Loading...
Γραφή & ΑνάγνωσηΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Χρ. Δ. Αντωνίου:  ΡΩΣΣΑΓΓΛΟΓΑΛΛΟΣ—Μια σάτιρα για τότε και για σήμερα.

                                                                           

Λόγω φωνείτε πως με πονείτε,

έργω δε τον αφανισμόν μου ποθείτε.

Ω της κακίας

κι αχαριστίας

και της υμών άκρας απονίας!

                Ρωσσαγγλογάλλος, στ. 396-401.

 

Ο 17ος και 18ος αι. ονομάστηκε στην ιστορία της Ευρώπης Διαφωτισμός καθώς ενισχύθηκε η οικονομική ανάπτυξη, η επιστημονική, η πολιτική και γενικότερα η ιδεολογική κίνηση που είχε ως στόχο της τη βελτίωση των όρων της ανθρώπινης κοινωνίας. Ήταν, όπως ξέρουμε, μια πνευματική κίνηση που συντάραξε με τα κηρύγματά της όλη την Ευρώπη και οδήγησε στη Γαλλική Επανάσταση. Ειδικότερα, η περίοδος από τη Συνθήκη Κιουτσούκ- Καϊναρτζή (1774) μεταξύ Οθωμανών και Ρώσων, η οποία περιλάμβανε ευνοϊκούς οικονομικούς κυρίως όρους για τους υπόδουλους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και επομένως και για τους Έλληνες, μέχρι το 1821 ονομάστηκε Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Υπήρξε μια περίοδος πολύ κρίσιμη και πολύ σημαντική για τον ελληνισμό. Όλα δείχνουν ότι το σκλαβωμένο έθνος προχωρεί σιγά σιγά προς την ανασύνθεσή του και την απελευθέρωσή του. Ήδη στις παραδουνάβιες χώρες έχει δημιουργηθεί μια ελληνική πνευματική αριστοκρατία, η παιδεία απλωνόταν όλο και περισσότερο  σε μεγαλύτερα στρώματα, και διαρκώς ιδρύονταν καινούργια σχολεία. Συγχρόνως το εξαγωγικό εμπόριο οργανώνεται από εμπορικές συντροφιές και οι Έλληνες έμποροι συγκεντρώνουν αξιόλογο πλούτο και αναπτύσσεται η μεσαία αστική τάξη. Οι ελληνικές παροικίες του Εξωτερικού ακμάζουν. Ο πόθος για εθνική απελευθέρωση μεγαλώνει. Ο Ρήγας ο Βελεστινλής αρχίζει την συγγραφική και επαναστατική του δραστηριότητα.

Μια ειδικότερη σημασία έχει για τους ιστορικούς  η πρώτη δεκαετία του 19ου αι., γιατί σ’ αυτή τη μικρή περίοδο γράφτηκαν ορισμένα κείμενα πολιτικού στοχασμού, τα οποία μαρτυρούν την ιδεολογική στροφή «του νέου ελληνισμού προς τη σύγχρονη εθνική και κοινωνική αυτογνωσία του», μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται το «Υπόμνημα» του Κοραή (1803), ο «Ρωσσαγγλογάλλος» (1805), αγνώστου συγγραφέως, και η «Ελληνική Νομαρχία παρ’ Ανωνύμου του Έλληνος» (1806). Το «Υπόμνημα» του Κοραή αποτελεί την αφετηρία  για τη διεθνοποίηση του Ελληνικού Ζητήματος, ενώ η «Ελληνική Νομαρχία» σε άμεση επανάσταση των Ελλήνων που πρέπει να στηριχτούν αποκλειστικά στις δικές τους, τις ντόπιες δυνάμεις. Η  Νομαρχία δηλαδή βρίσκεται στον αντίποδα του Υπομνήματος και της απελευθέρωσης με τη βοήθεια ξένης δύναμης (της Γαλλίας), την οποία είχε ονειρευτεί και ο κύκλος του Ρήγα. Ο Κοραής αφήνοντας λίγα μόλις χρόνια πίσω του το «Άσμα Πολεμιστήριον», απογοητευμένος από τη στάση του Ναπολέοντα, αναθεώρησε τις ιδέες του για την επαναστατική δράση των Ελλήνων και θεώρησε καλύτερο η επανάσταση να γίνει σε  κατοπινούς χρόνους, όταν οι Έλληνες  μορφωθούν «διά της μετακενώσεως». Ο Ρωσσαγγλογάλλος στέκεται σχεδόν στη μέση αυτών των δύο στάσεων, όπως θα δούμε στα επόμενα. Ύστερα από τα μόλις παραπάνω το πρώτο που καταλαβαίνουμε είναι ότι αυτή η μικρή περίοδος στην οποία αναφερόμαστε, είναι μια περίοδος μεγάλων ιδεολογικών  ζυμώσεων.

