Loading...
ViewmasterΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Έφη Φρυδά. Dorothea Tanning (25 Aυγ. 1910-31 Ιαν. 2012). Σκίζοντας την ταπετσαρία

Με μια καριέρα που διαρκεί πάνω από 70 χρόνια, και με το πληθωρικό της έργο να περιλαμβάνει ζωγραφική, εικονογράφηση, χαρακτικά, γλυπτική, installations, collage, σκηνογραφία, ενδυματολογία, μυθιστοριογραφία, διηγήματα, απομνημονεύματα (δύο τόμοι) και αρκετές ποιητικές ανθολογίες · με την τελευταία μάλιστα να δημοσιεύεται στα 100 της χρόνια, δηλαδή ένα έτος πριν πεθάνει, η  Δωροθέα Τάννινγκ έζησε τη ζωή της και δημιούργησε μέχρις εσχάτων.

Πρόκειται για μια εικαστικό που διαρκώς έσπρωχνε τα όρια του σουρεαλισμού, μια γυναίκα που σαφώς προηγήθηκε της εποχής της.

Η τέχνη της αποκαλύπτει την ταχύτητα και την τόλμη με την οποία ταξίδεψε και δημιούργησε καινούρια σπίτια κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας της, από τις Μεσοδυτικές πολιτείες στη Νέα Υόρκη και από εκεί στην έρημο της Αριζόνα, και έπειτα στη Γαλλία για να πηγαινοέρχεται στη συνέχεια στις ΗΠΑ ως το 1980, οπότε και εγκαταστάθηκε οριστικά στη Νέα Υόρκη.

Ανάμεσα στα αξιοσημείωτα της τέχνης της είναι το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής εποχής, όταν κυριαρχεί η αφηρημένη τέχνη, η Τάννινγκ επιβάλλεται στον εικαστικό χώρο με τα απεικονιστικά της οράματα.

Children’s Games (1942)

Επιπλέον, ενώ έζησε μια ζωή φωτεινή, πλήρους δημιουργικής έκφρασης και ανησυχίας, επιχειρεί και επιτυγχάνει μέσα από τα έργα της να εξερευνήσει τη σκοτεινή πλευρά.

Η Δωροθέα Τάννινγκ υπήρξε μια καλλιτέχνης ακάματη. Με τη θεματική και με την τεχνική της σκάβει τη δεύτερη ζωή του ανθρώπου, αυτή της νύχτας, του ονείρου, του εφιάλτη, που όπως υποστηρίζουν οι σουρεαλιστές είναι η πραγματική ζωή.

Ποτέ δεν παύει να κρυφοκοιτάζει πίσω από τον καθρέφτη με τις μπογιές και τα χρώματά της, με τις μαλακές μορφές και τα installations αργότερα. Με ομολογημένη την επιρροή της Αλίκης του Λούις Κάρολ μας οδηγεί στην κουνελότρυπα όπου όντα και αντικείμενα της καθημερινής ζωής, φυτά και άνθη, μετασχηματίζονται, μεγαλώνουν και μικραίνουν, ανθρώπινοι κορμοί ασύμμετροι, ακέφαλοι, φουσκώνουν και πρήζονται καθώς μπαινοβγαίνουν στους τοίχους, σκίζουν την ταπετσαρία. Πόρτες διαδέχονται η μία την άλλη, μισανοίγουν η μία πάνω στην άλλη, ηλίανθοι άλλοτε απειλητικοί, άλλοτε σύμβολα ευφορίας, ποιος ξέρει; Ένας κόσμος αινιγματικός, δωμάτια στενά στρυμωγμένα, με την οικογένεια σε διαστάσεις και με προεκτάσεις δηλωτικές, με την εικόνα της μητρότητας βαριά, μάλλον ενοχλητική,  με κοριτσάκια που πάντα θέλουν να σπάσουν τα όρια και να ελευθερωθούν. Με τον γρίφο της δικής της παρουσίας.

