Loading...
Γραφή & ΑνάγνωσηΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΧΡ. Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ: Κυρίως,για «…Τα μάτια της Σαλώμης»

Τον προηγούμενο μήνα δεν είχα προλάβει να δώσω κείμενό μου για το «γατοαφιέρωμα» του Περί ου. Το κείμενό μου βρισκόταν στη μέση και τώρα ολοκληρωμένο ελπίζω  η μακροθυμία του περιοδικού μας να  μου επιτρέψει τη δημοσίευσή του. Άλλωστε το κείμενο πήρε τέτοια τροπή που δικαιολογείται και εκτός  «γατοαφιερώματος».

Ήθελα δηλαδή δίπλα στα άλλα αφιερωματικά κείμενα, τα οποία αναφέρονται στη συμπάθεια πάρα πολλών συγγραφέων παντός είδους προς τις γάτες, να προσθέσω λίγα λόγια για τις γάτες στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη: πληροφορίες, δηλαδή, σχόλια και παραθέματα, που θα δώσουν μιαν  ενημέρωση αναφορικά με το θέμα.

Οι πρώτες λοιπόν γάτες-σύμβολα της σεφερικής ποίησης που ήρθαν στο μυαλό μου, ήταν αυτές του ποιήματος «Οι γάτες τ’ Άι-Νικόλα», το οποίο ο Σεφέρης είχε αρχίσει να πρωτογράφει τα Χριστούγεννα του 1952, όταν, ενόσω ταξίδευε για τον Λίβανο, για να αναλάβει εκεί τη διπλωματική εκπροσώπηση της Ελλάδας, παραπλέει την Κύπρο και αποβιβάζεται στη Λεμεσό για δύο ώρες, όπου επισκέφτηκε το «Μοναστήρι των Γάτων». Το τελειώνει όμως στις 5 Φεβρουαρίου του 1969, δύο περίπου μήνες πριν από τη Δήλωσή του ενάντια στη δικτατορία, όταν η άνοδος της Χούντας και οι λανθασμένοι χειρισμοί της στο «Κυπριακό» άρχισαν να του δημιουργούν μεγάλες ανησυχίες. Ο ίδιος ο ποιητής το κατατάσσει στην κυπριώτικη συλλογή του και εκφράζει μέσα σ’ αυτό τη μεγάλη του ανησυχία για το μέλλον του νησιού. Το ποίημα, όπως ο ίδιος αποκαλύπτει σε μια συνέντευξή του στην Ανν Φιλίπ (1971), «βασίζεται σε μια κυπριακή παράδοση που διασώζεται στην Περιγραφή Ολοκλήρου της Νήσου Κύπρου, που έγινε από κάποιον μοναχό Lusignan (16ος αι.). Περιγράφει λοιπόν ο μοναχός  πως το μέρος πλήττεται από δηλητηριώδη φίδια, που θα έπρεπε να εξοντωθούν, και λέει, με μια αφέλεια ύφους, ότι ιδρύεται μοναστήρι, του οποίου οι μοναχοί συμφωνούν να δίνουν στις γάτες, σ’ αυτό το κοπάδι γατιών, που είχαν για την εξόντωση των φιδιών, μια συγκεκριμένη ποσότητα κρέατος, έτσι ώστε τα δύστυχα ζώα να μην τρώνε πάντα φαρμάκι, δηλητήριο. Γιατί τα φίδια ήταν δηλητηριώδη».

Το Μοναστήρι των Γάτων (Λεμεσός)

Το ποίημα περιγράφει την άγρια και επίμονη πάλη που έδωσαν οι γάτες ενάντια στα φίδια και ναι μεν

εξολόθρεψαν τα φίδια, μα στο τέλος χαθήκανε, δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.