Ο Ρωσσαγγλογάλλος λοιπόν είναι ένα σατιρικό ποίημα- άτεχνο στιχούργημα, που κυκλοφόρησε ως χειρόγραφο φυλλάδιο, σε μορφή διαλόγου μεταξύ δύο πλαστών προσώπων, του σκλαβωμένου Φιλέλληνα και του ομώνυμου Ρωσσαγγλογάλλου, δηλαδή της σύνοψης των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Το κείμενο αρχίζει με την ερώτηση του Ρωσσαγγλογάλλου προς τον φιλέλληνα για το πώς έφτασαν οι  Έλληνες σ’ αυτή την άθλια κατάσταση. Ο ειρωνικός τρόπος  με τον οποίο θέτει τα ερωτήματα φανερώνει και το σκοπό του, που είναι η γελοιοποίηση των Ελλήνων καθώς αντιπαραθέτει το ένδοξο παρελθόν  με τη σημερινή κατάντια.

ΟΛΟΙ:

Ειπέ μας, ω φιλέλληνα, πώς φέρτε την σκλαβίαν

και την απαρηγόρητον των Τούρκων τυραννίαν;

 Πώς τες ξυλιές και υβρισμούς και σιδηροδεσμίαν

παίδων, παρθένων γυναικών ανήκουστον φθορίαν;

Πώς δε τον καθημερινόν των συγγενών σας φόνον,

τον άδικον, αναίτιον και χωρίς τινα πόνον;

Δεν είσθ΄ εσείς απόγονοι εκείνων των Ελλήνων,

των ελευθέρων , των σοφών και των φιλοπατρίδων;

Και εκείνοι απέθνησκον διά την ελευθερίαν,

και τώρα εσείς υπόκεισθε εις τέτοιαν τυραννίαν;

Και ποίον γένος, ως εσείς, εστάθη φωτισμένον

εις την σοφίαν, δύναμιν, κι εις όλα ξακουσμένον;

Πώς νυν εκαταστήσατε την λάμπουσαν Ελλάδα!

Βαβαί! Ως ένα σκέλεθρον, ως σκοτεινήν παστάδα!

Ομίλει, φίλτατε γραικέ, ειπέ μας την αιτίαν.

Μη κρύψης τίποτες ημών, λύε την απορίαν.

Ο Φιλέλλην απαντά πως η άλλοτε ποτέ ένδοξη Ελλάδα κατάντησε «αθλία» και «αναξία» και αιτία είναι η «αμαθία», αιτία που προβάλλεται άλλωστε ένα χρόνο μετά και στη Νομαρχία. Η κατάστασή της όμως οφείλεται  και εις αυτούς, που, ενώ έχουν τη δυνατότητα να τη βοηθήσουν, όχι μόνο δεν το κάνουν, αλλά εμποδίζουν και θανατώνουν ακόμη όσους θέλουν να της προσφέρουν βοήθεια (Όστις τολμήση/να την ξυπνήση/πάγει στον Άδην χωρίς τινα κρίσιν). Αναφορά μάλλον στον θάνατο του Ρήγα.

Ήδη στην απάντηση του Φιλέλληνα φαίνεται όχι μια άρνηση απέναντι στη βοήθεια των ξένων, αλλά απλώς ένα παράπονο για την έλλειψή της. Μόνο που τώρα η βοήθεια αυτή δεν αναμένεται μονομερώς από τους Ρώσσους ή  από τους Γάλλους, αλλά και από τις τρεις μαζί μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Αυτό ίσως αποτελεί μια προδρομική ανάδειξη της τριμερούς συμμαχίας των μεγάλων δυνάμεων, που δεν είναι άσχετη με τη μεταγενέστερη εθνική απελευθέρωση των Ελλήνων μετά την αμφίβολη συγκυρία της  ναυμαχίας στο Ναυαρίνο.

