Loading...
ΘέατροΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ: Η Άλκηστις του Ευριπίδη ως  κλόουν του Γιόχαν Σίμονς. Στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, 1-Ιουλίου 2022 σε συνεργασία με το Schauspielhaus Bochrum – Σε γλώσσα ολλανδική

 «Μ’ αρέσουν τ’ αμφιθέατρα». / Η αχιβάδα γέμισε αμέσως / και χαμήλωσε το φως στη σκηνή/ όπως για κάποιο περιώνυμο φονικό

                                                    ( Γιώργος Σεφέρης, «Επί Σκηνής» Β΄)

Η κυρία Κατερίνα Ευαγγελάτου, Καλλιτεχνική Διευθύντρια του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών –Επιδαύρου με το σημαίνον και βαρύ όνομα μητρός τε και παππού και πατρός και προγόνων απάντων, αποφάσισε να διαχωρίσει τα ιμάτιά της από τον οικογενειακό θρύλο∙  ο παππούς με την όπερα, η ολύμπιας κατασκευής μητέρα με την ερμηνεία της και ο πατέρας της με τα ελληνικά έργα, από τα φοιτητικά του χρόνια, κόντρα στον εύκολο εκμοντερνιμό της εποχής του.

 Η κυρία Ευαγγελάτου έφερε στην ορχήστρα της Επιδαύρου την Άλκηστη του Ευριπίδη, όπως την είδε ένας σκηνοθέτης από την Ολλανδία, την οποία σκηνοθέτησε «για ελληνικό κοινό, δηλαδή για ειδήμονες», έτσι είπε ο κ. Σίμονς κι εδώ είναι ο κόμπος ή ένας κόμπος που  έπρεπε να λύσει η κυρία Ευαγγελάτου. Ο κ. Σίμονς  και «το καραβάνι του», δεν κατάλαβε πόσο «ειδήμονες» ήταν οι θεατές της Επιδαύρου που προσήλθαν να δουν Ευριπίδη και είδαν Σίμονς, δηλαδή περιφερόμενους χίπις, περιπλανώμενους χρωματιστούς κουρελήδες και συνουσιαζόμενους επί σκηνής σαν τα αδέσποτα στο δρόμο. Όπως είπε ο ίδιος και ήταν και πολύ χαρούμενος που τον δέχτηκαν στην Επίδαυρο να παρουσιάσει τα κουρέλια του «Ερχόμαστε ως νομάδες, ως νομάδες που περιπλανιούνται σ’ αυτόν τον τόπο και σ’ αυτή τη σκηνή, καθόμαστε για λίγο και μετά φεύγουμε ξανά – και ερχόμαστε εν ειρήνη» (εν Ειρήνη στην Ολλανδία, γιατί ακόμα εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε, καθώς λέει ο Νίκος Εγγονόπουλος). Και όσον αφορά τη «σκηνή» τούτο πρόλαβε και το είπε  ο Σαίξπηρ στον μονόλογο του Μάκβεθ (Πράξη 5η, σκηνή 5η, στο σονέτο Νο 15 και αλλού). Το ξέρουμε πως η ζωή είναι σκηνή και ο ουρανός  με τα άστρα από πάνω λάμπει….

Στην Επίδαυρο, τα αστέρια έλαμπαν, αλλά συνέβη κάτι που οι «ειδήμονες» θεατές    δεν άντεξαν και φώναξαν «αίσχος, αίσχος» και κάποιοι επιδεικτικά κατέβηκαν τις κερκίδες για να φύγουν και επέμεναν να περάσουν από το πλάι της ορχήστρας, πράγμα ανεπίτρεπτο, την ώρα της ιερής πράξης της παράστασης, δείχνοντας έτσι πως αυτό που συνέβαινε εκείνη την ώρα δεν ήταν δράμα αλλά καρικατούρα, καραγκιοζιλίκι, εξευτελισμός. Και μερικοί είχαν κάνει ταξίδι γι’ αυτή την παράσταση, μεγαλύτερο των πέντε ωρών…

                                                             *

Από αυτά που ο Σεφέρης καταγράφει στο μότο, δεν ισχύει το ότι η αχιβάδα γέμισε αμέσως, αφού το ιερό θέατρο της Επιδαύρου, όπου κάθε χρόνο ακούμε τη φωνή των αρχαίων μας ποιητών, την κραυγή του διθυράμβου όπως λέει ότι την άκουσε ο Γιάννης Ρίτσος, έμεινε σχεδόν άδειο, διθύραμβο δεν ακούσαμε, αλλά όταν χαμηλώσαν τα φώτα, τότε πράγματι διεπράχθη το «περιώνυμο φονικό».  Γιατί στα παρασκήνια, ο κ. Σιμονς είχε δολοφονήσει τον Ευριπίδη και βγήκε  να  διορθώσει τον μύθο και το έργο.

