Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίησηΠρωτοσέλιδο

Αλεξάνδρα Ζερβού, Τρία ποιήματα

Η προσφυγοπούλα  au Clair de la Lune

 

Στο φως του μισοφέγγαρου,

ένα κορίτσι κοκαλιάρικο

με σκεπασμένο πρόσωπο

και παγωμένα χέρια

που ροκανίζει σιωπηλά τα νύχια του

και γλείφει τις πληγές στα πέλματά του

ντύνεται στα μενεξελιά

και βγαίνει στον περίβολο.

Γδύνεται το κορμί της

και ξεριζώνει τα φαρμακωμένα σπλάχνα της

να τα πετάξει στο πηγάδι.

Τρέχει τριγύρω τρεις φορές κραυγάζοντας

ιππεύοντας μια σκούπα της κουζίνας

με γόους βαρβαρικούς χορεύει κλαίγοντας

όποιον διψάσει και χαθεί.

 

Άδικος θρήνος!

Πια δεν έπινε κανείς.

Γιατί όλοι γνώριζαν πως το πηγάδι έγινε βόθρος

και λίπαινε τις βουκαμβίλιες της αυλής

κι εκεί στο βάθος του λυπόταν τους ανθρώπους.

*

Η Κασσάνδρα

[Στη μνήμη μιας  Καθηγήτριας ]

 

Όλη τη μέρα,

στο σκοτεινό σπουδαστήριο,

μελετούσε στους τοίχους

πύρινες μορφές

και στο ταβάνι

ένα καταδικό της ήλιο

να μεγαλώνει…

 

Με τον καιρό

πυρώσανε τα μάτια της,

το σώμα της απανθρακώθηκε.

 

Ύστερα γράψανε στο πιστοποιητικό

«Θάνατος από ηλίαση».

*

Μια Οιωνοσκόπος

 

«Είσαι τρελή» της έλεγε η μάνα της

κι άγγιζε με το δάχτυλο τα χείλη

σημαίνοντας σιωπή.

 

Εκείνη τότε σταματούσε το τραγούδι της,

έπαιρνε την ασήκωτη καρδιά της

και την ακούμπαγε σαν γλάστρα

στο παράθυρο, άκρη-άκρη στο πρεβάζι.

Εκεί την έτριβε πραϋντικά σε ψίχουλα

ελπίζοντας στα πρωινά πουλιά.

 

Όταν κι αυτά χαθήκαν απ’ την πόλη

αυτή ταξίδεψε μακριά για να τα βρει,

να νιώσει τα λαλήματά τους,

να μελετήσει τα πετάγματα…

 

Μετά από χρόνια γύρισε ξανά.

Είχε για δώρο της δυο κόκκινες φτερούγες

την είχαν μάθει να πετάει, να κελαηδάει….

Κι όλο ανέβαινε ψηλά και πιο ψηλά

και τραγουδούσε δυνατά σαν την αηδόνα.

 

Αν έπαυε, θα σωριαζότανε στη γη.

Είχε ξεχάσει πια να περπατάει.

.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.