Στη συνέχεια του ποιήματος ο Γάλλος ρωτά ένα Μητροπολίτη πώς υποφέρει «τον ζυγόν της Τούρκων τυραννίας» και προσθέτει: «Γιατί εκαταντήσατε την φωτεινήν Ελλάδα/αθλίαν, κακορρίζικην και ως σβηστήν λαμπάδα;». Η απάντηση του Μητροπολίτη είναι η ακόλουθη (απόσπασμα):

Να έχετε, τέκνα  την ευχή μου,

Κι ακούσατε την απόκρισίν μου:

Εγώ τον ζυγόν δεν τον γνωρίζω,

ούτε ξεύρω να τον νομίζω.

Τρώγω και πίνω με ευθυμίαν

δεν υποφέρω την τυραννίαν…..

Το ράσον τούτο αφού εφόρεσα

ζυγόν κανένα δεν εγνώρισα….

Περί δε της Ελλάδος, που λέτε,

ολίγον με μέλλει, αν τυραννιέται.

Και μέσα στο ίδιο ύφος και κλίμα χοντρής αδιαφορίας και συμφεροντολογίας ολοκληρώνει ο Μητροπολίτης την απάντησή του. Στη συνέχεια ο Ρωσσαγγλογάλλος συναντά έναν Έλληνα Φαναριώτην, Πρίγκιπα της Βλαχίας, και προσπαθεί να καταλάβει πόσον ο Πρίγκιπας ενδιαφέρεται για την ελευθερία της Ελλάδας. Και ιδού απόσπασμα από την απάντησή του:

Της Ελλάδος λευτερία

εις εμέ είναι πτωχεία.

Τότε η παρούσα δόξα

σβύει, φέρει τόσα τόξα.

Σκλάβος είμαι δοξασμένος

απ’ τους Τούρκους αγαπημένος…..

Βρήκαμε το ιατρικό μας,

να βγούμ΄απ΄τον θάνατόν μας·

όταν τους Γραικούς γυμνούμεν

και τα άσπρα τους μαδούμεν,

εις την Πόρταν τα δωρούμεν,

κι ούτω την ζωήν λυτρούμεν.

Στη συνέχεια συναντούν ένα πραγματευτή και παίρνουν παρόμοια απάντηση:

Εγώ για την Γραικίαν δεν είχα στοχασμόν,

Με όλον οπού φέρει ζυγόν τυραννικόν·

Αλλά πάντα προσμένω από την Μπαρμπαριά

καράβια φορτωμένα και από τη Φραγκιά…..

Το γένος μου το κλαίω, ότ’ είναι στον ζυγόν,

μα διά ελευθερίαν δεν δίνω οβολόν·

Στον Τούρκο τα σκορπίζω, χωρίς να τα ψηφώ,

την σκέπην του να έχω κ’ εχθρούς να πολεμώ.

 Κατόπιν απευθύνονται σε έναν Κοτζαμπάση και παίρνουν την απάντηση (απόσπασμα)

Αχ το γένος μου πολλά με κατατρέχει,

μοι λέγει τάχα πως τ’ άρπαξα τα έχει……

Εάν πολλ΄άσπρα τους άρπαξα βιαίως,

πάλιν στους Τούρκους τα ’δωσα διά χρέος.

Τους πτωχούς σκληρά τους τυραννούσα,

όμως τους Τούρκους πολλά τους αγαπούσα.

Και όστις Έλλην Τούρκον εκαταλάλει,

τον επρόδιδα, να βάλουν γνώσιν οι άλλοι.

Η δυσφορία των σκλαβωμένων Ελλήνων για τον ανώτερο κλήρο, τους βοεβόδες και τους κατζαμπάσηδες είναι γνωστή και δικαιολογούνται όσα τους καταμαρτυρεί το κείμενο. Όμως για όσα γράφει για τους εμπόρους χρειάζεται κάποιο σχόλιο. Η εμπορική δηλαδή τάξη σ’ εκείνους τους καιρούς παρουσιάζεται ως προοδευτική και κατεξοχήν φορέας ενός δυναμισμού που πολύ συνέβαλε στην επιτυχία της Επανάστασης. Η κοινή γνώμη των Ελλήνων τιμά γενικά τους εμπόρους, αλλ’ όμως ο συντάκτης της σάτιρας συναιρεί την τάξη τους  με τις άλλες τάξεις που εκμεταλλεύονται τον λαό, καθώς εμφανίζεται μάλλον φιλόπτωχος και εκφράζει πιο πολύ τη λαϊκή αγανάκτηση παρά την προοδευτικότητα. Ίσως  κιόλας να βασίζεται σε ακραίες περιπτώσεις εκμεταλλευτών εμπόρων. Πρέπει να προσθέσουμε ακόμη ότι μια σάτιρα σε πολλές περιπτώσεις φτάνει σε υπερβολές.