 Ο Ευριπίδης που έγραψε την Άλκηστιν το μακρινό 438 π. Χ., αντιλαμβανόταν αλλιώς το τραγικό χωρίς τις μεταφυσικές δυνάμεις που παρεμβαίνουν στα ανθρώπινα. Το έργο χαρακτηρίζεται σατυρικό δράμα, όπου το τραγικό κατέβηκε από τους θεούς και ήρωες στα ανθρώπινα επίπεδα και ο  Αριστοτέλης ονόμασε τον ποιητή «τραγικώτατον πάντων». Όσον αφορά τα βάσανα των ηρώων, αυτά, είπε,  οφείλονται στα πάθη τους.

Για τον μύθο πίσω από το έργο, ας αναφέρουμε ότι ο Βασιλιάς Άδμητος ξέχασε να καλέσει στον γάμο του την θεά Άρτεμη κι εκείνη έστειλε μερικά φίδια πάνω στο νυφικό κρεβάτι, σημάδι πως θα πεθάνει ο Άδμητος. Ο Απόλλωνας παρενέβη και βρήκε την εναλλακτική. Αν δεχτεί κάποιος να πεθάνει αντ’ αυτού, ο Άδμητος σώζεται, αλλά από τον περίγυρο μόνο η Άλκηστις δέχεται. Ούτε μάνα ούτε γέροντας πατέρας ούτε άλλος κανείς, διότι είναι γνωστό ότι Ήν εγγύς έλθη θάνατος ουδείς βούλεται θνήσκειν.  Στο τέλος όμως, ο δυνατός Ηρακλής που, χωρίς να έχει καταλάβει τίποτε,  τρώει, πίνει και καλοπερνάει στο παλάτι, μόλις μάθει τι συμβαίνει, θα στήσει καρτέρι στον Χάρο, θα κονταροχτυπηθεί πλάι στο μνήμα, θα του αρπάξει την νεκρή και θα την ξαναφέρει στη ζωή. Αν εξαιρέσουμε τον περίπτωση του Ηρακλή που φέρνει θυμηδία, τίποτα άλλο δεν δικαιολογεί τα εκβιασμένα χάχανα και γέλια του κοινού, εκτός και αν οι Ολλανδοί θεατές, γνωρίζοντας για το έργο όσα και ο κ. Σίμονς, έβλεπαν κωμωδία του τύπου «γαργάλα με να γελάσω».  Αντιθέτως το έργο έχει σημεία μεγάλης δραματικής έντασης:  τον διάλογο του ζεύγους, λίγο πριν εκείνη πάρει τη θέση του στον θάνατο, στοιχεία σοφιστικής στον διάλογο του πατέρα Φέρητα με τον γιο του Άδμητο, κυρίως,  δεν έχουν μόνο οι νέοι δικαιώματα, έχουν και οι γονείς τους. Η ζωή είναι γλυκιά, ο θάνατος βαρύς, η ορφάνια δεν αντέχεται και αλίμονο στα παιδιά που θα πέσουν στα χέρια κακής μητριάς. Όχι δεν θα ξαναπαντρευτώ, ομοίωμα θα σου φτιάξω και θα σε προσκυνώ μέρα και νύχτα, υπόσχεται εκείνος συντετριμμένος.

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, γράφει ότι το «σατυρικό δράμα είναι μία επιστροφή, μια προσγείωση, κατάφαση στη ζωή… μια κατάφαση στην Ύβριν» και μεταφέροντας την άποψη άλλων, γράφει ότι «η ‘‘Άλκηστη’’ έγινε πρότυπο της ρομαντικής αντίληψης για το τραγικό» (2.9.81). 

