Loading...
Μητρική γλώσσα

ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Κυματωγή, σφουγγάρι, λύνεται η γλώσσα                                                                      

                                                               ΚΥΜΑΤΩΓΗ                                                                

       Ουσιαστικό σύνθετο από το κῦμα* και τη ρίζα αγ- του ρήματος ἂγ-νυ-μι=σπάζω, συντρίβω (ομόρριζα: κάτ-αγ-μα, ναυ-αγ-ός, ίσως και ἀ(γ)κτή), που δηλώνει το μέρος της ακρογιαλιάς όπου σπάζουν τα κύματα.

        Τη λέξη κυματωγή, που δυστυχώς λησμονήθηκε στο διάβα των αιώνων, την αγαπώ πολύ για δύο λόγους· για το κάλλος της και την αξία της, γιατί αποδίδει μονολεκτικά αυτό που στη νέα ελληνική διατυπώνεται περιφραστικά. Γι’ αυτό την ανέσυρα από τη λήθη και την έχω εντάξει στο λεξιλόγιό μου, απολαμβάνοντας την ομορφιά του ήχου της και του νοήματός της κάθε φορά που τη χρησιμοποιώ· μου φέρνει στο αυτί ηδονικά, άλλοτε τον φλοίσβο ή τον παφλασμό του κύματος, καθώς διαγράφει την οφιοειδή γραμμή του πάνω στη μαλακή άμμο απιθώνοντας τον αφρό του, και άλλοτε το σύρσιμο του νερού κατά την άμπωτη, καθώς αποτραβιέται κροταλίζοντας ανάμεσα στα βότσαλα της παραλίας.

       Αυτή την αρχαία λέξη επέλεξα να την παρουσιάσω εδώ μέσα από ένα κείμενο των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, το ποιμενικό μυθιστόρημα του Λόγγου Δάφνις καί Χλόη ‒το ελληνικό μυθιστόρημα ανάγει τις αρχές του στην όψιμη ελληνιστική περίοδο και άνθισε κατά τον 2ο και 3ο αι. μ. Χ.

       Για τον Λόγγο δεν γνωρίζουμε τίποτε. Έχουν διατυπωθεί διάφορες γνώμες για την εποχή που έζησε και για τον τόπο καταγωγής του. Κατά μία άποψη ανήκει στον 2ο  αι. μ. Χ., κατά μία άλλη, στον 3ο αι. Κάποιοι θεωρούν ως πατρίδα του τη Λέσβο, και άλλοι υποστηρίζουν ότι έζησε στην Ιταλία ως δούλος κάποιου Ρωμαίου, ο οποίος, αφού τον απελευθέρωσε, του έδωσε το όνομά του.

       Το μυθιστόρημα του Λόγγου, που επιγράφεται Λόγγου ποιμενικῶν τῶν κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην, είναι το πιο γνωστό από τα ελληνικά μυθιστορήματα. Με τη χάρη, τον αισθησιασμό του και τις παραστατικές περιγραφές μιας φύσης ειρηνικής και ειδυλλιακής, άσκησε μεγάλη επίδραση στην ευρωπαϊκή μυθιστοριογραφία των νεότερων χρόνων και εκτιμήθηκε πολύ από τον Γκαίτε. Αλλά και γλύπτες και ζωγράφοι εμπνεύστηκαν από αυτό, καθώς επίσης και ο συνθέτης Ραβέλ, ο οποίος έγραψε το ομότιτλο μπαλέτο του.

         Η δράση του έργου εκτυλίσσεται στη Λέσβο, και η πλοκή του είναι κοινότοπη, κτισμένη γύρω από μία εμποδισμένη ερωτική ιστορία. Ο Δάφνις και η Χλόη,  δύο έκθετα παιδιά που βρέθηκαν από τσοπάνηδες, μεγαλώνουν μαζί βόσκοντας και φυλάγοντας τα γιδοπρόβατα, ερωτεύονται μεταξύ τους, περνούν διάφορες περιπέτειες και στο τέλος βρίσκουν τους γονείς τους που τους παντρεύουν.

