Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠρωτοσέλιδο

Κώστας Γιαννόπουλος: Λουίτζι Πιραντέλλο – Το νεραϊδόπαιδο

 ”Την Ελλάδα την φέρνω μέσα μου. Αυτής το πνεύμα φωτίζει την σκέψη μου και παρηγορεί την ψυχή μου. Μπορώ μάλιστα να σας πω ότι, χωρίς να έχω πάει, την ξέρω. Είμαι από την Σικελία, δηλαδή την Μεγάλη Ελλάδα. Το οικογενειακό μου όνομα είναι Πυράγγελος. Το Πιραντέλλο δεν είναι παρά η φωνητική παραφθορά του, Πιραντζέλλο, Πιραντέλλο…”. Αυτά είπε σε συνέντευξη που του πήρε ο Κώστας Ουράνης και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέα Εστία την 1.12.1934.

       Ο Λουίτζι Πιραντέλλο γεννήθηκε στο Αγκριτζέντε (προηγούμενη ονομασία Τζιρτζέντι), τον αρχαίο Ακράγαντα, γι’ αυτό δεν διστάζει να ομολογήσει την βαθιά καταγωγή του. Στο έργο που τον έκανε παγκόσμια γνωστό, το ”Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα”, λέει: ‘’Το συνέλαβα ως αρχαία τραγωδία, έβαλα σ’αυτό τον Χορό, που γεννήθηκε, καθώς ξέρετε, στην Σικελία με τον Στησίχορο. Ο Χορός στο έργο μου είναι οι ηθοποιοί. Κορυφαίος του Χορού είναι ο διευθυντής του θεάτρου και τα έξι πρόσωπα είναι τα πρόσωπα της τραγωδίας… αυτό δεν το είδε κανείς από τους σκηνοθέτες που το ανέβασαν στις διάφορες σκηνές του κόσμου. Και γι’ αυτό, στον πόθο μου να ιδώ την Ελλάδα προστίθεται και ο πόθος μου να παρουσιάσω εγώ ο ίδιος στον τόπο της τραγωδίας το έργο μου, σαν αρχαία τραγωδία… Θα εξαφάνιζα, δηλαδή, τα έξι πρόσωπα με μάσκες ακίνητες, που να εκφράζουν την ουσιώδη καθενός υπόσταση· η μάσκα του Πατέρα την τύψη, της Μητέρας τον πόνο, της Κόρης την εκδίκηση, του Γιου την περιφρόνηση…”

Δεν διστάζει μόνο να αποκαλύψει την βαθιά καταγωγή του ως ανθρώπου αλλά και ως συγγραφέα. Τα έργα του Πιραντέλλο, ιδιότυπες φάρσες, ένα μείγμα τραγωδίας και κωμωδίας, κατάγονται και από την Commedia Dell’ Arte.

Ο δραματουργός Πιραντέλλο είναι ο δημιουργός του Θεάτρου του Γκροτέσκο. Θεωρείται ως ένας από τους, μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού, εικονοκλάστες του θεάτρου. Ο Ίψεν, ο Τσέχωφ, ο Στρίντμπεργκ συγκαταλέγονται στην ίδια κατηγορία.

Οι δεσμοί του Πιραντέλλο με την Ελλάδα δεν περιορίζονται μόνο στον τόπο της γέννησής του, τον Ακράγαντα, ούτε στον τρόπο που δόμησε μερικά έργα του, όπως τα ”Έξι πρόσωπα”. Το Πόρτο Εμπέντοκλε (από τον Εμπεδοκλή που έζησε εκεί) είναι το επίνειο της γενέτειρας· όπως και το Χάος, που είναι ο συνοικισμός του τόπου γέννησης και παραφθορά του ”Κάβουζου” σε ‘’Κάος’’ και τέλος ‘’Χάος’’.

       ”Εγώ λοιπόν είμαι γιος του Χάους”, έλεγε.

Ωστόσο ήταν γιος της Κατερίνα Ρίτσι Γκραμίτο και του Στέφανο Πιραντέλλο, πλούσιου εμπόρου θειαφιού, και βγήκε στον κόσμο πριν της ώρας του, εφταμηνίτης [κάτι που δεν παραδεχόταν, όταν αναφωνούσε ”εγώ δεν γεννήθηκα μικρός ούτε μπορώ να ικανοποιηθώ με λίγα”] που μία χωριάτικη σοφία τον τοποθετούσε ή στην θέση του διαβόλου ή του παππά χωρίς εναλλακτική, γι’ αυτό και εκείνος προτίμησε το Χάος.

