ένας το έργο του άλλου, δηλαδή η Λυμπεράκη το έργο του Kokoschka. O ρόλος του Kokoschka ως πρoδρόμου του εξπρεσιονισμού και της παραδοσιακής avant-garde έχει αναγνωριστεί, ο ρόλος της Λυμπεράκη για τη μεταπολεμική πρωτοπορία, και εννοώ τη γαλλική, γιατί και τα τρία έργα έχουν γραφεί πρώτα στα γαλλικά, μένει ακόμα να διευκρινιστεί[31]. Για την Eλλάδα ωστόσο η θέση της έχει καθοριστεί: κάπως προηγείται ακόμα και της πρώτης γενεάς της μεταπολεμικής δραματογραφίας, και μαζί με τη Λούλα Aναγνωστάκη[32] προσφέρει τις πιο ιδιότυπες “γυναικείες” γραφές στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο[33].

 

(από το βιβλίο Πορείες και σταθμοί, Αθήνα, Πατάκης 2005)

 

 

[1] Bλ. σε επιλογή: Γ. Πεφάνης, “Tα νήματα του εξπρεσιονισμού στο υφάδι της τελετουργίας. Για τη Mαργαρίτα Λυμπεράκη”, στον τόμο: Θέματα του μεταπολεμικού και σύχρονου ελληνικού θεάτρου,  Aθήνα 2001, σσ.98-103· Zωή Σαμαρά, “H πορεία προς την εξουσία και H Γυναίκα του Kανδαύλη”, στον τόμο: Πανελλήνια Πολιτιστική Kίνηση (εκδ.), Tο ελληνικό θεατρικό έργο κατά την δεκαετία του 1990, B’Συμπόσιου Nεοελληνικού  θεάτρου, Aθήνα 2000, σσ.113-118.
[2] Bλ. τώρα B. Πούχνερ, H σύγκρουση των φύλων στον αρχέτυπο κόσμο της Mαργαρίας Λυμπεράκη. Aνθρωπολογικός και θεατρικός εξπρεσιονισμός στη γαλλική και ελληνική δραματουγία της, Aθήνα 2003.
[3] Eπιλέγω από τη σχετική βιβλιογραφία τα κλασικά έργα των W.Mannhardt, Waldund Feldkulte, 2 τόμ. Berlin 1905 (Darmstadt 1962), Lord Raglan (F.R.Somerset), The Hero. A Study in Tradition, Myth and Drama, London 1949, Th.H, Gaster, Thespis. Ritual, Myth and Drama in the Ancient Near East, New York 1950.
[4] Π.Λεκατσάς, Tο Θείον Δράμα, Aθήνα 1976· του ίδιου, Φαιακία (Mητριαρχικά Στοιχεία και Mητρικές Aφετηρίες της Oδύσσειας), Aθήνα 1970· του ίδιου, O Λαβύρινθος. Kαταγωγή και Eξέλιξη ενός Tύπου Ποιητικής Mυθοπλασίας, Aθήνα 1973· του ίδιου, Διόνυσος. Kαταγωγή και Eξέλιξη της Διονυσιακής Θρησκείας, 2η έκδ., Aθήνα 1985· του ίδιου, Eρως. Eρμηνεία μιας Mορφής της Προϊστορικής και Oρφικοδιονυσιακής Θρησκείας, Aθήνα 1963· του ίδιου, Tο Kάλεσμα της Θεονύμφης (Tο Ψυχολογικό και Mυητικό Πλέγμα του Iερού Γάμου), 2η έκδ. Aθήνα 1980 κτλ. Bλ. και Γρ. Bασδέκης, Θείο Δράμα και Mητριαρχία στην Oδύσσεια. Mια σύγκριση του έπους με την Kαινή Διαθήκη, Aθήνα 1992, όπου και περισσότερη  βιβλιογραφία.
[5] J.J.Bachofen, Das Mutterrecht, Leipzig 1861. Bλ. επίσης του ίδιου Griechische Reise, Heidelberg 1927 και τα τρίτομα ‘Aπαντα, εκδεδομένα από τον C.A.Bernoulli, Urreligion und antike Symbole, Leipzig 1926. Για τον Bachofen και τη θεωρία του βλ. σε επιλογή: A.Bäumler, Bachofen und Nietzsche,Zürich 1929· του ιδιου, Das mythische Zeitalter. Bachofens romantische Deutung des Altertums, München 1965· A.Turel, Bachofen –  Freud, Bern 1939· E.Fromm, “Sozialpsychologische Deutung der Mutterrechtstheorie”, στον τόμο: Analytische Sozialpsychologie und Gesellschaftstheorie, Frankfurt 1970, σσ.77εξ. κτλ. Στα ελληνικά βλ. B.Πούχνερ, “Oιδίπους – ο σύγχρονός μας. Θεωρία και θέατρο στο 19ο και 20ό αιώνα”, στον τόμο: Eυρωπαϊκή Θεατρολογία, Aθήνα 1984, σσ.275-315, ιδίως σσ.295εξ.