        “Voltage” 1942

Η Τάννινγκ είναι αναμφίβολα πρωτοπόρος. Ο Χίτσκοκ στο Spellbound, ο Ρίντλεϋ Σκοτ με τα αλλοπλανητικά του τοπία που κατοικούνται από μορφές αλλόκοτες, αλλά και τηλεοπτικές σειρές (Stranger Things) που μόλις στις μέρες μας βλέπουμε, που μας εντυπωσιάζουν και μας προβληματίζουν εν μέσω πανδημικών εγκλεισμών, με τα συναισθήματα ασφυξίας που επιφέρει ο κοινωνικός απομονωτισμός, το άγνωστο που καραδοκεί πίσω από τον τοίχο, πίσω από την πόρτα, στην κορυφή της σκάλας.

Γυναίκες θεές κι άλλοτε πάλι λιλιπούτειες μπροστά στην ανδρική παρουσία που δεσπόζει στον καμβά. Το ζήτημα των γυναικών τίθεται δονούμενο, σπαρταρώντας μπρος στα μάτια μας από τη δεκαετία του -40.

Family Portrait. 1954

Ωστόσο η Τάννινγκ ποτέ δεν θέλησε να περιοριστεί φυλετικά αλλά ούτε εικαστικά, ποτέ δεν κατατάχθηκε σε μία κατηγορία. Σουρεαλίστρια από πολύ μικρή, είχε ξαφνιάσει την οικογένειά της όταν κοριτσάκι ακόμα ζωγράφισε μια γυμνή γυναίκα με φύλλα για μαλλιά. «Ήμουν άραγε μια μικρή σουρεαλίστρια; Ίσως οι σουρεαλιστές ζωγράφοι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από παιδιά με χρόνια στην πλάτη τους, παιδιά που έπαιζαν με το παράλογο», γράφει η Τάννιγκ στα απομνημονεύματά της Between Lives: An Artist And Her World. Ωστόσο δεν ακολούθησε τους κανόνες που είχαν θέσει οι άντρες σουρεαλιστές, ούτε παρέμεινε στατική σε αυτή τη μορφή τέχνης.

Όσο για την ένταξη στο φύλο της, ποτέ δεν τη θέλησε. «Τι σημαίνει γυναικεία τέχνη;» θα απαντήσει στην ερώτηση που της τέθηκε, το 1990, στα ογδόντα της χρόνια. «Είναι σαν να αντιπαραβάλεις την ‘αντρική τέχνη’ με την ‘τέχνη του ελέφαντα’. Είμαι γυναίκα και είμαι καλλιτέχνης. Το ένα είναι δεδομένο, το άλλο είμαι εγώ».

Η Τάννινγκ συχνά αντιστέκεται στις ειδικές «Γυναικείες εκθέσεις», χάνοντας έτσι πολλές ευκαιρίες προβολής, η μη ένταξη έχει το κόστος της. Το όνομά της δεν αναφέρεται ιδιαίτερα ανάμεσα στων άλλων σουρεαλιστών. Μια μικρή σουρεαλίστρια λοιπόν που, εκεί που οι άντρες εικαστικοί τονίζουν τη σεξουαλικότητα μιας γυναίκας αντικείμενο, εκείνη, τεντώνοντας το σκοινί της τέχνης της, μιλά για τους καταπιεστικούς κοινωνικούς κανόνες, σχολιάζει τη σεξουαλικότητα με τους δικούς της όρους, με εικόνες συχνά τρομακτικές που καθόλου δεν συντονίζονται με αυτές των ανδρών συναδέλφων της. Βρισκόμαστε στη χαραυγή του γυναικείου ζητήματος, της γυναικείας σεξουαλικότητας, και η Τάννινγκ τολμά.

Dorothea Tanning by ManRay. 1948

Η Δωροθέα Τάννινγκ γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου του 1910, στο Γκέιλσμπουργκ του Ιλινόις από μεσοαστούς γονείς σουηδικής καταγωγής. Εκεί όπου, κατά τα δικά της λεγόμενα, «Τίποτα δεν συνέβαινε εκτός από την ταπετσαρία», υποδηλώντας ότι, παρά τα ευτυχισμένα παιδικά της χρόνια, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πληκτικό.