       Η μέρα που ήρθε στον κόσμο ήταν η 28η Ιουνίου 1867. Το βάπτισμα όμως στην τέχνη συνέβη πολύ αργότερα, στα πενήντα του χρόνια, το 1917. Το ”Ετσι είναι αν έτσι νομίζετε”, η ”Ηδονή της τιμιότητας” και το ”Πιθάρι” πήραν την ίδια χρονιά το βάπτισμα της σκηνής, αλλά και την επιδοκιμασία του Αντόνιο Γκράμσι, που έγραψε πως τα θεατρικά του έργα ”είναι χειροβομβίδες, που προκαλούν έκρηξη στην συνείδηση του θεατή, γκρεμίζοντας κάθε ταπεινή σκέψη, κάθε ταπεινό αίσθημα.’’

Στα είκοσι επτά του παντρεύεται την Μαρία – Αντονιέτα Πορτουλάνο, με την οποία αποκτά τα τρία του παιδιά, τον Στέφανο, την Λιέτα και τον Φάουστο. Πρώτα παιδιά μετά βιβλία, γι’ αυτό ίσως, αν και ήταν η αδυναμία του, τα ταλαιπώρησε αρκούντως.

Δεν είναι σωστό βιογραφώντας τον Πιραντέλλο να αποκρύπτει κανείς τις αδυναμίες του. Αδυναμίες ανθρώπινες, αλλά και καμιά φορά  απωθητικές.

(Οπωσδήποτε απεχθές και απωθητικό ήταν το γεγονός πως ζήτησε να γίνει μέλος του φασιστικού κόμματος μετά την δολοφονία του σοσιαλιστή βουλευτή Τζιάκομο Ματεότι, που έδειξε προς τα πού πηγαίνει ο φασισμός του Μουσολίνι. Ωστόσο αργότερα μετάνιωσε και ευτυχώς δεν έζησε για να δει την καταστροφή που προκάλεσε στην χώρα του- αφού πέθανε το 1936).

 Αδυναμία και αφοσίωση έτρεφε απέναντι στην γυναίκα του. Παρόλο που τον ταλαιπώρησε όταν πια αρρώστησε και τον κυνηγούσε παντού εξαιτίας της θηριώδους ζήλιας που έτρεφε γι’ αυτόν και που την όξυνε η σχιζοφρένεια από την οποία έπασχε. Η Αντονιέτα – στην ουσία η μόνη γυναίκα στην ζωή του, με την οποία έμεινε για χρόνια και άργησε να την βάλει σε άσυλο -, τον κυνηγούσε ακόμα και στο μονόπρακτο ο ”Ανθρωπος με το λουλούδι στο στόμα”. Η Αντονιέτα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης (‘’η τρέλα της γυναίκας μου είμαι εγώ’’) για το συγγραφικό και δραματουργικό έργο του, αφού και μεταφορικά ζούσε στο χάος της λογικής ακόμα και της αριθμητικής- ισχυριζόταν πως είμαστε ”ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες”. Το ίδιο αυτό χάος, πάντα κυριολεκτικό και μεταφορικό ταυτόχρονα, επικρατούσε και στην ζωή του Ματτία Πασκάλ, του διάσημου μυθιστορήματος που έγραψε  το 1904, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, και μιλάει για έναν δυστυχισμένο και δυσαρεστημένο άνθρωπο που, επιστρέφοντας στον τόπο του, μαθαίνει ότι τον θεωρούν νεκρό και φεύγει ξανά προσπαθώντας να ζήσει τη ζωή ενός άλλου και φυσικά δεν τα καταφέρνει. Ή όπως ο Ερρίκος Δ’, ιστορικό αλλά και επινοημένο πρόσωπο, που είναι τρελός ή τρελαίνεται και θεραπεύεται, αλλά συνεχίζει να υποκρίνεται τον τρελό.