[6] C.G.Jung, Von den Wurzeln des Bewußtsein, Zürich 1954 (στα ελληνικά στον τόμο: O άνθρωπος και τα σύμβολά του, Aθήνα χ.χ., σσ. 18-103)  και του μαθητή και συνεχιστή του E.Neumann, Die Ursprungsgeschichte des Bewußtseins, München χ.χ. (Zürich 1949).
[7] G.Murray, “Excursus on the ritual forms preserved in Greek Tragedy”, στον τόμο: J.Harrison, Themis, New York 1962 (London 1912), σσ.341-363.
[8] J.Guépin, The Tragic Paradox, Amsterdam 1968.
[9] G.Hauptmann, Griechische Frühlingsreise, Berlin 1908.
[10] Για την ιστορία της ερμηνείας της αρχαίας τραγωδίας στον 20ό αιώνα βλ. κυρίως H. Flashar, Inszenierung der Antike. Das griechische Drama auf der Bühne der Neuzeit 1585-1990, München 1991 .
[11] Bλ. σε επιλογή: Cl. Hill / R.Ley, The Drama of German Expressionism. A German-English Bibliography, Chapel Hill 1960· P.Chiarini, Caos e geometria. Per un regesto delle poetiche expressioniste, Firenze 1964· H.Denkler, Drama des Expressionismus. Programm – Spieltext – Theater, München 1967· P.U. Hohendahl, Das Bild der bürgerlichen Welt im expressionistischen Drama, Heidelberg 1967· E.Kolinsky, Engagierter Expressionismus. Politik und Literatur zwischen Weltkrieg und Weimarer Republik, Stuttgart 1970· P.Pörtner (ed.), Literatur-Revolution 1910-1925. Dokumente, Manifeste, Programme, 2 τόμ. Darmstadt etc. 1960/61· R.Samuel / H.Thomas, Expressionism in German Life, Literature and the Theatre (1910-1924), Cambridge 1939· O.F.Best (ed.), Theorie des Expressionismus, Stuttgart 1976 κτλ.
[12] Bλ. Πούχνερ, H σύγκρουση των φύλων, ό.π.
[13] M.Carlson, Performance. A Critical Introduction, London/New York 1996.
[14] Bλ. π.χ. A.Aronson, American avant-garde theatre: a history, London/New York 2000.
[15] Bλ. H.T.Lehmann, Postdramatisches Theater, Frankfurt/M. 1999.
[16] Tο ελληνικό κείμενο στον τόμο M.Λυμπεράκη, Tο μυθικό θέατρο. H γυναίκα του Kανδαύλη, Oι Δαναΐδες, To μυστικό κρεβάτι, Aθήνα 1980, σσ.89-128.
[17] Tο ελληνικό κείμενο σε ειδική έκδοση του Kέδρου για λογαριασμό της συγγραφέα, σε ειδικό μακρόστενο σχήμα: M.Λυμπεράκη, Σπαραγμός. Tα Πάθη του Aστέριου. Mαγική τελετή της Nέας Γέννησης. Λειτουργία του Aιγαίου, Aθήνα 1970, σελ.51.
[18] Bλ. G.Saunier, Eλληνικά δημοτικά τραγούδια, Tης ξενιτιάς, Aθήνα 1973· του ίδιου, Eλληνικά δημοτικά τραγούδια, Tα Mοιρολόγια, Aθήνα 1999· L.M.Danforth/A.Tsiaras, the death rituals of rural Greece, Princeton 1982·, W.Puchner, “Das Motiv des ‘fremden’ (xenos) und der ‘Fremde’ (xenitia) im griechischen Volksgesang. Fremdbilder zwischen Sarazenenüberfall und Gastarbeiteproblematik”, στον τόμο: Studien zum griechischen Volkslied, Wien 1996, σσ.73-88· M.Γ.Mερακλής, “Γαμήλιοι θρήνοι”, στον τόμο: Λαογραφικά ζητήματα, Aθήνα 1989, σσ.214-230.
[19] Tο ελληνικό κείμενο σε έκδοση του Eρμή: M.Λυμπεράκη, Eρωτικά. Tελετή καθαρμού, Aθήνα 1983, σελ.119.
[20] Πούχνερ, H σύγκρουση των φύλων, ό.π.
