Loading...
ΑφιερώματαΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Παυλίνα Παμπούδη: Κώστας Γιαννόπουλος: Ο επιζών, εκδ. Εύμαρος 2019  

Χωρίς αμφιβολία αυτή η ιστορία έγινε κάπου πολύ μακριά από δω, στον βυθό μιας ανάμνησης – λέει ο Έσλιν για μια ιστορία του Ζαν Ταρντιέ,  όπως γράφει στο μόττο του βιβλίου του «Ο Επιζών» ο Κώστας Γιαννόπουλος.

Έτσι ακριβώς μπορεί να περιγραφεί και η δικιά του «ιστορία». Ή μάλλον η αλυσίδα των ιστοριών του. Γιατί ο «Επιζών» είναι μια αρθρωτή «μυθιστορία», μια αλληλουχία αφηγημάτων, που σέρνεται απροσανατόλιστη σε ομόκεντρους κύκλους όλο “ασυνέχειες και παύσεις”, όλο πλησιάζοντας κι όλο απωθώντας μια ομιχλώδη παιδική ηλικία. Και συνθέτοντας, όσο γίνεται, την αποσπασματική εσωτερική και εξωτερική ζωή του Ιάσονα, του κεντρικού ήρωα.
«Κακοειπωμένη, κακοειδωμένη κακοακουσμένη» περιγράφει την ζωή του ο Ιάσων. «Θα μπορούσε να είναι κάποιου άλλου ή κανενός».
Επειδή, «Είναι μερικά πράγματα που δεν τα καταλαβαίνει ποτέ κανείς. Ούτε όταν συμβαίνουν ούτε μετά από καιρό».
Επειδή, «το γεγονός και η εκ των υστέρων καταγραφή του, εύκολα συγχέονται μεταξύ τους» διευκρινίζει, χρησιμοποιώντας τα λόγια του Φρόυντ.

Εκτός από τον κεντρικό ήρωα και τους γονείς του, υπάρχουν βεβαίως κι άλλα πρόσωπα – δευτεραγωνιστές σ’ αυτό «το βιβλίο που αδειάζει»: Θείες, θείοι, ξαδέλφια, η δασκάλα με τη σταθερή μονόχορδη φωνή, η πρώτη αγάπη, το κορίτσι για τις πρώτες ερωτικές δοκιμές. Κι άλλοι, ισότιμοι κι αυτοί, και ας τους συναντά «σε μια άλλη ζωή, που δεν την έχει ζήσει»

Ο Ιάσων είναι ένα παράξενο παιδί (που μπαινοβγαίνει στις ηλικίες του, από τα οκτώ μέχρι τα δεκαεφτά), παρατηρεί το περιβάλλον του και τον  περιεχόμενο σ’ αυτό εαυτό του –που δεν χωράει.
Έχει μεν συναισθηματική διάχυση, αλλά η αυστηρή του ανατροφή τον κάνει υπάκουο και πειθαρχημένο παιδί.
Ένα παιδί που «θέλει τα γράμματα, όπως άλλα παιδιά θέλουν τα γλυκά», και που αρχίζει νωρίς να γεύεται τις λέξεις, αφού πρώτα τις έχει ανακαλύψει στο μυαλό του σε μεγάλες ποσότητες. Ένα παιδί, το παιδί ολονών, γράφει αναφερόμενος σε μια από τις εποχές του, όταν ακόμα ζούσαν εννιά άτομα στο «σπίτι με τις μουριές, τότε που ζούσαν όλοι».

Αυτό το παιδί  βλέπει ολόγυρα με μεγάλο ενδιαφέρον, πότε εστιάζοντας σε απειροελάχιστη λεπτομέρεια, πότε ατενίζοντας ένα διαχεόμενο σε άλλες διαστάσεις μέλλον – που είναι σαν παρόν ή σαν παρελθόν. Βλέπει κυρίως από το φεγγίτη της σοφίτας του.
Ή βλέπει μέσα από το κιάλι: «το κιάλι είναι το δώρο της γιαγιάς για να βλέπει μακρύτερα από τους άλλους» – αν και σχεδόν έγκλειστος.
Βλέπει όμως και μέσα από τον χάρτινο σωλήνα μιας κουβαρίστρας της θείας Ευτέρπης.
Βλέπει πιθανόν και με τα μάτια των ψαριών που μαζεύει σε σπιρτόκουτα – μαζί με τις άλλες «συλλογές» που κάνει:  ξεραμένα φύλλα, φωτογραφίες σπάνιων φυτών, ακόμα και φανταστικών που ζωγραφίζει ο ίδιος,  συλλογές δυσαναλογιών… (Πρόκειται να γίνει ζωγράφος όταν μεγαλώσει.)
Όπως κι αν βλέπει, οπωσδήποτε βλέπει αλλιώς: Τον στοιχειώνει μια ανάμνηση- στρόβιλος από καρουσέλ και τον συνοδεύει για πάντα η ζαλιστική βόλτα που κάνει τα πρόσωπα και τα πράγματα να φαίνονται αλλιώς – μόνο για τα μάτια του.