       Ο Πιραντέλλο έπαιζε με τις ταυτότητες, τα ονόματα (που μπορεί να προηγούνται των πραγμάτων και των ανθρώπων ή να έπονται), τις μάσκες σαν να έπαιζε παιχνίδια της τράπουλας, το παιχνίδι των πιθανοτήτων ή των εκδοχών. Γενικώς, το ”Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε”, που έμεινε παροιμιώδες, “η αντίθεση πραγματικότητας και φαντασίας”, το ”είναι και το φαίνεσθαι”, η πάλη ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην βιτρίνα, ανάμεσα στο πρόσωπο και στην μάσκα οξύνει το δράμα’’, αλλά το φθάνει μέχρι τα άκρα, εκεί που παραμονεύει το κωμικό και το παράλογο, με έναν λόγο, η ιλαροτραγωδία. Αυτά τα στοιχεία κυριαρχούν σχεδόν σε όλα τα έργα του. Στο ”Όπως με θέλεις”, αμφισβητείται η ταυτότητα της κεντρικής ηρωίδας, και ένας που ισχυρίζεται ότι είναι ο σύζυγός της  την ψάχνει ύστερα από χρόνια, χωρίς να ξεκαθαρίζονται οι πραγματικές του προθέσεις καθώς και τα συναισθήματά του προς αυτήν. Οι τίτλοι και μόνο των έργων του, ”Να ντύσουμε τους γυμνούς”, ”Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή”, ”Απόψε αυτοσχεδιάζουμε”, ”Η ζωή που σου έδωσα”, φανερώνουν το περιεχόμενό τους.

Ο γνωστός συγγραφέας  Αντρέα Καμιλέρι, συγγενής και βιογράφος του, γράφει: ” Ο Λουιτζίνο είναι λεπτεπίλεπτος, αδύνατος, μεγαλώνουν μόνο τα μάτια του, και έχει μια αγωνιώδη ανάγκη για στοργή και ζεστασιά, που αυτός ο μεγαλόσωμος και γεροδεμένος πατέρας δεν μπορεί να του δώσει. Και σχεδόν πάντα η παιδική του πίστη ότι μπορεί να μεταδώσει τα πάντα σε όλους απέναντι στην γρανιτένια πραγματικότητα του πατέρα του καταρρέει, χάνεται”.

Ο πατέρας ήταν ένας άνθρωπος ακατανόητος, δεν μπορούσες να συνεννοηθείς μαζί του, έτσι η σχέση τους υπήρξε σχεδόν καταστροφική για τον Λουίτζι. Γι’ αυτό κι αυτός ταυτίστηκε εντελώς με το νεραϊδόπαιδο, ένα παραμύθι που του αφηγήθηκε η Μαρία – Στέλλα, η υπηρέτρια, για ένα παιδί που δεν ήταν το παιδί της οικογένειας στην οποία ζούσε και είχε από λάθος βρεθεί σ’ αυτήν. Δεν είναι παράξενο που γράφει, όταν πια τα κατάφερε να γράψει βγαίνοντας από την βαριά σκιά που έριχνε πάνω του ο πατέρας: ”Η τέχνη μου είναι γεμάτη πικρή συμπόνια (συναίσθημα που δεν είχε ο πατέρας του απέναντί του) για όλους εκείνους που εξαπατούν τον εαυτό τους. Ωστόσο αυτή η συμπόνια δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από το άγριο περιγέλασμα της μοίρας που καταδικάζει τον άνθρωπο στην απάτη (…)

       Όταν ένας άνθρωπος ζει, ζει και δεν φαίνεται, κάντε έτσι ώστε να φαίνεται, δείξτε τον την ώρα που ζει υπό το κράτος των παθών του. Βάλτε μπροστά του έναν καθρέφτη. Τότε, ή μένει κατάπληκτος απ’ την όψη του ή στριφογυρίζει τα μάτια του για να μην δει τον εαυτό του ή, έξω φρενών, φτύνει την εικόνα του ή οργισμένος δίνει μια γροθιά για να την καταστρέψει … Κι αν έκλαιγε, δεν μπορεί πια να κλάψει. Κι αν γελούσε, δεν μπορεί πια να γελάσει άλλο. Μια φορά, κάτι δυσάρεστο θα είναι το αποτέλεσμα. Αυτό το δυσάρεστο είναι το θέατρό μου”.

