Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γεωργία  Παπαδάκη: ΑΚΕΡΣΕΚΟΜΗΣ

     Μια λέξη που θέλγει με την τόλμη της ποιητικής δημιουργίας της και τη  μουσικότητά της είναι το σύνθετο επίθετο ἀκερσεκόμης, το οποίο έπλασε  η Αρχαία Ελληνική ‒ πλάι στο χρυσοκόμης, στο χρυσοπλόκαμος ‒  για τον Απόλλωνα, τον θεό του φωτός, και το παρουσιάζουμε εδώ σε ένα απόσπασμα από τον Ομηρικό ΄Υμνο1 στον Απόλλωνα.

      Το επίθετο αυτό έχει σχηματιστεί από το στερητικό , το ρήμα κείρω= κουρεύω, κόβω, και το ουσιαστικό κόμη, και σημαίνει αυτόν που έχει κόμη μη κεκαρμένη (μας έρχονται στον νου οι Κεκαρμένοι του Ν. Κάσδαγλη), έχει δηλαδή μαλλιά που δεν κόβονται, δεν κουρεύονται, μαλλιά μακριά. Με την προβολή αυτής της ιδιότητας του θεού αποδίδεται η αιώνια νεότητά του, γιατί οι νέοι της αρχαίας Ελλάδας μακριά μαλλιά έτρεφαν μέχρι την ενηλικίωσή τους ‒ εξαίρεση η Σπάρτη, όπου διατήρησαν τη συνήθεια της μακριάς κόμης, αν και πολύ αργότερα ο Λουκιανός αναφέρει ότι στα χρόνια του το έθιμο αυτό είχε πλέον και εκεί καταργηθεί. Στην Αθήνα, όταν οι νέοι γίνονταν 18 ετών, εισέρχονταν στην εφηβική ηλικία που διαρκούσε μέχρι το εικοστό έτος –  στη διάρκεια αυτών των δύο χρόνων ο ἔφηβος έκανε τη στρατιωτική του θητεία – εντάσσονταν στην κοινωνική ζωή της πόλης με την εγγραφή τους στους καταλόγους των ελεύθερων πολιτών και τότε έκοβαν τους μακριούς βοστρύχους τους2 και τους πρόσφεραν σε μία θεότητα. Αυτό γινόταν κατά την τριήμερη εορτή των Ἀπατουρίων και μάλιστα την τρίτη ημέρα, που λεγόταν Κουρεῶτις· η ονομασία οφείλεται, κατά μία άποψη, στο γεγονός ότι ο νέος και η νέα περνούσαν στην κατηγορία του κούρου και της κόρης, κατά μία άλλη, συνδέεται με την κοπή των μαλλιών.

 

    Ομόρριζα του ρήματος κείρω είναι οι λέξεις: κουρά,3 κουρεῖον, κουρεύς, κουρεύω, κορμός, κέρμα (τεμάχιο, μικρό νόμισμα), κουράζω ( με αρχική σημασία « τιμωρώ με καταναγκαστικό κούρεμα» ), κορόιδο (←κουρόγιδο ← κουρά+ γίδι= κουρεμένο γίδι) κ. ά.

    

    Σχετικά με τα αρχαία κουρεῖα γνωρίζουμε ότι ήταν τόπος συνάντησης των πολιτών, όπως τα σημερινά καφενεία, όπου κυριαρχούσε το κουτσομπολιό και η φλυαρία. Χαρακτηριστικό για την  παροιμιώδη φλυαρία των κουρέων είναι το ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο, όταν κάποτε ένας κουρέας ρώτησε τον Μακεδόνα βασιλιά Αρχέλαο (413-399 π.Χ.) πώς να τον κουρέψει, εκείνος του απάντησε: «Σιωπηλός». Ο Πλούταρχος διασώζει επίσης το περιστατικό με έναν κουρέα που πρώτος ανήγγειλε στους Αθηναίους τη μεγάλη καταστροφή τους στη Σικελία. Την πληροφορία ο κουρέας την είχε πάρει στον Πειραιά από έναν δούλο που είχε φτάσει δραπετεύοντας από εκεί και έσπευσε να τη μεταδώσει, για να πάρει αυτός τη δόξα της αναγγελίας της είδησης. Ο λαός πανικόβλητος προσπάθησε να ανακαλύψει την πηγή της φήμης και τον ανέκριναν, αλλά καθώς δεν γνώριζε το όνομα του δούλου, μίλησε για κάποιο ανώνυμο πρόσωπο. Αυτό εξόργισε τους συγκεντρωμένους που δεν τον πίστεψαν, θεώρησαν πως μόνος του επινόησε αυτά που έλεγε και ζήτησαν να τον βασανίσουν στον τροχό.4 Τον τέντωσαν λοιπόν πάνω στον τροχό, κι εκείνη τη στιγμή έφτασαν κι άλλοι που είχαν διαφύγει από το μεγάλο κακό φέρνοντας την είδηση της συμφοράς. ΄Ολοι τότε διασκορπίστηκαν μέσα στην οδύνη και τη θλίψη, αφήνοντας τον κουρέα πάνω στον τροχό. ΄Όταν τον απελευθέρωσαν αργότερα που κόντευε πια να βραδιάσει, το πρώτο που έκανε, χωρίς να ’χει βάλει μυαλό, ήταν να ικανοποιήσει πάλι την περιέργειά του που τον έτρωγε κάτι να καταφέρει να μάθει, και ρώτησε… τον δήμιο αν είχαν ακούσει για το πώς είχε πεθάνει ο στρατηγός Νικίας.