        Σε κάποιο σημείο της εξέλιξης της μυθιστορίας, ο φτωχός Δάφνις πέφτει σε απελπισία, γιατί φοβάται μήπως οι θετοί γονείς της Χλόης τη δώσουν σε κάποιον από τους  πλούσιους γαμπρούς που ζητούν να την παντρευτούν και κλαίγοντας καλεί σε βοήθεια τις Νύμφες. Εκείνες εμφανίζονται στον ύπνο του και του αποκαλύπτουν ότι υπάρχει στην ακροθαλασσιά ένα κρυμμένο πουγκί με τρεις χιλιάδες δραχμές, που το ξέβρασαν τα κύματα όταν ένα καράβι τσακίστηκε στα βράχια. Τα χαράματα, μόλις ξύπνησε ο Δάφνις, χαρούμενος οδήγησε τις κατσίκες στη βοσκή, φίλησε τη Χλόη, προσκύνησε τις Νύμφες στη σπηλιά τους και κατέβηκε στη θάλασσα, τάχα πως θέλει να ραντιστεί με το νερό ‒ η συνέχεια στο πρωτότυπο:

καὶ ἐπὶ τῆς ψάμμου πλησίον τῆς κυματωγῆς ἐβάδιζε ζητῶν τὰς τρισχιλίας.

                                          Σε μετάφραση

       και βάδιζε στην αμμουδιά, σιμά εκεί που σπάζουνε τα κύματα,

       γυρεύοντας  τις τρεις χιλιάδες.          

       Μια λυρική περιγραφή της ωραιότατης κυματωγῆς δίνει ο μεγάλος μας Παπαδιαμάντης με την ξεχωριστή μαγεία του ύφους του, και στο διήγημα Φλώρα ἤ Λάβρα εκφράζει αυτό το στοιχείο του φυσικού κόσμου με τη γλώσσα του ερωτικού συναισθήματος. Γράφει: …ἀγναντεύαμεν μακράν…ἓν λευκὸν ὄνειρον, ἓν ὡραῖον σπιτάκι ‒ γλυκεῖαν καὶ ποθεινὴν καλιὰν ἐν μέσῳ παραδεισίου πρασινάδας, εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἂμμου, τοῦ αἰγιαλοῦ, εἰς τὸ φίλημα τοῦ κύματος».

 * Για την ετυμολογία του ονόματος, βλ. τη λέξη ἔγκυος σε προηγούμενη ανάρτησή μας.

 

ΣΦΟΥΓΓΑΡΙ

      Η λέξη αυτή προέρχεται από την αρχαιοελληνική σπόγγος-σφόγγος, και για την ακρίβεια από το μεταγενέστερο υποκοριστικό της σπογγάριον- σφογγάριον.

       Για την παρουσίαση του ουσιαστικού σπόγγος επιλέξαμε μια υψηλής σύλληψης ρήση του τραγικού ποιητή  Αισχύλου από την πρώτη τραγωδία της Ὀρέστειας, τον Ἀγαμέμνονα.

       Ο Αισχύλος (525-456 π.Χ.), ο πατέρας της ελληνικής τραγωδίας, γεννήθηκε στην Ελευσίνα, αλλά έζησε σχεδόν όλη τη ζωή του στην Αθήνα. ΄Ηταν ευγενικής καταγωγής και άνθρωπος αυστηρών αρχών, βαθύτατα ευσεβής, γενναίος και φιλόπατρις. Πήρε μέρος στους αγώνες κατά των Περσών, πολεμώντας στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα. Αυτή ακριβώς η σελίδα της ζωής του τον έκανε υπερήφανο, όπως μαρτυρεί το επίγραμμα που είχε συνθέσει για τον τάφο του και στο οποίο καυχάται ως μαραθωνομάχος και όχι ως ποιητής. Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο σε ηλικία μόλις 25 ετών, και έκτοτε η πορεία του στη δραματική τέχνη είναι στεφανωμένη με νίκες, κύρος και δόξα. Η φήμη του εξαπλώθηκε σύντομα εκτός Ελλάδας. Αποδέχτηκε πρόσκληση του Ιέρωνα, του φιλότεχνου τυράννου των Συρακουσών, και ταξίδεψε στη Σικελία, όπου παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα. Επέστρεψε αργότερα, το 458, εγκαταλείποντας για άγνωστους λόγους την Αθήνα, και πέθανε εκεί μετά από δύο χρόνια, στην πόλη Γέλα. Ο αριθμός των δραμάτων του είναι αμφίβολος. Κατά μία πηγή ανέρχονται σε εβδομήντα, κατά μία άλλη σε ενενήντα. Σήμερα σώζονται ολόκληρα δυστυχώς μόνο επτά και ορισμένα αποσπάσματα από χαμένα έργα του.