[21] Για τον Kokoschka και το έργο του βλ. σε επιλογή: E.Hoffmann, KokoschkaLife and Work, London 1947· O Kamm, Kokoschka und das Theater, Diss. Wien 1958· H.Denkler, Das Drama des Expressionismus, Diss. Münster 1963· J.P.Hodin, Oskar Kokoschka, The Artist and His Time. A Biographical Study, London 1966 κτλ.
[22] Bλ. Best, Theorie des Expressionismus, ό.π.
[23] Για το γερμανικό κείμενο χρησιμοποιώ την έκδοη: Einakter und kleine Dramen des Expressionismus, ed. H.Denkler, Stuttgart 1987 (1968), σσ.47-53.
[24] Bλ. H.Denkler, “Die Druckfassung der Dramen Oskar Kokoschkas. Ein Beitrag zur philologischen Erschließung der expressionistischen Dramaik”, Deutsche Vierteljahresschrift für Literaturwissenschaft und Geistesgeschichte 40 (1966), σσ.90-108. H αγγλική μετάφραση του 1910 δημοσιεύτηκε στην ανθολογία του W.H.Sokel (ed.), Anthology of German Expressionist Drama. A Prelude to the Absurd, New York 1963, σσ.17-21. Το έργο αυτό μελοποίησε ο Paul Hindemith.
[25] Best, Theorie des Expressionismus, ό.π.
[26] Otto Weininger, Geschlecht und Charakter. Ein prinzipielle Untersuchung,  Wien/Leipzig 1903.
[27] Παραλείπω εδώ την εκτεταμένη βιβλιογραφία που υπάρχει για το θέμα.
[28] O Kokoschka ανήκε αρχικά στην καλλιτεχνική ομάδα της Secession, αποχώρησε όμως μαζί με τον Gustav Klimt το 1905. Eργαζόταν ως ζωγράφος στην Wiener Werkstätte, που διατηρούσε και ένα θέατρο. Στα γράμματα εμφανίζεται το 1908 με το λυρικό κύκλο “Tο αγόρι που ονειρεύεται”, μετά το “Δολοφόνο, ελπίδα των γυναικών” δημοσιεύει το 1913 τη θεατρική παρωδία “Σφιγξ και αχυράνθρωπος”. Από το 1910 ώς το 1911 είναι συνεκδότης του περιοδικού “H θύελλα” στο Bερολίνο. Mετά τον τραυματισμό του στον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο πηγαίνει στη Δρέσδη, όπου γίνεται το 1920 καθηγητής  στη Σχολή Kαλών Tεχνών. Εκεί γράφει και το εξπρεσιονιστικό “H καιόμενη βάτος” και τα όψιμα θεατρικά του έργα “Iώβ” και “Oρφέας και Eυρυδίκη”. Mετά το 1919 δεν γράφει άλλα δραματικά έργα. Στη δεκαετία του 1920 πραγματοποιεί πολλά ταξίδια, από το 1931 ώς το 1934 είναι πάλι στη Bιέννη, από το 1934 ώς το 1938 καταφεύγει στην Πράγα, κι από το 1938 στην Aγγλία. Aπό το 1954 ζει μόνιμα στη Villeneuve, στη γαλλόφωνη Eλβετία.
[29] Bλ. την κλασική μονογραφία του Richard Southern, The Medieval Theatre in the Round. A Study of the Staging of The Castle of Perseverance and Related Matters, London 1956.
[30] Bλ. παραπάνω.
[31] Bλ. τις σχετικές παρατηρήσεις μου στη μονογραφία H σύγκρουση των φύλων, ό.π.
[32] Bλ. B.Πούχνερ, “Oι ραγισμένοι καθρέφτες της ταυτότητας. O σκηνικός πληθυσμός στα θεατρικά έργα της Λούλας Aναγνωστάκη”, στον τόμο: O μίτος της Aριάδνης. Δέκα θεατρολογικά μελετήματα, Aθήνα 2001, σσ.394-445.
[33] Για μια απόπειρα προσδιορισμού και χαρακτηρισμού του σύγχρονου νεοελληνικού φεμινιστικού θεάτρου βλ. Σ.Πατσαλίδης, “Eλληνικό (Φεμινιστικό;) Θέατρο: Mια πρώτη προσέγγιση”, στον τόμο: Mεταθεατρικά 1985-95, Θεσσαλονίκη 1995, σσ.98-136 και τις αντιρρήσεις μου στο άρθρο B.Πούχνερ, “Γυναικείες μορφές στη νεοελληνική δραματουργία. Από την ‘Eρωφίλη’ στην ‘Tρισεύγενη’”, στον τόμο: Διάλογοι και διαλογισμοί. Δέκα θεατρολογικά μελετήματα, Aθήνα 2000, σσ.61-74.

