Loading...
Μεταφρασμένη πεζογραφίαΠρωτοσέλιδο

Τζέην Ανν Φίλιπς. Το καταφύγιο (μτφρ Έφη Φρυδά). Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Γεμάτη ενθουσιασμό η Λένι έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει σηκώνοντας τα γόνατα ψηλά για να αποφεύγει τα αγκάθια, ρουφώντας αχόρταγα τις ευωδιές της νοτισμένης γης. Τα χορτάρια άνοιγαν στο διάβα της καθώς τα μάτια της συνήθιζαν σιγά σιγά στο σκοτάδι. Τα ακροδάκτυλά της άγγιζαν τις υγρές κωνικές κορυφές της πασχαλιάς κι άκουγε το θρόισμα των θάμνων που την πρόφταιναν, χωρίς να τους νιώθει. Μπροστά της τα μυτερά σχήματα των δέντρων έφτιαχναν πύργους πλαισιώνοντας το πάνω μονοπάτι, που απείχε καμιά εκατοστή μέτρα από τις σκηνές. Όλες οι άλλες κοιμούνταν κι εκείνη ζούσε κάτι καλύτερο κι από όνειρο! Προχώρησε στο μονοπάτι κι ύστερα σταμάτησε κι έβγαλε το χοντρό σορτ και την ξεκούμπωτη μπλούζα της. Το χώμα, που είχε κολλήσει στα αθλητικά της παπούτσια, ήταν μαλακό, βελούδινο, υγρό από την πρωινή δροσιά. Όλος ο κόσμος φάνταζε πιο απαλός, ντυμένος με τη γούνα της νύχτας. Η καρδιά του δάσους ιρίδιζε σκουροπράσινη, σχεδόν μαύρη. Η Λένι στάθηκε τελείως ακίνητη κι ένιωσε να αφουγκράζεται με την επιδερμίδα της. Τα καλοκαίρια, όταν ήταν μικρότερη, την άφηναν να τριγυρνάει χωρίς πουκάμισο, σαν αγόρι. Κάπως έτσι ένιωθε και τώρα, όπως τότε που αιχμαλώτιζε λαμπερές πυγολαμπίδες και τις έκλεινε στη γυάλα. Μόνο που τώρα ήταν ακόμα καλύτερα. Είχε την Καπ στο πλευρό της – λαχανιασμένη λες και πήδηξε στο μονοπάτι από πολύ ψηλά, λες κι έπεσε από τα δέντρα. Η Καπ μάζεψε τα ρούχα της Λένι και, πετώντας τα στην άκρη του μονοπατιού, όρμησε μπρος. Τα δυο κορίτσια έτρεχαν, πηδούσαν, σκόνταφταν, πατούσαν πάνω στα κοφτερά βράχια της κατηφόρας, πάνω στις μεγάλες πέτρες που απέφευγαν με το φως της μέρας. Η κάθοδός τους στο σκοτάδι ήταν γρήγορη, αστραπιαία, και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι λαχανιαστές ανάσες τους, λες και κάποιος τις πίεζε απαλά στο στήθος καθώς κατρακυλούσαν.

…..

Καμία κίνηση, κανένας ήχος. Με την παραμικρή κίνησή της τούτη η αίσθηση θα διαλυόταν, θα ξοδευόταν, θα καιγόταν σαν άστρο. Όποιος κι αν ήταν, ό,τι κι αν ήταν εκείνος, η Λένι ήθελε να ορμήσει πάνω του. Σηκώθηκε χωρίς να τον αφήνει από τα μάτια της. Ο ζεστός αέρας ήταν απέραντος σαν το Διάστημα. Δεν μπορούσε να διαβάσει τη ματιά του, την έκφρασή του, εκείνος ήταν απλώς ένα σχήμα σταθερό, που τώρα άρχιζε να κινείται. Το νερό, μια ασημένια μάζα, κρατούσε περισσότερο φως από τη γύρω νύχτα και η Λένι κινήθηκε προς τα εκεί. Δεν ένιωθε το χώμα. Είχε ένα ευχάριστο μούδιασμα, ένα μυρμήγκιασμα στα πόδια και στις κνήμες της, τα χέρια της όμως έτσουζαν από τη ζέστη. Τα άπλωσε και μπήκε στο νερό. Ήθελε να επιπλεύσει, μα το νερό, που της έφθανε ως τη μέση, ως το στήθος, δεν ήταν αρκετά βαθύ για να τη σηκώσει. Τον είδε να γλιστράει στη λίμνη φορώντας το φαρδύ παντελόνι του και να ζυγώνει και το μόνο που ήθελε ήταν να τον κάνει να βιαστεί. Το νερό έσπασε γύρω του και ο ήχος του, καθώς κοβόταν και κυλούσε απαλά, ακουγόταν αργοπορημένος θαρρείς, σαν τη βροντή που ακολουθεί τον μακρινό κεραυνό. Η Λένι άνοιξε το στόμα για να πάρει ανάσα.