Ο κ. Σίμονς όμως είδε μόνο την αθέατη πλευρά του φεγγαριού: «Η Άλκηστη είναι για μένα», γράφει,  «από τα πιο σκληρά και ταυτόχρονα ιλαρά κείμενα για την ανθρώπινη αποτυχία…» (Ποιος απέτυχε;). Ξέρει άραγε ο κ. Σίμονς ότι σατυρικό δράμα σημαίνει σύνθεση του τραγικού με το κωμικό, αλλά όχι του τραγικού με τη σαχλαμάρα και τη χυδαιότητα;  Δεν γίνονται φόνοι επί σκηνής, ούτε συνουσιάζονται σαν τα ζώα, επί σκηνής, η ετοιμοθάνατη με τον παρ’ ολίγον πεθαμένο σύζυγο, δεν γυροφέρνουν σαν γύφτοι μασκαράδες, κουρελήδες  άνθρωποι της κοινωνικής τους τάξης. Ο βασιλιάς δεν φέρνει την απλώστρα με την μπουγάδα στην ορχήστρα εκεί ακριβώς που είναι η θυμέλη, δεν μοιράζει κατά γης στα παιδιά του την κονσέρβα του, ούτε πετάει ο γιος  τις πλαστικές καρέκλες για να αντιπαρατεθεί στον πατέρα του που ήρθε να «συμπαρασταθεί» στο πένθος.

Ο λόγος του Άδμητου είναι τραγικός, τραγικότατος, της Ακλήστεως συγκλονιστικός γιατί αφήνει τα παιδιά της και ανησυχεί, θέμα μέγα στα αρχαία μας κείμενα, τα ορφανά παιδιά, οι χήρες, οι πρόσφυγες. Ο λόγος του Φέρητα, του πατέρα, είναι καθαρά σοφιστικός, ο λόγος του Ηρακλή είναι το ανθρώπινο μέτρο με την υπεράνθρωπη δύναμη. Τα σκηνικά όλα κατάλληλα για του «Κουρτρούλη το γάμο» και καθόλου δεν θέλω να υποτιμήσω το ωραιότατο νεοελληνικό έργο του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή που πολύ ωραία είχε σκηνοθετήσει ο Σπύρος Ευαγγελάτος, τον καλό παλιό καιρό. Τώρα, εκεί που έπρεπε να είναι ανάκτορα ήταν  τροχόσπιτα, όπου θα καταφύγουν τρέχοντας να ξεθυμάνουν τη σεξουαλική τους μανία οι δύο ετοιμοθάνατοι, ο ένας που μόλις γλίτωσε και η άλλη που μόλις θα πεθάνει… Έλεος! Δεν ήταν ο Άδμητος, αλλά ο ίδιος ο χοντροκομμένος μυθικός σάτυρος που δεν κρατιόταν∙ όσο για την ωραία βασίλισσα «καίπερ σμικρόν εμπνέουσ’ έτι / βλέψαι προς αυγάς βούλεται τας ηλίου/ ως ούποτ’ αύθις…» δηλαδή αν και μόλις ανασαίνει θέλει να δει για τελευταία φορά τον ήλιο που δεν θα ξαναδεί… Ο κ. Σίμονς αντί για ήλιο της προσέφερε μερικές έξτρα ερωτικές συγκινήσεις  και την έβαλε, ετοιμοθάνατη γυναίκα να σκαρφαλώνει σαν αίλουρος, ξεδιάντροπα και χυδαία γυμνή  πάνω στον κορμό -Άδμητο για μια τελευταία φορά που ποτέ δεν ήταν η τελευταία… Εδώ, βεβαίως, «οι ειδήμονες» γελούσαν, τόσο αστείο τους φαινόταν το δράμα. Τα μόνα, που πραγματικά θρηνούσαν, ήταν τα δύο παιδιά της που πήγαιναν κι έρχονταν αμίλητα και θλιμμένα πιόνια  σε μια σκακιέρα, όπου οι μεγάλοι έχουν τον λόγο.

Ο Φέρης, ο πατήρ, προσήλθε στη σκηνή με την άνεση του ψυχρά συλλογισμένου πενθερού, ο οποίος φιλοσοφούσε επί του θέματος και σωστά, βεβαίως, μόνο που το πένθος του εξαντλούνταν στο μέγεθος που είχε το μπουκέτο με τις μαργαρίτες της που έφερε για να στολίσει τη νεκρή. Τουλίπες θα περιμέναμε, αλλά μέσα στο ελληνικό περιβάλλον και στης «μαργαρίτας το αλωνάκι» μαργαρίτες έπρεπε να φέρει, ο Φέρης που θα εξαντλήσει  όλη την επιχειρηματολογία του στα εξής λογικά: Εγώ σε γέννησα και σ’ έκανα αφέντη στο σπίτι σου. Ό,τι είχα στα έδωσα, στρέμματα γης που θα κληρονομήσεις όπως κι εγώ τα κληρονόμησα από τον δικό μου τον πατέρα. Μην πεθάνεις για μένα, ούτε κι εγώ για σένα. Και κορυφώνει με το φοβερό: «χαίρεις ορών το φως∙  πατέρα δ’ ου χαίρειν δοκείς; Ναι, και δίκιο έχει, αλλά δεν πρόσφερε στον γιο του τίποτα πραγματικά δικό του. Περιουσία που την παρέλαβε και θα την παραδώσει, που δεν θα την πάρει μαζί του. Τη ζωή του όμως τη θέλει. 