Τέλος, συναντούν  μια γυναίκα, που προσωποποιεί την Ελλάδα, κλαίουσα, ξυπόλυτη, πληγωμένη, αιμάσουσσα, βασανισμένη και αλυσσοδεμένη. Την προκαλούν να μιλήσει για τα πάθη της, αφού πρώτα της αποκαλύπτουν ότι συνάντησαν προηγουμένως έναν Μητροπολίτη, ένα Φαναριώτη Πρίγκιπα, έναν πραγματευτή κι έναν Κοτζαμπάση, οι οποίοι τους απογοήτευσαν τάχα, γιατί είναι φιλότουρκοι. Και η Ελλάς τους απαντά (απόσπασμα):

Γένη σκληρά και ύπουλα, φυλαί γεμάται δόλον,

με λέτε πρόφασες ψευδείς, με φέρετε γαρ πόνον.

Αρχιερείς και μπέηδες και προεστούς τυράννους,

λέτε πως τους ευρήκατε όλους Μωαμετάνους·

Τούτο ποσώς δεν έπρεπε ίνα σας ενοχλήση·

και πότ΄αυτοί ηγάπησαν την ανθρωπίνην φύσι;

Και στη συνέχεια της απάντησής της η Ελλάδα καταλήγει θεωρώντας υπαίτιους για τα πάθη της αυτούς τους ίδιους, δηλαδή τις Μεγάλες δυνάμεις:

Πώς να αλησμονήσω

Και παντού να μη κηρύσσω

ότι είσθ΄εσείς αιτία

όπου φέρω εγώ μυρία (κακά);

Και το ποίημα τελειώνει με την Ελλάδα να αποκαλύπτει όλη την παθιασμένη της αλήθεια:

Λόγω φωνείτε πως με πονείτε,/ έργω δε τον αφανισμόν μου ποθείτε.

Ω της απανθρωπίας κι αχαριστίας/ και της υμών άκρας απονίας!

Είναι προφανές από τα παραπάνω αποσπάσματα ότι ο ανώνυμος συγγραφέας ρίχνει δυνατές βολές εναντίον των ανώτερων κληρικών, των φαναριωτών ηγεμόνων, των κοτζαμπάσηδων, που όλοι τους τα έχουν καλά με τους Τούρκους κι αδιαφορούν για τον λαό. Αυτή η στάση επαναλαμβάνεται με μεγαλύτερη έμφαση ένα χρόνο μετά στην Ελληνική Νομαρχία ότι δηλαδή όλοι αυτοί υπήρξαν δυνάστες του λαού στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Εκφράζει επίσης την απογοήτευσή  του από  τους ξένους, οι οποίοι, ενώ μπορούν να προσφέρουν βοήθεια, την αρνούνται.

Το έργο έχει καθαρά λαϊκό χαρακτήρα, αυτό δεν σημαίνει ότι κι ο συγγραφέας του είναι απλός άνθρωπος του λαού, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι ένας λόγιος, αφού φαίνεται να γνωρίζει το εν γένει ιστορικό πλαίσιο της εποχής (πολέμους και συμμαχίες) και ξέρει να χειρίζεται τα στοιχεία της σάτιρας με λεπτό και αποτελεσματικό τρόπο. Όμως από την ανάγνωση όλου του ποιήματος από την έκδοση του Κ. Θ .Δημαρά (401 στίχοι) δεν φαίνεται σε κανένα μέρος ο συγγραφέας να προβάλει κάποια  πρόταση εθνικής δράσης, αλλά αρκείται στη σάτιρα και την καταγγελία. Ίσως γιατί ο συγγραφέας του είναι στο βάθος του δέσμιος της έξωθεν βοήθειας, αν και το ποίημα καταλήγει σε στίχους επικριτικούς κατά των ξένων. Είναι όμως αλήθεια ότι το βαθύτερο νόημά τους αποτελεί το παράπονό του και η επίκλησή του και όχι η απόρριψη της ξένης βοήθειας. Ωστόσο, η απογοήτευσή του από τους ξένους μπορεί να ερμηνευτεί και ως πρόσταγμα στους υποδουλωμένους Έλληνες να μην ελπίζουν στη βοήθεια των ξένων δυνάμεων· μια θέση που φέρνει αυτόν τον ανώνυμο πολύ κοντά στη θέση του ανώνυμου της Νομαρχίας.