 

   Ας γυρίσουμε όμως στον εκθαμβωτικό ἀκερσεκόμην Απόλλωνα και τον Ομηρικό ΄Υμνο. Το παρατιθέμενο απόσπασμα προέρχεται από την ενότητα που  αναφέρεται στη γέννηση του θεού. Ο Απόλλων μόλις έχει γεννηθεί στο ασήμαντο, έρημο ξερονήσι της Δήλου από τη Λητώ, την οποία πλαισιώνουν όλες οι αθάνατες θεές πλην, φυσικά, της ζηλότυπης ΄Ηρας. Αμέσως, με θαυμαστό τρόπο τα σπάργανα λύνονται από μόνα τους, ο θεός μεγαλώνει απότομα και αναγγέλλει στις θεές ότι έργο του θα είναι να παίζει την κιθάρα, να τοξεύει και να χρησμοδοτεί στους ανθρώπους τις βουλές του πατέρα του, του Δία.

Ακολουθεί η συνέχεια στο πρωτότυπο (στ. 133-139):

 

                    Ὣς εἰπὼν ἐβίβασκεν ἀπὸ χθονὸς εὐρυοδείης

               Φοῖβος ἀκερσεκόμης ἑκατηβόλος· αἱ δ’ ἄρα πᾶσαι

               θάμβεον ἀθάναται, χρυσῷ δ’ ἄρα Δῆλος ἅπασα

               βεβρίθει καθορῶσα Διὸς Λητοῦς τε γενέθλην,

               γηθοσύνῃ ὅτι μιν θεὸς εἵλετο οἰκία θέσθαι

               νήσων ἠπείρου τε, φίλησε δὲ κηρόθι μᾶλλον.

               ἤνθησ’ ὡς ὅτε τε ῥίον οὔρεος ἄνθεσιν ὕλης.

 

                                        Σε μετάφραση

 

                   Αυτά σαν είπε, στη γη με τους πλατιούς τούς δρόμους

                βάδιζε με μεγάλες δρασκελιές ο Φοίβος

                που η κόμη του δε γνώριζε κουρά, ο Φοίβος που τοξεύει μακριά.

                Και τότε όλες οι αθάνατες θεές θαμπώθηκαν,

                κι ολάκερη η Δήλος γέμισε με χρυσάφι

                θωρώντας του Διός και της Λητώς το τέκνο,    

                από χαρά γιατί αυτή προτίμησε ο θεός

                γενέτειρά του να την κάνει απ’ τα νησιά και τις στεριές

                και πιο πολύ μες στην καρδιά του την αγάπησε.

                Και τότε άνθισε όπως η κορυφή βουνού με λούλουδα του δάσους.

 

 

 

1) Για τους Ομηρικούς ΄Υμνους βλ. το κείμενό μας  το σχετικό με τη λέξη καλυκῶπις ( 6/2/ 2019).
2) Είναι πανάρχαια η αντίληψη ότι η κοπή των μαλλιών συμβολίζει τον θάνατο του παλιού ατόμου και τη γέννηση ενός νέου, αντίληψη που επιβιώνει ώς τις μέρες μας· για παράδειγμα, το κόψιμο μιας τούφας μαλλιών κατά τη βάφτιση του παιδιού και η κουρά των μοναχών.
3) Σημειωτέον ότι η κοπή των μαλλιών στις γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας είναι επίσης σημείο πένθους.
4) Ο τροχὸς ήταν όργανο βασανιστηρίου. ΄Εδεναν πάνω σε έναν τροχό τον κατάδικο με τεντωμένα τα μέλη του και τον περιέστρεφαν.
 
 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.