Η 16χρονη «Ντότι», όπως την έλεγαν μικρή, εργάζεται στη Δημοτική βιβλιοθήκη της γενέτειράς της, κάτι που έχει κεφαλαιώδη επίδραση στην πορεία της ως εικαστικού. Διαβάζει  βικτωριανή, γοτθική λογοτεχνία, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και βέβαια την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Τα στοιχεία αυτά είναι πρόδηλα στο έργο της. Η Δωροθέα Τάννινγκ βλέπει τον εαυτό της σαν ηρωίδα γοτθικού μυθιστορήματος, κάτι που υπογραμμίζει αφηγούμενη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε στον κόσμο αυτό. «Μια μέρα φύσαγε δαιμονισμένα. Ένας τυφώνας έριξε κάτω τρεις λεύκες μπροστά από το σπίτι μας. Η μητέρα μου τρομοκρατήθηκε. Έτσι γεννήθηκα εγώ».

Το 1930 πηγαίνει στο Σικάγο όπου μένει 5 χρόνια. Εκεί φοιτά για ένα διάστημα μόλις τριών μηνών στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά εγκαταλείπει τις σπουδές της για να πάει στη Νέα Υόρκη και να εργαστεί ως εικονογράφος στο πολυκατάστημα Macy’s, ενώ ταυτόχρονα ζωγραφίζει. Ουσιαστικά είναι αυτοδίδακτη.

Στη Νέα Υόρκη ανακαλύπτει το κίνημα του Σουρεαλισμού, όταν, το 1936, πηγαίνει στην έκθεση, Fantastic Art, Dada and Surrealism. Οι εντυπώσεις της: «Ένας κόσμος με άπειρες όψεις, που μοιάζει να είναι αυτό που περίμενα».

Το 1941, και έπειτα από μια σχέση 8 ετών, κάνει ένα σύντομο γάμο με τον συγγραφέα Χόμερ Σάννον.

Στο μεταξύ ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Macy’s, εντυπωσιασμένος από τη δημιουργικότητα και το ταλέντο της, την συστήνει στον Τζούλιαν Λέβι, ιδιοκτήτη γκαλερί, ο οποίος οργανώνει δύο ατομικές εκθέσεις για την Τάννινγκ – το 1944 και 1948 – και την γνωρίζει στον κύκλο των émigré σουρεαλιστών που, κατά τη διάρκεια του 2ου παγκόσμιου πολέμου, έχουν καταφύγει στη Νέα Υόρκη. Εκεί, το 1942, σε ένα πάρτι συναντά τον Μαξ Ερνστ.

Ο Ερνστ ενδιαφέρεται για τη δουλειά της και πάει από το εργαστήριό της για να δει τα έργα της, προκειμένου να τα περιλάβει στην έκθεση του 1943, Exhibition by 31 Women της γκαλερί Art of This Century, ιδιοκτησίας της Πέγκι Γκούγκενχαϊμ με την οποία εκείνη την εποχή ήταν παντρεμένος.

Ο κύβος ερρίφθη, τα γρανάζια της μοίρας πήραν μπρος. Ο Ερνστ γοητεύεται από έναν πίνακα της Τάννινγκ που ο ίδιος του δίνει το όνομα Birthday. Πρόκειται για μια αυτοπροσωπογραφία της γυμνόστηθης ζωγράφου, ντυμένης με ένα βικτωριανό κουστούμι με φουσκωτά μανίκια και φούστα από ελικοειδή βλαστάρια, που όμως αν τα κοιτάξεις προσεκτικά θα διακρίνεις ότι ανάμεσα στις πτυχές τους κρύβονται ανθρώπινες μορφές. Η Τάννινγκ του καμβά κοιτάζει σταθερά, κάπως θλιμμένα την Τάννινγκ δημιουργό. Το χέρι της σφίγγει το πόμολο μιας πόρτας που ανοίγει για να φανεί ένας χώρος άδειος με αλλεπάλληλες πόρτες που μισανοίγουν η μία πίσω από την άλλη, η μία σχεδόν πάνω στην άλλη. Πίσω από τη μορφή της Τάννινγκ υπάρχει ακόμα μια μισάνοιχτη πόρτα. Ψηλά στον τοίχο του διαδρόμου και πάνω από μια πόρτα, διακρίνουμε την ταπετσαρία τοίχου -σύμβολο οικιακής τάξης.

