You are currently viewing Ζωή Κατσιαμπούρα: Χαμένα…

Ζωή Κατσιαμπούρα: Χαμένα…

Χαμένα…

Ο μικρός της οικογένειας έπρεπε να επιστρέψει από το γυμναστήριο στις εφτάμιση, νύχτα ακόμα. Πήγαν λοιπόν να τον παραλάβουν παππούς και γιαγιά και θεία που μόλις είχαν έρθει για λίγες μέρες στο σπίτι του, η μαμά του π-ν-ι-γόταν στον κομπιούτερ της. Αρκετή η απόσταση, η γιαγιά είχε και μπαστούνι λόγω της ερεθισμένης από την υγρασία αρθρίτιδας.Ίσως εξαιτίας του μπαστουνιού τής ρίχτηκε κι ένας σκύλος στον δρόμο! Δεσποζόμενος, τον έσυρε πίσω αμέσως η κυρά του, αλλά είχε προλάβει να αρπάξει το παντελόνι της γιαγιάς και να προκαλέσει φωνές και ταραχή. Λίγο η ταραχή, λίγο το μπαστούνι, έφτασαν στο γυμναστήριο όταν πια ο μικρός είχε τελειώσει το judo και τους περίμενε ανυπόμονος. Γύρισαν πίσω συζητώντας και για το judo και για τον σκύλο, δεν έπληξε καθόλου η παρέα.

 

Την επόμενη ανέβηκε απάνω έντρομος ο μικρός, δεν έβρισκε στην αυλή του κτιρίου το πατίνι του. Του το έκλεψαν! Ανέλαβε η μάνα του την εξιχνίαση. Το είχε σήμερα το πατίνι στο σχολείο; Όχι, πήγε με τις αδελφές του με τα πόδια. Χτες το βράδυ πήγε με πατίνι στο γυμναστήριο; Μμμμμ, ναι. Αλλά μετά γύρισε με τους παππούδες, το πήρε το πατίνι; Όοοοοχι. Το είχε κλειδώσει στον φράχτη; Όοοοοοοχι. Πάει σου το πήραν…. Να το φοράς το μυαλό σου! Ναι, καλά, πήγαινε να το βρεις κι αν το βρεις εκεί, πατίνι ξεκλείδωτο, να μου τρυπήσεις τη μύτη, έσκασε από τα νεύρα της η μάνα του, τι απρόσεχτο παιδί!

Πήγε και το βρήκε! Οι κλέφτες το προσπέρασαν! Ούτε η μητρική μύτη τρύπησε, και το θέμα αποσιωπήθηκε.

Πέρασαν δυο-τρεις μέρες, Σάββατο, συνήλθαν πια κι οι παππούδες από την ενοχή, αυτοί έφταιγαν, με την κουβέντα το ξέχασε το παιδί το πατίνι του. Ηρέμησε κι η μάνα του, ε, εντάξει, παιδί είναι, τα πάει καλά σε τόσα πράγματα…

Πάλι όμως ο μικρός είχε απασχόληση το απόγευμα κι έπρεπε να πάρει το μετρό. Πού είναι η κάρτα μου; Εδώ, εκεί, πουθενά. Κι όχι μόνη της, μαζί με όλες τις κάρτες: την είσοδο στο σχολείο, την έκπτωση στα ΜΜΜ, την κάρτα γυμναστηρίου, την κάρτα για αγορές στο κυλικείο! Σε μια καρτοθήκη μαύρη, μήπως την είδατε; Κανείς. Η μάνα και πάλι παρενέβη. Άδειασε το -ελάχιστο- ποσό της κάρτας και άρχισε την ανάκριση: Την είχε στο σχολείο χτες; Ναι. Αφού δεν είναι εδώ σου έπεσε στον δρόμο! Για σκέψου, πού σταμάτησες; Μπήκες σε κάνα μαγαζί; Έβγαλες από την τσέπη σου μαντίλι; Ναι, αλλά χτες δεν ήρθε με τα πόδια, τον έφερε η μαμά του Α., του γείτονα συμμαθητή, γιατί έβρεχε. Α, ναι, ναι, θα γράψω μήνυμα!

Γράφτηκε το μήνυμα, ήρθε για απάντηση η φωτογραφία της καρτοθήκης που βρέθηκε όταν η μαμά του συμμαθητή την αναζήτησε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου της! Χαρά μεγάλη! Ενθουσιώδης, θριαμβικός χορός με ιαχές!

Εδώ όμως η μητρική υποχρέωση παρήγαγε αυστηρή νουθεσία: Τι είναι αυτά; Δεν προσέχει τα πράγματά του. Δεν είναι πλέον μικρός να τον νταντεύουν, να τον φροντίζουν άλλοι. Άκου εκεί, μέσα σε μια βδομάδα δυο αφηρημάδες που θα μπορούσε να στοιχίσουν πολύ. Μάζεψε το μυαλό σου, σε παρακαλώ πολύ!

Ο μικρός, με σκυμμένο κεφάλι, ψιθύρισε πρώτα «αφού τα βρήκα…» και μετά, όταν θεώρησε και η παρούσα γιαγιά καλό να βγάλει το συμπέρασμα-παραίνεση «σημασία έχει, παιδί μου, να μην τα χάνεις» ξεσπάθωσε «Μα γιαγιά μου, όλοι χάνουν πράγματα. Εσύ γιατί κάνεις κάθε τόσο φανουρόπιτα;»

Ηρέμησαν όλοι. Ανθρώπινο. Θα μεγαλώσει, θα συμμαζέψει το μυαλό του καλύτερα. Όλοι χάνουν πράγματα… Όλοι χάνουμε…

Στο κάτω κάτω είναι και τόσο νόστιμη η φανουρόπιτα, ως παρηγοριά, καθώς ως τάμα σπανίως ανταποδίδει…

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.