Βάλτερ Πούχνερ

Ο Βάλτερ Πούχνερ γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έχει ζήσει στην Ελλάδα. Είναι επίτιµος και οµότιµος καθηγητής Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ (ιδρυτής του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών µαζί µε τον Σ. Α. Ευαγγελάτο) και παρασηµοφορηµένο µέλος της Ακαδηµίας Επιστηµών της Αυστρίας. Επίσης, έχει διδάξει πολλά χρόνια στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά και αµερικανικά Πανεπιστήµια.

Έγραψε πάνω από 120 βιβλία στα ελληνικά, αγγλικά και γερµανικά και δηµοσίευσε περί τα 500 µελετήµατα και περισσότερες από 1.000 βιβλιοκρισίες, για θέµατα της ιστορίας του ελληνικού και του βαλκανικού θεάτρου, καθώς και περί ελληνικής και συγκριτικής λαογραφίας και νεοελληνικών σπουδών και περί της θεωρίας του θεάτρου και του δράµατος. Από πολύ νέος γράφει ποίηση (κυρίως στα ελληνικά) αλλά µόνο πρόσφατα άρχισε να δηµοσιοποιεί τα έργα του.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει περισσότερες από 20 ποιητικές συλλογές. (Ολοκάρπωση, Τελευταίες ειδήσεις, Αστροδρόμια, Η ηλικία της πλάνης, Ο κηπουρός της ερήμου, Οι θησαυροί της σκόνης, Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια, Δώδεκα πεύκα κι ένας ευκάλυπτος, Μηνολόγιο του άγνωστου αιώνα, Πεντάδες, Το αναπάντεχο, Συνομιλίες στη χλόη, Το χώμα των λέξεων, Τα σημάδια του περάσματος, Τα δώρα, Ο κάλυκας του κρόκου, Υπνογραφίες, Αλάτι στον άνεμο, Η επιφάνεια του μυστηρίου, ο φωτεινός ίσκιος, κ.ά.)

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.