 

Birthday (1942)

 

Στα πόδια της ένας γρύπας με σκυλίσιο πρόσωπο, ένας γρύπας κατοικίδιο. Παρμένος από τον γρύπα της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, ασφαλώς. Για την Αλίκη το παράξενο αυτό ον ήταν κάτι σαν προστάτης-καθοδηγητής. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η Τάννινγκ τον έχει στα πόδια της· είναι ο οδηγός της σε αυτό το ταξίδι στους άγνωστους διαδρόμους του υποσυνείδητου, του ονείρου.

Στα απομνημονεύματά της η Τάννινγκ αφηγείται, «Αυτό που σαγήνευσε αρχικά τον Ερνστ ήταν ο πίνακας. Εγώ ήρθα αργότερα». Η διακριτικά εντυπωσιακή ομορφιά της γυναίκας αυτής που φοράει παλιά μπλουτζίν μισόν αιώνα πριν έρθουν στη μόδα, κατακτάει τον μεγάλο Ερνστ, ο οποίος παρεμπίπτοντος είναι και 17 χρόνια μεγαλύτερός της. Της προτείνει να παίξουν σκάκι – «μια αφάνταστα ερωτική εμπειρία», όπως εξομολογείται η ίδια – και μόλις μια εβδομάδα αργότερα ζούνε πλέον μαζί.

Μερικούς μήνες μετά ξεκινούν την κοινή τους ζωή σε ένα ξύλινο σπίτι τριών δωματίων, χωρίς νερό και ηλεκτρικό, στη Σεντόνα, στην έρημο της Αριζόνας, τότε ένα απομονωμένο «φυλάκιο στην άκρη της γης». Φτιάχνουν αυτό το σπίτι με τα ίδια τους τα χέρια και, παρά το γεγονός ότι η Δωροθέα είναι ένας άνθρωπος μοναχικός, με αυστηρές προτεραιότητες ως προς το έργο της, περνούν από εκεί ως επισκέπτες και φιλοξενούμενοι καλλιτέχνες και ποιητές που καταφεύγουν στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ανάμεσά τους ο Ενρί Καρτιέ-Μπρεσσόν, η Λι Μίλλερ, ο Ρολάν Πένροουζ, η Κέι Σαζ, ο Πάβελ Τσελίτσεβ, ο Υβ Τανγκύ, ο Ζορζ Μπαλανσίν, ο Ντύλαν Τόμας.

 

 

Η Τάννινγκ και ο Ερνστ παντρεύονται το 1946 σε ένα διπλό γάμο, μαζί με το ζευγάρι Μαν Ρέι – Τζουλιέτ Μπράουνερ. Παραμένουν παντρεμένοι για 34 χρόνια, σε μια ένωση ευτυχισμένη, και αυτός είναι ο τελευταίος γάμος και για τους δυο. 