Καθαρά λοιπόν συμβολικό χαρακτήρα έχουν αυτές οι γάτες και, όπως φαίνεται, το ποίημα αποτελεί προειδοποίηση για τη μοίρα του νησιού και του ελληνισμού. Η μεγάλη ανησυχία του ποιητή και τα δυσάρεστα συναισθήματά του φαίνονται άλλωστε και από την επιγραφή που δανείζεται ο ποιητής από  την τραγωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου: «Τον δ άνευ λύρας όμως υμνωδεί/θρήνον Ερινύος/ αυτοδίδακτος έσωθεν/ θυμός, ου το παν έχων/ ελπίδος  φίλον θράσος» (κι όμως, πώς,/ ψέλνει από μέσα μου η καρδιά/ χωρίς κιθάρας συνοδεία/ των Ερινύων τον θρήνο, που κανείς/ δεν της τον έχει ποτέ μάθει;/ Κι αχ! της γλυκιάς ελπίδας το καλό/ το θάρρος μου έφυγε κι εχάθη) (μετάφρ. Γρυπάρης).

Παραθέτω απόσπασμα από την αρχή του ποιήματος που θεωρώ απαραίτητη, για να πάμε  και παρακάτω, στο κυρίως θέμα μας.

Φαίνεται ο Κάβο Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος

δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι (…)

Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο

κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,

μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής

στον παγωμένο ήλιο

κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.

Άρα ο ποιητής έχει στο νου του και άλλες δύο γάτες: τον Ραμαζάν και αυτή που «είχε τα μάτια της Σαλώμης». Πρόκειται απ’ όσο φαίνεται για πραγματικές γάτες, τις δικές του. Και για μεν τον Ραμαζάν άλλες πληροφορίες, εκτός από αυτές που δίνει το ίδιο ποίημα, δεν έχουμε. Σύμφωνα μ’ αυτές ο ποιητής μάλλον  τον θαυμάζει για το θάρρος και την αντοχή με την οποία αντιμετώπισε τον θάνατο μέσα στο χιόνι και το κρύο.. Αυτό ίσως αποτελεί έναν προλογικό προϊδεασμό για την αντοχή που θα επιδείξουν οι γάτες στον αγώνα τους με τα φίδια.

Ποια είναι όμως η άλλη γάτα που «είχε τα μάτια της Σαλώμης»; Και ποια είναι η Σαλώμη; Η άλλη γάτα του πρέπει να είναι η Τούτη, για την οποία ο ποιητής  της αφιερώνει το ακόλουθο ποίημα που έγραψε στην Άγκυρα στις 22.8.1949:

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΣΤΗ ΓΑΤΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΤΟΥΤΗ

ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΦΗΣΕ ΧΡΟΝΟΥΣ

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Είχε τα χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης

η Τούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη μη σταθείς.

Βγήκε από το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι

τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.

Άρα η γάτα στην οποία αναφέρεται και στο προηγούμενο ποίημα πέραν πάσης αμφιβολίας είναι η Τούτη. Κοινός τόπος:  «τα μάτια της Σαλώμης».  Οι πληροφορίες που έχουμε από το ημερολόγιο του ποιητή γι’ αυτή τη γάτα είναι οι εξής:

Τρίτη, 21 Γενάρη (1947)

2 πρωί. Η Τούτη μαίνεται· έχει φρενιάσει (της ερωτιάς). Το μαύρο της τρίχωμα παίρνει την απόχρωση του ηλεκτρικού σπινθήρα, όταν την πιάσεις είναι ένας κόμπος  ανατριχίλας — καημένοι άνθρωποι.

Τετάρτη, 22 Γενάρη (1947)

Η Τούτη, ο μαύρος καθρέφτης αντανακλά τις διαθέσεις μου, όπως όταν γυρίσαμε από τον Πόρο, εκείνο το αίσθημα μελαγχολίας του φυλακισμένου. Ρωτιέμαι καμιά φορά πότε θα πέσει μέσα στη μαύρη τρύπα  που ανοίγει η ίδια στο φως της μέρας.