       Ο Αισχύλος είναι ένας μεγαλοφυής ποιητής. Τα δράματά του δεν φαίνονται δημιουργήματα ανθρώπινης τέχνης, αλλά προϊόντα θείας έμπνευσης. Οι υψηλές ιδέες του, οι υπεράνθρωποι και δραματικότατοι χαρακτήρες των ηρώων του, η γλώσσα του με το πλήθος των νέων λέξεων που πλάθει, καθώς και ο πλούτος των εκπληκτικών μεταφορών και των λαμπρών εικόνων καθιστούν την ποίησή του μεγαλοπρεπή και τιτάνια.

       Η τραγωδία Ἀγαμέμνων πραγματεύεται, όπως έχουμε ήδη αναφέρει με αφορμή τη λέξη «φελλός» και το δεύτερο δράμα της Ὀρέστειας Χοηφόροι, την επιστροφή του Αγαμέμνονα από την Τροία και τη φριχτή δολοφονία του από τη γυναίκα του, την Κλυταιμήστρα.  Το απόσπασμα που παραθέτουμε το συναντούμε προς το τέλος του έργου και συγκεκριμένα στον παραληρηματικό λόγο της Κασσάνδρας. Τι έχει προηγηθεί;
      Η Κλυταιμήστρα, γεμάτη μίσος για τον Αγαμέμνονα, καταφέρνει και πληροφορείται εγκαίρως την πτώση της Τροίας και την επιστροφή του άντρα της· προλαβαίνει λοιπόν και στήνει τη θανατική της παγίδα. Ανακοινώνει στους προεστούς της χώρας με προσποιητή χαρά το νέο της άφιξης του βασιλιά, ο οποίος έρχεται, πράγματι, φέρνοντας μαζί του ως παλλακίδα και την Κασσάνδρα, την αιχμάλωτη Τρωαδίτισσα βασιλοκόρη με τις μαντικές ικανότητες. Η Κλυταιμήστρα τον υποδέχεται με τέτοια λόγια αγάπης και αφοσίωσης, που συνθέτουν ένα πραγματικό ρεσιτάλ υποκρισίας, και τον οδηγεί μέσα στο παλάτι όπου τον περιμένει ο θάνατος. Στη σκηνή μένει η Κασσάνδρα, η οποία, αμίλητη μέχρι εκείνη τη στιγμή, καταλαμβάνεται από μαντική έκσταση και οραματίζεται τη φρίκη των μελλούμενων: τον φόνο του Αγαμέμνονα και τον δικό της και τη δολοφονία της Κλυταιμήστρας από τον εκδικητή γιο της, τον Ορέστη.

     Η όλη σκηνή έχει ένα τρομακτικό μεγαλείο, το οποίο κορυφώνεται στα τελευταία λόγια που η Τρωαδίτισσα αφήνει πίσω της να πλανώνται βαριά στον αέρα, καθώς εισέρχεται και αυτή στο ανάκτορο όπου πρόκειται να γίνει ο τάφος της:

                         Ἰὼ βρότεια πράγματ’· εὐτυχοῦντα μὲν

                          σκιά τις ἂν πρέψειεν· εἰ δὲ δυστυχοῖ,

                          βολαῖς ὑγρώσσων σπόγγος ὤλεσεν γραφήν·

                                        Σε μετάφραση

                Αχ τα ανθρώπινα τα πράγματα! Στην ευτυχία του κανείς

               με μια σκιαγραφία μοιάζει. Σαν όμως δυστυχήσει,

               τότε με τα τινάγματά του ένα σφουγγάρι υγρό

               τηνε χαλά τη ζωγραφιά.