       Μια θλιβερή φάρσα η ζωή, χωρίς δρόμο λύτρωσης αλλά, επειδή επιδρά το γνήσιο μεσογειακό πάθος, δεν λείπει από αυτήν την πεσιμιστική εγκεφαλικότητα που τον διακρίνει το έλεος για την ”φτωχή τυραννισμένη ανθρωπότητα που παραδέρνει αδιάκοπα με τα στοιχειά που έχει στον νου και στην καρδιά της”.

Η μητέρα τού Λουίτζι γράφει στις 21-1-1889 από το Πόρτο Εμπέντοκλε στην κόρη της Λίνα – την αγαπημένη αδελφή τού Λουίτζι: ”Ο Λουίτζι μάς γράφει πολύ σπάνια και εγώ δεν μπορώ να ησυχάσω, γιατί ξέρω ότι η ζωή του είναι σπαρμένη με αγκάθια, βλέπω όμως ότι δεν υπάρχει σωτηρία, από την στιγμή που είναι έτσι φτιαγμένος. Πόσο πιο ευχαριστημένη θα ήμουν αν ήταν λιγότερο έξυπνος και μπορούσε να ζήσει την ζωή των θνητών!”. Πολύ νωρίς η μητέρα του, που ψυχανεμιζόταν από μακριά τις δυστυχίες και τις δυσκολίες της ζωής του, τον ανέβασε στο βάθρο των αθανάτων. Πολύ αργότερα, το 1934, ανέβηκε εκεί με το Νόμπελ λογοτεχνίας.

Στο τελευταίο του έργο, τους ”Γίγαντες του βουνού”,  ‘’εκφράζει απογοήτευση για το μέλλον της τέχνης, αποστροφή για το μέχρι τότε ιδεολογικό του πιστεύω (τον φασισμό), αμφιβολία για την ίδια την δραματουργική του δημιουργία και πίκρα για την κατάντια της ζωής του ατόμου μέσα στον κοινωνικό χώρο’’, όπως λέει ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος που το ανέβασε στην ελληνική σκηνή. Το έργο αυτό δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει, αλλά λίγο πριν ξεψυχήσει, εμπιστεύθηκε στον γιο του Στέφανο πως το έργο θα έκλεινε με μια τρίτη πράξη όπου θα κυριαρχούσαν μουσικοί ήχοι και θα πρωταγωνιστούσε μια Σαρακηνή ελιά, σύμβολο του τόπου και της Μνήμης, με κλαδιά τόσο καλά περιπλεγμένα, που στοίχειωσε και τα γραπτά του βιογράφου του Αντρέα Καμιλέρι. Ήταν εκεί ακριβώς που προσέτρεχε ο ήρωάς του Μονταλμπάνο, για να λύσει το αίνιγμα της ιστορίας στην οποία πρωταγωνιστούσε.

       Η πρώτη παράσταση θεατρικού έργου  τού Πιραντέλλο στην Ελλάδα ήταν η ‘’Μέγγενη’’ το 1914, από την Χριστίνα Καλογερίκου και τον Τ. Λεπενιώτη. Το επόμενο ανέβασμα, η ”Ηδονή της τιμιότητας” με την Μιράντα και τον Νίκο Παρασκευά το 1923.  Και το ”Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα” ανέβηκε το 1925 από το  Θέατρο Τέχνης του Σπύρου Μελά και από το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν το 1944 και από το Εθνικό Θέατρο το 1959. Ενώ ο ”Ερρίκος Δ’ ” με τον Δημήτρη Μυράτ και την Μαρίκα Κοτοπούλη ανέβηκε το 1925,  και  στο Εθνικό Θέατρο το 1950.

       Από τότε και μέχρι την παρούσα θεατρική σεζόν, τα έργα του Πιραντέλλο ανεβαίνουν αδιαλείπτως στις ελληνικές θεατρικές σκηνές.

… Μα τίποτα δεν είναι αλήθεια

και αλήθεια μπορεί να είναι όλα,

φθάνει να το πιστέψεις για μια στιγμή,

και ύστερα όχι πια, και μετά ξανά,

και μετά πάντα ή για πάντα ποτέ πια.”

Με αυτόν τον απόλυτο σαρκασμό ολοκληρώνει ο Πιραντέλλο ένα έργο που βασίζεται στην σχετικότητα, τα προσωπεία, την ύπαρξη, τα κάτοπτρα και το παράλογο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.