Την έπιασε αυτές τις μέρες ο ερωτικός οργασμός του Γενάρη. Δυο νύχτες δεν μας άφησε να κοιμηθούμε. Κουλουριαζότανε, κυλιότανε, τέντωνε τα νύχια της, ούρλιαζε —αυτό το γοργό νιαούρισμα. Χτες της φέραμε ένα γάτο. Χώθηκε σε μια γωνιά και κάθισε ακίνητος από το απόγευμα ως σήμερα το μεσημέρι. Τα τσακίσματα και τα φρενιάσματα της Τούτης  δεν τον συγκινούσαν. Την εβγάλαμε στο περιβόλι. Ήρθε ένας γκρίζος γάτος, ένας αλήτης της πλαϊνής ταβέρνας. Την κοίταζε, κι αυτή κυλιότανε μπροστά του στο χιονόνερο, στη λάσπη, σα να ήταν αναμμένα χόρτα. Το ωραίο της τρίχωμα είχε γίνει ένα ελεεινό κουρέλι. Όμως αυτός ήταν η μοίρα της.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου (1947)

Η Τούτη γέννησε δυο κάτασπρα γατάκια: τ’ αρνητικά της.

 Τα παραπάνω παραθέματα ερμηνεύουν στην ουσία  το ποίημα και συνάμα  δικαιολογούν την αγάπη του ποιητή προς την καταπληκτική γάτα του, έτσι  ώστε να της αφιερώσει το παραπάνω επιτύμβιο ποίημα. Όμως ποια είναι αυτή η Σαλώμη που η Τούτη είχε τα μάτια της;;

Ο ποιητής , όταν γύρισε από το Παρίσι, όπου είχε πάει για σπουδές, γνώρισε μια «αληθινή γυναίκα, με μουσική καλλιέργεια, με ευαισθησία», η οποία τον ερωτεύτηκε και τον βοήθησε να ξεπεράσει την άσχημη ψυχολογία  που του δημιούργησε  ο χωρισμός του με τη Γαλλίδα Jaqueline. Θα παραμείνει μαζί της μέχρι το 1936. Πρόκειται για τη μουσικολόγο-μουσικοκριτικό  Λουκία Φωτοπούλου, το όνομα της οποίας ο ποιητής θα συντμήσει γρήγορα σε «Λου».

Η Λουκία Φωτοπούλου με τον Σεφέρη

 Λίγο αργότερα η Λου θα αποκτήσει και δύο λογοτεχνικά ψευδώνυμα: Σαλώμη και Μπίλιω. Πληροφορίες για τη Φωτοπούλου έχουμε από πολλές πλευρές (Ιω. Τσάτσου, τα ημερολόγια του ποιητή,  επιστολές του Σεφέρη προς τη Λου,  Ρ. Μπήτον, λοιπή βιβλιογραφία). Η  Φωτοπούλου λοιπόν αποτελούσε φαινόμενο μορφωμένης  και πολύ ερωτικής  γυναίκας. Ήταν  χωρισμένη από τον άντρα της και κέρδιζε τη ζωή της γράφοντας κριτικές και άρθρα για την κλασική μουσική. «Οι μουσικές της προτιμήσεις (βαθιά αγάπη για τον Ντεμπισί, τον Ραβέλ και τον Στραβίνσκι, απέχθεια για τον Βάγκνερ) επηρέασαν τα γούστα του Γιώργου(…). Στις λιγοστές φωτογραφίες, οι οποίες δείχνουν μια μάλλον αρρενωπή γυναίκα με φαρδείς ώμους, δεν φαίνεται εύθραυστη, αν και στα γράμματα του Γιώργου προς εκείνη υπάρχουν ενδείξεις ότι η υγεία της δεν ήταν καλή» (Ρ. Μπήτον: Γιώργος  Σεφέρης: Περιμένοντας τον άγγελο). Κατοικούσε σε ένα ημιυπόγειο της Πατησίων και είχε, όπως μαρτυρείται βιβλιογραφικά, και ομοφυλικές  σχέσεις. Ήταν γυναίκα πολύ ανεξάρτητη και ελεύτερη. Φαίνεται μάλιστα ότι σε μια τουλάχιστον περίπτωση είχε προμηθεύσει στον ποιητή μία  από τις περιστασιακές φιλενάδες του . Ο ποιητής εντυπωσιάζεται πολύ από την προσωπικότητα της  Φωτοπούλου—Λου. Επηρεάζεται ακόμη και στην ποίησή του απ’ αυτήν. Ήδη στη «Στροφή» δύο τουλάχιστον ποιήματα αναφέρονται σ’ αυτή: «Αυτοκίνητο» και «Αργά μιλούσες» , στο οποίο υπάρχουν και οι στίχοι: κι ήσουν της μοίρας μου το υφάδι/συ, που θα λέγαν Μπίλιω). Αλλά και στο ποίημα Έφηβος  («Τετράδιο Γυμνασμάτων») υπάρχει αναφορά τουίδιου ονόματος. Άλλωστε και το ποίημα «Η στέρνα» από μια άποψη, πέρα από τους άλλους ποιητικούς επηρεασμούς, ξεκινάει από το «ημιυπόγειο» της Φωτοπούλου, καθώς  τεκμαίρεται από τη βιβλιογραφία.