Τώρα εκείνος, το πρόσωπό του, τα μάτια του, ήταν κοντά. Δεν τη γνώρισε, δεν την είχε δει ποτέ πριν, και ίσως να μην την έβλεπε ούτε τώρα. Η Λένι ήταν ασφαλής έτσι, και του άνοιξε την αγκαλιά της. Εκείνος δεν έμοιαζε με τον Φρανκ, δεν έμοιαζε με το αγόρι που παρακολουθούσαν. Από κοντά έδειχνε σχεδόν άντρας. Τα χέρια του ήταν πλατιά και επίπεδα, οι φαρδιοί του ώμοι έφθαναν στο μέτωπό της. Τον χάιδεψε κι ένιωσε τους μυς του να σκληραίνουν λες και το άγγιγμά της τους ηλέκτρισε. Ήταν έτοιμος και ήταν φοβισμένος. Οι ανοιχτές παλάμες του πίεσαν απαλά τις θηλές της επιβεβαιώνοντας τη γύμνια της, εκείνη όμως τον πλησίασε, ανασηκώθηκε και τον ανάγκασε να την πάρει στην αγκαλιά του. Τα πόδια της λύθηκαν. Ήθελε να κλείσει τα μάτια και να κρατηθεί πάνω του. Το κεφάλι της ήταν από πάνω του τώρα, το πρόσωπό της στα μαλλιά του. Εκείνος ανέδιδε μια απίστευτη ευωδιά, που θύμιζε λουλούδια και σκόνη, και τα πυκνά, ξερά μαλλιά του ήταν ζεστά. Σφίχτηκε πάνω της, ανάμεσα στα στήθια της, σαν βίαιο μωρό, σπρώχνοντας και δαγκώνοντας, γλείφοντας. Κούνησε τα χέρια του, τη σήκωσε πάνω του, πιπίλησε το δέρμα της, το λαιμό της, τη γεύτηκε ώσπου βρήκε τα χείλη της. Η Λένι δεν είχε ποτέ φιλήσει πραγματικά, εκτός από τους γονείς και τις φίλες της. Αυτό εδώ ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Έμοιαζε περισσότερο με φαγητό, ήταν σαν να έτρωγες κάτι φουσκωμένο και γλυκό που μπορούσες να γευτίες αλλά όχι και τα καταπιείς, κάτι που ποτέ δεν θα μπορούσες να κάνεις δικό σου. Εκείνη τον τάιζε, τον χάιδευε, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να την σφίξει όσο ήθελε πάνω του. Έσπρωξε τη γλώσσα του ακόμα πιο βαθιά, πιο αργά, την έσφιξε περισσότερο κολλώντας όλο του το κορμί πάνω στο δικό της. Τα χέρια του κινήθηκαν τυφλά, φρενιασμένα πάνω της. Ο πανικός τους ξεκαθάρισε θαρρείς τα πάντα γύρω τους. Ο πυρήνας ενός απροσδιόριστου φόβου ενώθηκε με το δικό του. Και τότε η Καπ βρέθηκε στο νερό δίπλα τους, άγγιξε και τους δύο κυκλώνοντάς τους, ακουμπώντας το στόμα της στο λαιμό του, στ’ αυτιά του σαν να του ψιθύριζε. Η ανάσα του Φρανκ έβγαινε λαχανιαστή καθώς προσπαθούσε να τραβήξει τα δυο κορίτσια στην όχθη, αλλά η Καπ κράτησε τη Λένι πάνω του πιέζοντας το πίσω μέρος των μηρών της, σπρώχνοντάς την ακόμα περισσότερο, ώσπου η Λένι άνοιξε τα πόδια και τα τύλιξε σφιχτά γύρω από τη μέση του. Τα χέρια του βρήκαν τους γοφούς της κι εκείνη άγγιξε τη σκληρή αγκράφα της ζώνης του και το χέρι της χώθηκε μέσα, χαμηλά. Στο άγγιγμά της εκείνος πάγωσε κι έβγαλε έναν ήχο που δρομολόγησε