Το 1949, κατά τη διάρκεια του Μακαρθισμού, η Τάννινγκ και ο Ερνστ εγκαταλείπουν τις ΗΠΑ και εγκαθίστανται στη Γαλλία, όπου μοιράζουν τον χρόνο τους ανάμεσα στο Παρίσι και στην Προβένς, ενώ κατά καιρούς, και για σύντομες επισκέψεις, επιστρέφουν στη Σεντόνα.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Νέα Υόρκη η Τάννινγκ δημιουργεί ανθεκτικές φιλίες με πολλούς καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους ο Μασέλ Ντυσάν, ο Τζόζεφ Κορνέλ, ο Τζον Κέιτζ και η Λι Μίλλερ. Την εποχή αυτή σχεδιάζει σκηνικά και κουστούμια για τα μπαλέτα του Ζορζ Μπαλανσίν, για το The Night Shadow, που έκανε πρεμιέρα το -46 στη Νέα Υόρκη. Παίζει επίσης σε δύο αβάν γκαρντ ταινίες του Χανς Ρίχτερ, Dreams That Money Can Buy (1947) και 8 x 8: A Chess Sonata in 8 Movements (1957).

     Insomnias (1957)

Την επόμενη δεκαετία η τέχνη της αλλάζει, γίνεται λιγότερο απεικονιστική, παίρνει μορφή υπαινικτική. Οι φόρμες της γίνονται αφηρημένες, κομματιάζονται, γίνονται πρισματικές. Όπως λέει η ίδια, «Γύρω στο 1955 οι καμβάδες μου κυριολεκτικά θρυμματίστηκαν… έσπασα τον καθρέφτη, θα έλεγε κανείς». Χαρακτηριστικά έργα αυτής της περιόδου η σειρά Insomnias (1957).

Όπως δεν εντάσσεται σε τάσεις και ομάδες, με τον ίδιο τρόπο η Τάννινγκ ψάχνει διαρκώς νέους τρόπους έκφρασης. Από το 1969 ως το 1973 αφήνει κατά μέρος τις μπογιές της και πειραματίζεται με υφασμάτινα γλυπτά, με μαλακές φόρμες. Πρόκειται για τρισδιάστατα έργα φτιαγμένα από κομμάτια ύφασμα. Η Τάννινγκ δουλεύει σε μια μικρή ραπτομηχανή Σίνγκερ, γαζώνει και παραγεμίζει όντα παράξενα. Πέντε από αυτά τα ανθρωπόμορφα γλυπτά απαρτίζουν το installation Hôtel du Pavot, Chambre 202 (1970), που εκτίθεται πλέον μόνιμα στο Musée National d’Art Moderne του Centre Georges Pompidou, στο Παρίσι. Τα έργα αυτά είναι πρόδρομοι σύγχρονων καλλιτεχνών, όπως η Λουίς Μπουρζουά, η Σάρα Λούκας, η Κάθι Ουίλκς. Τα πληθωρικά σώματά τους, που σπρώχνουν και σκίζουν την ταπετσαρία, βρίσκουν την αντανάκλασή τους στο τρομακτικό τέρας που εκρήγνυται στο έργο Άλιεν του Ρίντλεϋ Σκοτ .

 

                                   Hôtel du Pavot, Chambre 202 (1970)

Το 1980, μερικά χρόνια μετά το θάνατο του Ερνστ (1976), η Τάννινγκ επιστρέφει μόνιμα πια τη Νέα Υόρκη, όπου συνεχίζει να δημιουργεί στο στούντιο, μέχρι να στραφεί στον γραπτό λόγο. Τη δεκαετία 1990-2000 γράφει και εκδίδει, κάτι που συνεχίζεται ως το τέλος της ζωής της.

Εκτός από τα έργα για τα οποία ήδη συζητήσαμε – το Birthday και τα installations με τα υφασμάτινα γλυπτά, θέλω να σας παρουσιάσω και έναν από τους διασημότερους νεανικούς πίνακες της Τάννινγκ. Το Eine Kleine Nachtmusik είναι έργο του 1943 και το ζωγράφισε στη Σεντόνα. Ο  τίτλος είναι βέβαια δανεισμένος από το κομμάτι του Μότσαρτ, που τότε ήταν αγαπημένο θέμα στις συζητήσεις του ζευγαριού.