Ήδη είπαμε ότι η Φωτοπούλου αποκτάει στο έργο του Σεφέρη και το ψευδώνυμο Σαλώμη στο μυθιστορημά του Εξι Νύχτες στην Ακρόπολη, το οποίο γράφει ο ποιητής, στα 1926. Η υπόθεση αφορά  την προσπάθεια μιας νεοσύστατης παρέας αγοριών και κοριτσιών, γύρω στα 1920, που προσπαθούν να αποκτήσουν συνοχή ως ομάδα. Συμφωνούν λοιπόν μεταξύ τους να κάνουν στο διάστημα έξι διαδοχικών μηνών μιαν επίσκεψη στην Ακρόπολη με πανσέληνο. Ο αφηγητής, ο Στράτης, νεαρός συμβολιστής ποιητής που πρόσφατα έχει επιστρέψει από σπουδές στο Παρίσι,  προσπαθεί να προσαρμοστεί στη ζωή της Αθήνας. Τελικά, όμως,  η ομάδα γρήγορα σκορπίζει και απομένει μόνο ένα ερωτικό ζευγάρι: ο Στράτης ( που εμφανώς μέσα στο μυθιστόρημα ταυτίζεται με τον Σεφέρη) κι η Σαλώμη που κάποια στιγμή θα μετονομαστεί σε Μπίλιω. Θα απομείνει ακόμη  μια ερωτική φίλη της Σαλώμης, η Λάλα, με την οποία συνάπτει ερωτική σχέση ο Στράτης μετά τον θάνατο της πρώτης. Η σχέση του με τη Σαλώμη- Μπίλιω θα είναι επώδυνη, αλλά θα τον βοηθήσει  στη ζωή του και στους ποιητικούς του προσανατολισμούς, ενώ η παρέα του με τη Λάλα θα τον ολοκληρώσει ως ποιητή. Κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος, σύμφωνα με σημείωση του Σεφέρη στο ημερολόγιό του (Μέρες Α’, σ.95)  είναι «η αρρώστια της Αθήνας, η αρρώστια από την Αθήνα».