ένα βαθύ πόνο μέσα της. Έκανε ν’ αγγίξει τον εαυτό της, αλλά ένιωσε κάτι σαν σκληρό χέρι πάνω της. Μπήχτηκε μέσα της κι εκείνη άφησε εκεί όλο της το βάρος κι ύστερα τον άρπαξε και τον έσφιξε ακόμα περισσότερο χωρίς να σκέφτεται τίποτα πια. Το στόμα του κόλλησε στο δικό της κι εκείνη τραβήχτηκε μακριά με κομμένη την ανάσα. Μια κραυγή βγήκε από το στόμα της, κι έπειτα δεν μπορούσε πια να σταματήσει. Στροβιλιζόταν αδιάκοπα, κυλούσε πάνω σε έναν αιχμηρό, στενό χώρο, κομματιασμένη θαρρείς, ακούγοντας ένα τραχύ, αδιάκοπο βογγητό. Ένιωσε κάτι ζεστό να κυλάει μέσα της και νόμισε ότι ουρούσε πάνω στο χέρι που ήταν μέσα της. Παραδόθηκε σε τούτη τη ζέστα και ο ρυθμός χαλάρωσε. Δάκρυα ανακούφισης πλημμύρισαν τα μάτια της, ενώ εκείνος κολλούσε ακόμα άκαμπτος πάνω της προφέροντας τους δικούς του πνιχτούς ήχους. Η Λένι λαχταρούσε να τον αγκαλιάσει, αλλά η Καπ, που ήταν ανάμεσά τους, την τράβηξε πίσω. Η Λένι θυμήθηκε πάλι το νερό, ήταν ένα στοιχείο ξέχωρο από την ίδια. Μπορούσε να το γευτεί, να το μυρίσει. Ήθελε να κοιμηθεί πάνω του, να αφήσει τον εαυτό της να βυθιστεί. Τα πόδια της άγγιξαν τον λασπερό πυθμένα και η Καπ την τράβηξε μακριά. Κινήθηκαν μαζί, δραπετεύοντας πριν ειπωθεί λέξη, πριν εκείνος ακούσει τη φωνή τους, πριν τις δει πραγματικά. Έτρεξαν, τινάζοντας τα νερά από το ψηλό κορμί τους, ξεχνώντας τα παπούτσια της Λένι στις καλαμιές, σκουντουφλώντας ως το μονοπάτι. Το δάσος απλωνόταν μπροστά τους πυκνό – ενωμένα σχήματα όμοια θαρρείς το ένα με το άλλο. Όμως το χρώμα της νύχτας είχε αλλάξει.

Η Τζέην Ανν Φίλιπς γεννήθηκε το 1952 στη Δυτική Βιρτζίνια των ΗΠΑ. Έχει διδάξει στο Χάρβαρντ και στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Το πρώτο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Black Tickets, εκδόθηκε το 1979 και κέρδισε το Βραβείο Sue Kaufman της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών για πρωτοεμφανιζόμενο λογοτέχνη. Για Το Καταφύγιο της απονεμήθηκε το Βραβείο Λογοτεχνίας από την ίδια Ακαδημία. Η κριτική γράφει για το έργο αυτό: «Είναι ένα προκλητικό μυθιστόρημα ομορφιάς και τρόμου, ανησυχαστικό όπως και ο τόπος στον οποίο εκτυλίσσεται. Με το έργο αυτό η Φίλιπς αναμετράται με τον Φώκνερ και με τους άλλους μεγάλους δασκάλους του Νότου, και παίρνει εισιτήριο για την αιωνιότητα». Άλλα έργα της Μηχανές ονείρων (Εστία), Μητέρες (Εστία, μτφρ Ε.Φ.), Lark and Termite, Quiet Dell.

Η Τζέην Ανν Φίλιπς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες συγγραφείς της εποχής μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.