Δεν ξέρουμε πόσην απήχηση είχε η σάτιρα του Ρωσσαγγλογάλλου μέχρι την Επανάσταση, γνωρίζουμε όμως ότι ο Βύρων στα 1811, όταν βρισκόταν στην Ελλάδα, την είχε υπόψη του και σχολιάζοντας την ελληνική παιδεία του καιρού του τη μνημονεύει. Ο φίλος και συνοδοιπόρος του Hobhoyse προσπαθεί κιόλας να κάνει μια ιστορική τοποθέτησή της. Μνημονεύεται επίσης στα 1814 από τον Βρετανό συγγραφέα Leake, ο οποίος μάλιστα δημοσιεύει σε βιβλίο του για την Ελλάδα μεγάλα αποσπάσματα από τη σάτιρα. Κι ενώ κι άλλους απασχόλησε αυτό το έργο σ’ εκείνα τα χρόνια, όμως μετά την Επανάσταση καταχωνιάστηκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μέχρι στην ουσία πρόσφατα. Κι είναι εύκολο στον καθένα να καταλάβει ποιοι φρόντισαν γι’ αυτή την τύχη του. Το ίδιο συνέβη καθώς γνωρίζουμε και με την Ελληνική Νομαρχία. Ωστόσο οι ιδέες τους για τις ξένες δυνάμεις—κι ας μου επιτραπεί να συνυπολογίζω επιλογικά και τα δύο έργα—φαίνεται ότι κυκλοφορούν ευρύτατα στα προεπαναστατικά χρόνια και να επηρεάζουν ουσιαστικά τους Έλληνες. Τεκμήριο αποτελεί το γεγονός ότι η επανάσταση ξεκίνησε χωρίς τη βοήθεια καμιάς ξένης δύναμης. Οι δύο μεγάλοι εθνικοί ποιητές μας Διονύσιος Σολωμός και Ανδρέας Κάλβος γίνονται συνήγοροι αυτών των ιδεών, όταν ο πρώτος γράφει στον Εθνικό Ύμνο: Μοναχή τον δρόμο επήρες/εξανάλθες μοναχή./Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,/εάν η χρεία τες κουρταλή  και ο δεύτερος: Καλήτερα, καλήτερα/διασκορπισμένοι οι Έλληνες/να τρέχωσι τον κόσμον,/με εξαπλωμένην χείρα/ψωμοζητούντες·/Παρά προστάτας να ‘χωμεν («ΑΙ ευχαί»).

Παρά ταύτα η πολιτική που επικράτησε στην Ελλάδα μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου απομακρύνθηκε παρασάγκας από τις ιδέες των ανώνυμων συγγραφέων μας. Πλείστα όσα γεγονότα από την απελευθέρωση της Ελλάδας μέχρι σήμερα δείχνουν την έλλειψη εθνικής αυτοπεποίθησης και την αγνόηση της αρχής της αυτοβοήθειας. Επιμένουμε δυστυχώς να αγκιστρωνόμαστε σε μάταιες ελπίδες για βοήθεια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η οικονομική κρίση του 2010 απέδειξε όμως για άλλη μια φορά πόσο φρούδες ήσαν οι ελπίδες για βοήθεια (οικονομική) από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά και μόλις προ μηνός οι διακηρύξεις της ελληνικής κυβέρνησης ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνη της μπροστά στην τουρκική προκλητικότητα διαψεύστηκαν παταγωδώς. Καμιά από τις αναμενόμενες κυρώσεις δεν επιβλήθηκε στην Τουρκία από τις Βρυξέλλες και κινδυνεύουμε να βρεθούμε προ τετελεσμένων γεγονότων όσο αφορά τη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στο θαλάσσιο χώρο: Κύπρου-Καστελόριζου-Ρόδου-Καρπάθου-Κρήτης-Γαύδου. Η ελληνική πολιτική φαίνεται να μη κατανοεί ότι οι υποσχέσεις  της Ε.Ε για συμπαράταξη συγκρούονται με τα επί μέρους συμφέροντα των κρατών μελών της. Μήπως πρέπει να φροντίσει με κάθε τρόπο τα συμφέροντα της χώρας μας αφήνοντας πίσω της  τις συναισθηματικές  εμμονές της στην έξωθεν βοήθεια;; Ή θα εξακολουθεί, 200 χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821 η Ελλάδα να λοιδωρείται για παρόμοιους  λόγους από τον Ρωσσαγγλογαλλογερμανό;;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.