 

Χορικά δεν υπήρχαν. Τη θέση τους ανέλαβαν τα, σαν up right πιάνα, μικρά εκκλησιαστικά όργανα, στα οποία έπαιξαν οι Cristofer Bruckman και Boris Gurevich και οι τέσσερις γυναίκες φωνές –δύο σοπράνο, δύο άλτο- που σαν σε πάλκο τραγουδούσαν κι έπαιζαν, άλλοτε προ- ρομαντική και άλλοτε μετα-ρομαντική μουσική. Θα έλεγα πως ήταν  πολύ καλή η μουσική, αλλά για αλλού και οπωσδήποτε όχι για την Άλκηστη.

Οι ηθοποιοί έπαιξαν καλά, τους συγχαίρουμε, κυρίως ο Άδμητος, Steven Schaf, φωνή, κίνηση, παράστημα, σπαρακτικός, ενώ οι «ειδήμονες» χασκογελούσαν μ’ αυτή την αστεία περίπτωση που λέγεται ζωή που χάνεται πρόωρα…   

Ενδυματολογικά… ήδη είπαμε, ας προσθέσουμε το ενδιαφέρον κοστούμι της Τροφού, που αυτό ναι, ήταν βασιλικό, χρυσαφί γυαλιστερό.  Στην Ορχήστρα κινήθηκαν οι ηθοποιοί, εκτός Ορχήστρας ήταν παρκαρισμένα τα τροχόσπιτα και η νεκροφόρα που παρέλαβε την νεκρή…

Στο σκοτεινό έδαφος της Ορχήστρας γράφονταν με μεγάλα άσπρα γράμματα στίχοι όπως:

 

Όλοι θα καταλήξουμε κάποτε στον κάτω κόσμο.

Η επίγεια ζωή είναι μικρή, μα τόσο γλυκιά!  (στ. 692-693)

 

Όλοι οι θνητοί έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τον θάνατο (στ. 782

 

  Και ο Ευριπίδης κάνει επίλογο, σαν να ήξερε τι θα πάθουν οι θεατές της Αλκήστεώς του:

 

Πολλαί  μορφαί των δαιμόνων

Πολλά δ’ αέλπτως κραίνουσι Θεοί∙

Και τα δοκηθέντα ουκ ετελέσθη,

Των δ’ αδοκήτων πόρον ηύρε θεός.

Τοιόνδ’ απέβη τόδε πράγμα.

 

Πολλές οι μορφές των θεών.

Πολλά ανέλπιστα αποφασίζουν οι θεοί

Και κείνα που ελπίζαμε δεν έγιναν

Και κείνα που δεν ελπίζαμε βρήκαν τον τρόπο να γίνουν

Έτσι έγινε και τούτη η ιστορία.

 

«Το τραγικό καλπάζει∙  το σατυρικό ελίσσεται, σέρνεται, δολιχοδρομεί γιατί σκοπεύει στην επιβίωση πάση θυσία» (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και Κώδικες,  1, Εστία 1982).

 

«Έτσι, μια γυναίκα χάνει τη ζωή της και κερδίζει αθάνατη δόξα, ένα άντρας κερδίζει τη ζωή του αλλά χάνει όλα όσα της δίνουν αξία» (Philip Vellacott, Ironic Drama, Cambridge University Press, 1975 και εκδ. Επικαιρότητα, 1993).

Η παράσταση ήρθε σε πλήρη διαφωνία με το σημαντικό αυτό κείμενο, ύμνο στη ζωή, στην αγάπη και τη θυσία. Το ΕΙΝΑΙ  κονταροκτυπήθηκε με το φαίνεσθαι που του επέβαλε ο κ. Σίμονς. Οι θεατές στο κοίλον, από αμήχανοι έως βαθιά απογοητευμένοι…

 

                                      

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.