 

       Eine Kleine Nachtmusik (1943) 

Δύο κοριτσάκια (κάποιοι μελετητές του έργου της υποστηρίζουν ότι το ένα είναι κούκλα, σίγουρα όμως και τα δύο είναι η ίδια η μικρή Δωροθέα), ντυμένα με κουρέλια βρίσκονται σε ένα διάδρομο ξενοδοχείου, με πόρτες κλειστές, αριθμημένες. Το ένα ακουμπά σε ένα κούφωμα με μάτια κλειστά· μοιάζει να βρίσκεται σε ερωτική έκσταση. Το άλλο, με τα μαλλιά ανασηκωμένα, λες και κάτι την τραβάει, λες κι ένας ισχυρός άνεμος την ρουφάει ψηλά, λες και την έχουν αναποδογυρίσει ή βρίσκεται σε ένα σύμπαν αναποδογυρισμένο, προχωρά με κάτι βλαστάρια να φυτρώνουν θαρρείς από την κοιλιά της και να προπορεύονται της διαδρομής της· ή ίσως πάλι να την στηρίζουν στην πορεία της. Μπροστά της, στο πλατύσκαλο, ένας γιγάντιος μαδημένος ηλίανθος. Ο ηλίανθος, που τόσο συχνά συναντάμε στην τέχνη της, μας παραπέμπει στη μεσοδυτική καταγωγή της, στη σχέση της με τη γονιμότητα αλλά και με την απειλή της φύσης. Κάποιοι αναλυτές πιστεύουν ότι πρόκειται για ανδρικό σύμβολο. Η ίδια η Τάννινγκ λέει σε μια επιστολή της: «Ο ηλίανθος στο Eine Kleine Nachtmusik αποτελεί σύμβολο όσων έχει να αντιμετωπίσει η νεότητα και να παλέψει μαζί τους, εκπροσωπεί την αέναη πάλη με άγνωστες δυνάμεις, δυνάμεις που πάντα υπήρχαν, ακόμα και πριν την έλευση του πολιτισμού μας… Πρόκειται για μια αντιπαράθεση. Όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ζουν ένα δράμα. Μπορεί να μην έχουν γιγάντιους ηλίανθους απέναντί τους (το επιβλητικότερο όλων των λουλουδιών), υπάρχουν όμως σκάλες, διάδρομοι, ακόμα και προσωπικές θεατρικές αίθουσες, όπου ασφυξίες και οριστικότητες διαδραματίζονται, κόκκινα σαν το αίμα χαλιά, επιθετικά, τραχιά κίτρινα… ο καταπιεστής, το εκστατικό θύμα…»

Στο βάθος του διαδρόμου μια μισάνοιχτη πόρτα απ’ όπου διαφαίνεται κάποιο φως. Το δεύτερο κορίτσι προχωρά προς τα εκεί. Η Τάννινγκ γράφει, «Τώρα οι πόρτες είναι ανοιχτές, ο αέρας έχει σιντεφένιο χρώμα, και ξέρεις με ποιον τρόπο δαμάζεται η τίγρης». Θα έλεγε κανείς ότι επειδή απεικονίζει δυο μικρά κορίτσια η ζωγράφος τα βλέπει σαν θύματα. Όμως η αίσθηση που αποκομίζουμε είναι ότι τα κορίτσια πορεύονται μόνα τους τώρα, ορίζουν τη τύχη τους απελευθερωμένα από την οικογενειακή παρεμβολή.

Η Τάννινγκ, μια καλλιτέχνης που εκφράστηκε με την πρωτοπόρα τέχνη της επί επτά ολόκληρες δεκαετίες, μοιάζει απόλυτα σύγχρονη, απόλυτα κατάλληλη να μιλήσει για την πραγματικότητα που σήμερα βιώνουμε. Ανησυχαστική, ανατριχιαστική, στοχαστική πάνω στα κρυμμένα, ανοιχτή προς τα κρυφά. Αιρετική και τολμηρή. Και τελικά άχρονη.

Γιατί άχρονο είναι το όνειρο, άχρονο το ασυνείδητο, η ψυχική διαδρομή, η πνευματική εμπειρία. Που οδηγεί στο κέντρο της ύπαρξης.

 

 

Door 84

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.