 Ένα παιδί, έτσι κι αλλιώς, ανήκει σε άλλο είδος (μόνο όταν μεγαλώσει καταφέρνουν να το ενσωματώσουν στο δικό τους είδος οι μεγάλοι, αυτοί που έχουν λάθος «βλέμμα γεμάτο λήθη».) Γι αυτό και ο Ιάσων δύσκολα συνεννοείται. «Εσείς μιλάγατε την ίδια γλώσσα εγώ άλλη» λέει. Και: «Όταν θα μεγαλώσω θα πετώ.» γράφει.
Στην παιδική του ηλικία, σχεδόν πάντα, τον παραστέκει ο γάτος του, ο Άλφι, σαν προγονικό τοτέμ, σαν καλό πνεύμα, ινγκόγνιτο μέσα στη γούνα του. Τον γάτο αυτό τον σέβεται, μεταξύ των άλλων, και για την αδιαφορία του απέναντι στο χρόνο.
(Κάπου προς το τέλος του βιβλίου, όταν θα έχει ολοκληρώσει την εικόνα που φτιάχνει για τον εαυτό του και θα έχει εμπεδώσει τον τρόπο που γλιστρά κι αυτός, αδιάφορα κι αθόρυβα μέσα στη ζωή, θα κάνει έναν αόριστο υπαινιγμό ταύτισης του Επιζώντα αφ’ ενός με τον γάτο, αφ’ ετέρου με τον Ξένο του Αλμπέρ Καμύ.)

Ο Ιάσων, ως νήπιο, αργεί να μιλήσει και η πρώτη του λέξη είναι το δεν – λέξη που παραπέμπει στα τελευταία «δεν» του πατέρα: «δεν θα ξανακοιμηθώ ώσπου να πεθάνω».
Ο πατέρας πεθαίνει νωρίς. Κι εκεί τελειώνει για τον Ιάσονα – αλλά χωρίς να τελειώσει ποτέ – η παιδική ηλικία.
Δεν θα τον συγχωρέσει και δεν θα του αναγνωρίσει ποτέ το δικαίωμα να πεθάνει νωρίς.
Τον μεταστοιχειώνει λοιπόν σε ένα μυθικό πατέρα που αλλάζει μορφές, ονόματα και ρόλους  μετά θάνατον, στον ύπνο του γιου του, προεκτείνοντας την ημιζωή του προς όλες τις κατευθύνσεις, περιπλέκοντας την παρουσία και την απουσία του.
Ο Ιάσων νιώθει ορφανός κατ’ εξακολούθηση. Καταγράφει μια εφιαλτική  πρώτη συνεύρεση με πόρνη, ανάμεσα ετερόκλητα αντικείμενα και υποκείμενα: γάλα, τραίνα, μπάτσους – ληστές, κατολισθήσεις και άλλους, διαφορετικούς πατέρες με διαφορετικές συγγενικές ιδιότητες.

Όταν πεθαίνει ο πατέρας, η μητέρα, σε συμβολική χειρονομία πένθους, σφραγίζει το ραδιόφωνο από το οποίο ο δωδεκάχρονος Ιάσων συνήθιζε να ακούει θέατρο.
Από εκεί και πέρα εκείνος αρνείται να θυμηθεί το τέλος «των έργων που τον μάγεψαν». Είτε αυτά είναι λογοτεχνικά είτε κινηματογραφικά.
Γι αυτό και «τα κείμενα που γράφει είναι χωρίς τέλος. Σαν αποσπάσματα ενός μεγαλύτερου κειμένου».
Η μητέρα  περισσότερο περσόνα μητέρας παρά πραγματική, εμφανίζεται πάντα αποστασιοποιημένη, αλλά πάντα σε συναγερμό. Είναι ένα  ξωτικό με γυαλιά χωρίς σκελετό που διεκπεραιώνει ευσυνείδητα την ζωή της. Τώρα είναι ακόμα πιο αποστασιοποιημένη, ακατανόητη ως παρουσία με ακατανόητες φροντίδες, κι ας τριγυρίζει παντού, μέσα και έξω απ’ το κεφάλι του. Ο Ιάσων την υπακούει σαν να μην τον αφορά, σαν να μην την αφορά κι εκείνη – η γραμμή του αίματος μοιάζει να την παρακάμπτει με μαιάνδρους. Πάντως, την φαντασιώνεται (πολλές φορές σε  προχωρημένη ηλικία). Και όλες οι εικόνες της είναι αντεστραμμένες, διχασμένες, πολλαπλά είδωλα σε  καθρέφτη. Τέλος, την βλέπει ως μια απίθανα γκροτέσκα φιγούρα στο θάλαμο των νεκρών: μια μητέρα  μυζητική, σαν χταπόδι στο θαλάμι του.
 Ο Ιάσων μετά το θάνατο του πατέρα, απομακρύνεται κι άλλο από την μητέρα του, βρίσκει πως «το πένθος της ταίριαζε σαν κουκούλι – παγωμένη θλίψη που μέσα της μπορεί να κλειστεί κανείς και να αδρανήσει». Και αρχίζει να ζωγραφίζει άλλες πιθανές μητέρες – μόνο όμως μέρη του προσώπου τους-, να επινοεί φανταστικές ιστορίες καταγωγής και να «αποφεύγει να σκέφτεται όπως σκεφτόταν».
Αυτά τα εφιαλτικά ταξίδια με τραίνο του ύπνου, ανατρέπουν τελείως την εικόνα που έχει για τον κόσμο γύρω και εντός του.

Προς το κλείσιμο του βιβλίου που «του λείπουν σελίδες», εμφανίζεται μια ζωγραφισμένη από τον ίδιο, πόρτα, μέρος σκηνικού (;). Μισάνοιχτη σ’ έναν κήπο αθέατο, στην αλλαγή στη ζωή του.

Και ο μονοσάνδαλος Ιάσων, ο Επιζών, μένει να κοιτάζει την επικίνδυνη θέα, αυτοθεραπευόμενος συνεχώς, χάρη στο ιαματικό όνομά του.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.