       Πώς να σχολιάσεις αυτή τη μνημειώδη εικόνα που έπλασε ο υψιπέτης ποιητής για να περιγράψει την ανθρώπινη μοίρα;! Δεν βρίσκεις λόγια. Μόνο σιωπάς και στοχάζεσαι.         

 

 ΛΥΝΕΤΑΙ  Η  ΓΛΩΣΣΑ

        Η φράση αυτή που δηλώνει ότι κάποιος γίνεται ομιλητικός έχει επιβιώσει από την αρχαιότητα, όπως μαρτυρούν τα δύο παραδείγματα τα οποία έχουμε επιλέξει: το πρώτο από ένα σύγγραμα της Ιπποκρατικής συλλογής, και το δεύτερο από ένα ελεγειακό ποίημα του Κριτία.

       Για τη ζωή του μεγάλου Ιπποκράτη, του θεμελιωτή της επιστημονικής ιατρικής, ελάχιστα γνωρίζουμε. Γεννήθηκε στην Κω γύρω στα 460 π. Χ. και καταγόταν από τον Ασκληπιό. Ο πατέρας του ήταν γιατρός, αλλά και άλλοι πρόγονοί του είχαν ασκήσει, γενεές πριν, τη θεραπευτική τέχνη. Απέκτησε δύο γιους που έγιναν και αυτοί γιατροί, και μία κόρη. Λέγεται ότι διετέλεσε μαθητής του Ηρόδικου, του ρήτορα Γοργία, του Πρόδικου και του Δημόκριτου. Ταξίδεψε σε πολλά μέρη, απέκτησε τη φήμη μεγάλου γιατρού όσο ζούσε ακόμη, και πέθανε στη Λάρισα σε βαθιά γεράματα σύμφωνα με την παράδοση ‒ σε ηλικία 90 ή 104 ή 109 χρονών.      

        Ο Ιπποκράτης είναι ο θεμελιωτής της ορθολογικής ιατρικής, είναι αυτός που την απάλλαξε από τα μεταφυσικά στοιχεία, τις προκαταλήψεις, τις δεισιδαιμονίες,  και ο πρώτος που αντιμετώπισε τον ασθενή ως ψυχοσωματική ολότητα, αρχή καθοριστική όχι μόνο για την περαιτέρω εξέλιξη της αρχαίας αλλά και της νεότερης ιατρικής. Κάτι άλλο που διέκρινε τον Ιπποκράτη και τους ιπποκρατικούς γιατρούς ήταν το υψηλό επαγγελματικό ήθος, όπως φαίνεται κυρίως από τον Ὅρκο τους, ήθος που έγινε παράδειγμα για όλες τις εποχές.

      Με το όνομα του κορυφαίου γιατρού της αρχαιότητας έφτασε ώς τις μέρες μας  μια συλλογή περίπου 60 ιατρικών συγγραμμάτων, η λεγόμενη Ἱπποκράτεια Συλλογή, αλλά είναι άγνωστο ποια από αυτά είναι γνήσια, δηλαδή έχουν για συγγραφέα τον ίδιο τον Ιπποκράτη, ποια όχι, αλλά και ποια είναι η εποχή της συγγραφής καθενός από αυτά (σήμερα, λιγότερα από δέκα συνάπτονται με τη σχολή της Κω). 

        Μία πραγματεία της Ιπποκρατικής συλλογής, η οποία μάλιστα θεωρείται γνήσιο έργο του Ιπποκράτη, είναι η επιγραφόμενη Ἐπιδημίαι. Πρόκειται για τις προσωπικές σημειώσεις ενός γιατρού, που αναφέρονται σε διάφορες αρρώστιες και στη συμπτωματολογία τους, και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ασθενών.