Κριτικές αποτιμήσεις και άλλες πληροφορίες γι’ αυτό το αδημοσίευτο, ενόσω ζούσε ο ποιητής, μυθιστόρημα βρίσκει κανείς εύκολα στην πλούσια βιβλιογραφία, σύμφωνα με την οποία η ταύτιση της Φωτοπούλου με τη Σαλώμη είναι αναμφισβήτητη. Ήδη, όσα ειπώθηκαν λίγο παραπάνω για την πρώτη,  συμφωνούν με τα μυθοπλαστικά στοιχεία  της Σαλώμης: μορφωμένη,  όμορφη, άκρως ερωτική, με ομοφυλικές προτιμήσεις ,  κατοικεί σε ημιυπόγειο. Το κείμενό μου, στο σημείο αυτό, αναγκαστικά απλουστεύει πολύ  όσα η  βιβλιογραφία αναφέρει για όλα αυτά. Όμως εδώ προσπαθούμε μ’ αυτά τα ελάχιστα να κατανοήσουμε τον παραλληλισμό: «είχε τα μάτια της Σαλώμης» που, όχι χωρίς λόγο, επαναλαμβάνεται στα δυο σεφερικά ποιήματα. Κι απ’ ότι φάνηκε ο ερωτισμός της Τούτης παραλληλίζεται με εκείνον της Σαλώμης –Φωτοπούλου ή και το ανάποδο. Ίσως μάλιστα το επιτύμβιο ποίημα να είναι αφιερωμένο και στις δύο, πράγμα που συνάδει με τον κρυφό και υπαινικτικό χαρακτήρα της ποίησης του διπλωμάτη ποιητή κι αφού η Φωτοπούλου-Λου-Σαλώμη-Μπίλιω είχε ήδη πεθάνει τον  Ιούλιο του 1939 δέκα δηλαδή χρόνια πριν γράψει το ποίημα για την Τούτη.

 Ως εκ περισσού, για το σκοπό αυτού του κειμένου, απομένει να δει κανείς γιατί προτίμησε ο ποιητής για τη Φωτοπούλου το ψευδώνυμο Σαλώμη. Αυτό όμως χρειάζεται ένα άλλο πολύ πιο εκτεταμένο άρθρο, το οποίο θα προσεγγίζει τον μύθο της Σαλώμης, αυτής της επικίνδυνης λόγω της ομορφιάς της γυναίκας,  της κόρης της Ηρωδιάδας, και το πώς και πόσο αυτός ο μύθος λειτούργησε πολύ γόνιμα μέσα στην ιστορία της λογοτεχνίας ως τον Oscar Wilde και τους Γάλλους  συμβολιστές κι ακόμη παραπέρα, στη μετασυμβολιστική Ευρώπη. Γι’ αυτό το θέμα ευτυχώς υπάρχουν ήδη αξιόλογες μελέτες: βλ ενδεικτικά:

Ναπολέων Λαπαθιώτης: Το παγκόσμιον τραγικόν δράμα της Σαλώμης. Έρως και θρησκεία. Το έργον του μεγάλου συγγραφέως»,

Μάρθα Βασιλειάδη: Σεφερικές εκδοχές της Σαλώμης,

Χριστίνα Ντουνιά: Εκδοχές της Σαλώμης. Από το ευρωπαϊκό πνεύμα της παρακμής στη νεοελληνική λογοτεχνία…»).

Αυτό που εύκολα γίνεται κατανοητό είναι ότι η διαδοχικές αλλαγές των λογοτεχνικών ψευδωνύμων και ερωτικών συντρόφων: Σαλώμη-Μπίλιω και Λάλα εκφράζουν τη συνεχή ποιητική μετακύληση και ωρίμανση του ίδιου του ποιητή. Και κάτι ακόμη, που κι αυτό χρειάζεται ένα άλλο άρθρο: Η Σαλώμη μαζί με τη Sujon, που ήταν ο ολιγόχρονος αλλά και βασανιστικός έρωτας του Σεφέρη στη Γαλλία, η Jaqueline, που ήταν η δεύτερη και πολύχρονη βαθιά ερωτική του σχέση (βλ. Χρήστος Αντωνίου: Ο Κόσμος της Γοργόνας), μαζί, προσθέτω τώρα, με τη Φωτοπούλου (και ασφαλώς η ενασχόλησή του με τη λαογραφία του Νικολάου Πολίτη) αποτέλεσαν κατά τη γνώμη μου την ποιητική του βάση για τη σύλληψη του σπουδαιότερου ποιητικού του συμβόλου, της γοργόνας, η οποία αποτελεί το σημείο αναφοράς όλων των ποιητικών του συλλήψεών και την οποία άλλωστε τυπώνει στο εξώφυλλο όλων των βιβλίων του, ποιητικών και πεζών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.