      Σε ένα περιστατικό μιας γυναίκας εγκύου, ο συγγραφέας καταγράφει τα συμπτώματα την πρώτη μέρα της εμφάνιση της νόσου και κατά την εξέλιξή της, στη διάρκεια των επόμενων δεκατεσσάρων ημερών. Για την τρίτη μέρα σημειώνει ότι η γυναίκα, ανάμεσα στα άλλα, έχασε και τη μιλιά της, και για την τέταρτη αρχίζει την περιγραφή της κατάστασης της ασθενούς ως εξής:

                            Τετάρτῃ γλῶσσα ἀσαφὴς ἦν, ἐλύθη·

                                     Σε μετάφραση

       Την τέταρτη μέρα η γλώσσα της λύθηκε, αλλά μιλούσε ακαταλαβίστικα·

                                           —————

     Το δεύτερο παράδειγμα που παραθέτουμε δεν είναι ιατρικού περιεχομένου. Ανήκει σε ένα σωζόμενο απόσπασμα από κάποιο ποίημα του Κριτία.

     Ο Κριτίας ήταν Αθηναίος πολιτικός ‒ παθιασμένος εχθρός της δημοκρατίας ‒ φιλόσοφος, ρήτορας και πολύπλευρος συγγραφέας, που έζησε και αυτός το δεύτερο μισό του 5ου αι. π. Χ. Υπήρξε ο αρχηγός των Τριάκοντα τυράννων και ο πιο αδίστακτος και αιμοσταγής από αυτούς. Αριστοκρατικής καταγωγής, έτυχε μεγάλης παιδείας, ήταν θείος του Πλάτωνα και χρημάτισε μαθητής των σοφιστών και του Σωκράτη, τον οποίο αργότερα εγκατέλειψε. Έγραψε ποικίλα συγγράμματα, ποιήματα και πεζά, από τα οποία σώζονται κάποια αποσπάσματα. Σκοτώθηκε πολεμώντας τους δημοκρατικούς του Θρασύβουλου στον Πειραιά το 403 π.Χ.   

     Το εν λόγω απόσπασμα προέρχεται από ένα ποίημα όπου ο Κριτίας περιέγραφε την πολιτεία των Λακεδαιμονίων, της οποίας λόγω των ολιγαρχικών φρονημάτων του ήταν θιασώτης. Σε αυτό αντιπαραθέτει τον κόσμιο τρόπο οινοποσίας των Σπαρτιατών σε αυτόν των Λυδών (οι Λυδοί ήταν ονομαστοί για την τρυφηλότητα του βίου τους).

    Γράφει, λοιπόν, ότι οι Λυδοί επινόησαν τις μεγάλες* κούπες και τη συνήθεια να κάνουν προπόσεις**. Και συνεχίζει:

                   εἶτ’ ἀπὸ τοιούτων πόσεων γλώσσας τε λύουσιν

                    εἰς αἰσχροὺς μύθους, σῶμα τ’ ἀμαυρότερον

                    τεύχουσιν·

                                    Σε μετάφραση

          Και ύστερ’ από τέτοια κρασοπότια, και λύνουνε τη γλώσσα τους

          αισχρολογίες λέγοντας, και πιο αδύνατο το σώμα τους

          το κάνουν·

  * Οι ΄Ελληνες έπιναν το κρασί σε ποτήρια μετρίου μεγέθους, αντίθετα με τους βαρβάρους, οι οποίοι στερημένοι πνευματικής καλλιέργειας είχαν τάση στη μεγάλη οινοποσία. 
** Προπόσεις συνήθιζαν να κάνουν και οι ΄Ελληνες, εκτός των Λακεδαιμονίων, στα συμπόσιά τους, με τον εξής τρόπο: έπινε κάποιος πρώτος εις υγείαν ενός άλλου και αμέσως μετά του έδινε το ποτήρι του· ο δεύτερος, με τη σειρά του, επανελάμβανε το ίδιο προς έναν τρίτο, κ. ο. κ.    

                     

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.